Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Αγιορείτη Ασκητή

Αγιορείτη Ασκητή

15 Ιουλ
ceb5ceb9ceba-01-ceb7-ceb3cf85cebccebdceae-cebacebfcf81cf85cf86ceae-cf84cebfcf85-cf8ccf81cebfcf85cf82-ceacceb8cf89-cf83cf84ceb7-cebccead

Οπωσδήποτε πολλοί εκ των αναγνωστών του παρόντος πονήματος θα έχουν ακούσει ή διαβάσει έστω και μια διήγηση για τους αόρατους Ερημίτες του Άθωνα. Άλλοι τους ονόμασαν «αόρατους ασκητές», άλλοι «γυμνούς ασκητές», άλλοι «μυστικούς γέροντες», άλλοι πάλι «αφανείς αναχωρητές». Πρόκειται για ομάδα ασκητών, οι οποίοι είναι εφτά, κατʼ άλλους δώδεκα και κατʼ άλλους δέκα, οι οποίοι διατρίβουν στις ερημικότερες περιοχές της αθωνικής ερήμου και είναι αόρατοι από τα μάτια των ανθρώπων. Εμφανίζονται μόνο σʼ όποιον αυτοί θέλουν ως επί το πλείστον απλό και απονήρευτο μοναχό ή και σε ευσεβή και ευλαβή προσκυνητή που έχει καθαρό και χριστιανικό βίο.Εδώ πρέπει να μεταφέρω κάποια υποσημείωση ενός σύγχρονου συγγραφέα μοναχού (Από το βιβλίο του μοναχού Ιωσήφ Διονυσιάτου «Ο Γέρων Αρσένιος ο Σπηλαιώτης», 2002) περί των μυστηριωδών αυτών ασκητών που την βρήκα την πιο κατάλληλη σε περιεκτικότητα και περιγραφή και την πιο σύντομη για το θέμα αυτό : «Γυμνοί ασκητές : Κατά την μακραίωνη ιστορία του Αγίου Όρους υπάρχει η εξής παράδοσις. Μια ομάδα ασκητών τον αριθμόν επτά ( κατʼ άλλους δώδεκα), ζουν με άκρα άσκηση, με μοναδικό έργο την αδιάλειπτη προσευχή υπέρ όλου του κόσμου. Έχουν λάβει ειδική χάρη από τον Κύριο να ζουν άοικοι και γυμνοί και να είναι αόρατοι από τους οφθαλμούς των ανθρώπων». Η φήμη των ασκητών αυτών, μάλλον η παράδοση αυτή διασώζεται τα τελευταία διακόσια χρόνια τουλάχιστον και μεταφέρεται από γενιά σε γενιά στον αγιορείτικο μοναχισμό και ιδίως τον ασκητισμό, και όχι μόνο αλλά και σε ολόκληρη την ορθοδοξία … Συζήτησα με πολλούς αγιορείτες Γέροντες, Σκητιώτες, Κοινοβιότες, Κελλιώτες, Ερημίτες για το θέμα αυτό, δηλαδή την ύπαρξη και σήμερα των αοράτων γυμνών ασκητών και βρήκα πολλούς να πιστεύουν ότι υπάρχουν και σήμερα τέτοιοι ερημίτες. Συνάντησα πράγματι απλούς και ενάρετους και αγωνιστές Μοναχούς και Γέροντες οι οποίο πιστεύουν τη παράδοση αυτή. Δηλαδή ότι υπάρχουν και σήμερα τέτοιοι αναχωρητές σε άβατα αθωνικά μέρη, που ζουν πρωτόγονα, απλά, λιτά και τρέφονται από το Θεό με θαυμαστό τρόπο.
Μάλιστα ένας τέτοιος απλός Γέροντας μου διηγήθηκε ότι γνωρίζει μερικούς τέτοιους μυστικούς αναχωρητές οι οποίοι ζουν στη ψηλότερη και αγριότερη περιοχή από αυτόν και ότι τους οικονομεί η θεία Πρόνοια τα προς το ζωή αναγκαία με θαυμαστό και ιδιαίτερο τρόπο. Και ότι τις νύχτες αγρυπνούν προσευχόμενοι όρθιοι. Και για να μην νυστάξουν και πέσουν κάτω – μετά τις μεσονύκτιες ώρες που αποκάμνουν – στηρίζονται με σχοινιά δεμένοι από τις μασχάλες και που κρέμονται από δοκάρια. Και δεν θέλησε να μου πει ούτε τον τόπο που μένουν, ούτε τα περαιτέρω της θαυμαστής ασκητικής των πολιτείας. Υπάρχουν πάλι άλλοι μοναχοί που πιστεύουν ότι υπάρχει μέχρι σήμερα η ομάδα αυτή των εφτά ασκητών και αναπληρώνεται όταν πεθάνει κάποιος απʼ αυτούς με άλλον ενάρετο από τους Αγιορείτες Μοναχούς, ο οποίος προσφεύγει κοντά τους με θαυμαστό τρόπο και γίνονται πάλι εφτά.
Υπάρχει και παράδοση μάλιστα, που υποστηρίζει ότι αυτοί οι Εφτά ερημίτες (κατʼ άλλους δώδεκα) θα επιτελέσουν την τελευταία Λειτουργία στη κορυφή του Άθωνα στο ναϊδριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού. Και μετά θα έρθει η συντέλεια του κόσμου, δηλαδή η Δευτέρα Παρουσία. Αυτοί οι εφτά (ή δώδεκα) δεν θα γευθούν θάνατο, αλλά θα μεταμορφωθούν. Δηλαδή θα αλλάξουν μορφή και τα σώματά τους θα γίνουν άφθαρτα και αθάνατα όπως όλων των ευρισκομένων εν ζωή τότε ανθρώπων. Υπάρχουν βέβαια και μερικοί οι οποίοι θεωρούν την παράδοση αυτή των «αοράτων Ερημιτών» σαν θρύλο.

Πηγή:   Οι αόρατοι ερημίτες του Άθωνα, Βλασίου μοναχού Αγιορείτου, Εκδόσεις ΤΕΡΤΙΟΣ, Σελίδες 18,19,21,22

Δώδεκα αναχωρητές άγιοι

25 Ιαν
Δώδεκα αναχωρητές άγιοι, σοφοί και πνευματικοί άνθρωποι, συγκεντρώθηκαν κάποτε και ζήτησαν να ομολογήσει ο καθένας όσα κατόρθωσε στο κελί του και ποια ήταν η πνευματική του άσκηση.
Ο πρώτος, ο μεγαλύτερος στην ηλικία, είπε:
«Αδελφοί, εγώ από τη στιγμή που άρχισα να ζω ησυχαστική ζωή σταύρωσα όλο τον εαυτό μου απέναντι στα εξωτερικά πράγματα, έχοντας στον νου μου αυτό που είναι γραμμένο:
Να σπάσουμε τους δεσμούς που μας συνδέουν μαζί τους και να ρίξουμε από πάνω μας τον ζυγό τους.
Έτσι, έκανα ένα τείχος ανάμεσα στην ψυχή μου και στα σωματικά πράγματα και αναλογίσθηκα ότι, όπως αυτός που είναι μέσα από το τείχος δεν βλέπει αυτόν που στέκεται έξω, με τον ίδιο τρόπο και σύ μη θελήσεις να βλέπεις τα πράγματα πού έχουν σχέση με τα έξω.
Αλλά να έχεις στραμμένη την προσοχή σου στον εαυτό σου, αναμένοντας κάθε μέρα με ελπίδα τον Θεό.
Έτσι θεωρώ τις πονηρές επιθυμίες φίδια και απόγονους από οχιές, και όταν τις αισθάνομαι να ξεφυτρώνουν στο νου μου, τις ξηραίνω με φοβέρες και οργή.
Ακόμη, δεν σταμάτησα ποτέ να τα βάζω με το σώμα μου και με την ψυχή μου, για να μην εκτραπούν σε τίποτε ανάρμοστο».
Ο δεύτερος είπε:

«Εγώ από τότε που αρνήθηκα τον κόσμο, είπα στον εαυτό μου:
Σήμερα αναγεννήθηκες, σήμερα άρχισες να δουλεύεις στον Θεό, σήμερα άρχισες να κατοικείς εδώ σαν ξένος.
Έτσι κάθε μέρα να αισθάνεσαι, σαν ένας ξένος και ότι αύριο θα φύγεις».
Ο τρίτος είπε:
«Εγώ από το πρωί ανεβαίνω στον Κύριό μου, και αφού τον προσκυνήσω, πέφτω με το πρόσωπο κάτω και εξομολογούμαι τα αμαρτήματά μου. Έπειτα κατεβαίνοντας προσκυνώ τους αγγέλους του και τους παρακαλώ να ικετέψουν τον Θεό για μένα και για ολόκληρη την κτίση.
Αφού το κάνω αυτό, κατεβαίνω στην άβυσσο και ό,τι κάνουν οι Ιουδαίοι, όταν πηγαίνουν στα Ιεροσόλυμα, πού σχίζουν τα ενδύματά τους και κλαίνε και πενθούν για τη συμφορά που βρήκε τους πατέρες τους, αυτό κάνω κι εγώ.
Περιπλανιέμαι στους τόπους της κόλασης, βλέπω τα δικά μου μέλη (δηλαδή τους εκεί άλλους χριστιανούς) να βασανίζονται και κλαίω μ΄αυτούς που κλαίνε».
Ο τέταρτος είπε:
«Εγώ έτσι νιώθω, σαν να κάθομαι με τον Κύριο και τους Αποστόλους του στο όρος των Ελαιών.
Είπα στον εαυτό μου: από δω και πέρα κανέναν συγγενή να μην ξέρεις, αλλά πάντοτε να βρίσκεσαι μ΄αυτούς, να τους αναζητάς και να μιμείσαι τον καλό τρόπο της ζωής τους, όπως η Μαρία που καθόταν κοντά στα πόδια του Κυρίου και άκουγε τα λόγια του:
«Να γίνετε άγιοι, γιατί εγώ είμαι άγιος.
Να γίνετε σπλαχνικοί και τέλειοι, όπως ο Πατέρας σας είναι τέλειος.
Να διδαχτείτε από μένα ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά».
Ο πέμπτος είπε:
«Εγώ κάθε φορά βλέπω αγγέλους να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν για την πρόσκληση των ψυχών.
Και πάντοτε, περιμένοντας το τέλος μου, λέω:
Είναι έτοιμη η καρδιά μου, Θεέ μου».
Ο έκτος είπε:
«Εγώ καθώς κάνω την πνευματική μου εργασία στο κελί, νομίζω ότι ακούω από τον Κύριο αυτά τα λόγια:
Να κοπιάστε για μένα κι εγώ θα σας αναπαύσω, ακόμη λίγο να αγωνιστείτε και θα σας δείξω τη σωτηρία και τη δόξα μου.
Αν με αγαπάτε, αν είσαστε παιδιά μου, σαν Πατέρα που παρακαλάει, να αισθανθείτε για μένα σεβασμό, αν είστε αδελφοί μου, να με σεβαστείτε όπως εκείνον που υπέμεινε πολλά για σας.
Αν είσαστε πρόβατά μου, να ακούστε τη φωνή του ποιμένα, αν είστε δούλοι μου, να ακολουθήσετε τα παθήματα του δεσπότη σας».
Ο έβδομος είπε:
«Εγώ αυτά τα τρία μελετώ συνεχώς και λέω αδιάκοπα στον εαυτό μου: πίστη, ελπίδα, αγάπη, για να χαίρομαι με την ελπίδα, να στηρίζομαι με την πίστη, και με την αγάπη να μη λυπήσω ποτέ κανένα».
Ο όγδοος είπε:
«Εγώ βλέπω τον διάβολο να πετάει ζητώντας ποιον να καταπιεί.
Όπου κι αν πάει, βλέπω με τα εσωτερικά μάτια, και αναφέρομαι ικετευτικά στον Δεσπότη μου Χριστό εναντίον του, ώστε να μείνει άπρακτος και να μην μπορέσει να κάνει τίποτε σε κανέναν, ιδίως σ΄αυτούς που φοβούνται τον Θεό».
Ο ένατος είπε:
«Εγώ όταν κάνω την πνευματική μου εργασία, βλέπω την εκκλησία των νοερών δυνάμεων κι ανάμεσά τους τον Κύριο της δόξας να λάμπει περισσότερο απ΄όλους.
Όταν με βρει ακηδία, ανεβαίνω στους ουρανούς και βλέπω την έξοχη ωραιότητα των αγγέλων κι ακούω τους ύμνους που ανυψώνουν ακατάπαυστα στον Θεό, καθώς και τη μελωδία τους.
Υψώνομαι με τους ήχους και τη φωνή και τη μουσικότητά τους, ώστε να νιώσω αυτό που είναι γραμμένο:
«Οι ουρανοί διηγούνται τη δόξα του Θεού» και όλα τα επίγεια τα θεωρώ στάχτη και σκουπίδια».
Ο δέκατος είπε:
«Εγώ πάντοτε βλέπω κοντά μου τον φύλακα άγγελό μου και προσέχω τον εαυτό μου, έχοντας στο μυαλό μου αυτό που έχει γραφεί:
«Έβλεπα μπροστά μου τον Κύριο πάντοτε, ότι στέκεται στα δεξιά μου, για να μην κλονισθώ από τη θέση μου».
Φοβούμαι λοιπόν αυτόν που παρακολουθεί την πορεία μου. Διότι τον βλέπω κάθε μέρα να ανεβαίνει στον Θεό και να παρουσιάζει τα έργα και τα λόγια μου».
Ο ενδέκατος είπε:
«Εγώ προσωποποίησα τις αρετές, όπως π.χ. την εγκράτεια, τη σωφροσύνη, τη μακροθυμία, την αγάπη κι έστησα τον εαυτό μου ανάμεσά τους ώστε να με περικυκλώσουν αυτές.
Κι όπου κι αν πάω, λέω στον εαυτό μου:
«Πού είναι οι παιδαγωγοί σου;
Μην αδιαφορήσεις, μην ακηδιάσεις, αφού παντοτινά αυτές τις έχεις δίπλα σου, όποια αρετή θέλεις κοντά σου είναι, και καλά λόγια θα πουν στον Θεό για σένα, ότι δηλαδή βρήκαν σε σένα ανάπαυση».
Ο δωδέκατος είπε:
«Εσείς, Πατέρες, έχοντας φτερούγες από τον ουρανό, αποκτήσατε ουράνια ζωή. Κι αυτό καθόλου παράξενο δεν είναι, σας βλέπω να στέκεστε ψηλά λόγω των έργων σας και να επιδιώκετε τα ουράνια.
Με δύναμη μάλιστα μετακινείστε απ΄τη γη εσείς που αποξενωθήκατε εντελώς απ΄αυτήν.
Πώς να σας ονομάσω; Επίγειους αγγέλους ή ουράνιους ανθρώπους;
Εγώ κρίνοντας τον εαυτό μου τόσο ανάξιο ακόμη και να ζει, βλέπω μπροστά μου τις αμαρτίες μου.
Όπου κι αν πάω, όπου κι αν στραφώ τις βλέπω να προχωρούν πρίν από μένα.
Στα καταχθόνια καταδίκασα τον εαυτό μου.
Λέω «Θα είμαι μαζί μ΄αυτούς που μου αξίζει. Μ΄αυτούς ύστερα από λίγο θα με κατατάξουν».
Βλέπω εκεί θρηνητικές κραυγές και δάκρυα, που δεν σταματούν ποτέ και είναι ανεκδιήγητα.
Βλέπω κάποιους να τρίζουν τα δόντια και να πηδούν μ΄όλο τους το σώμα και να τρέμουν απ΄το κεφάλι μέχρι τα πόδια.
Πέφτω με το πρόσωπο κάτω και ρίχνοντας στάχτη στο κεφάλι μου ικετεύω τον Θεό να μη δοκιμάσω εκείνες τις συμφορές.
Βλέπω και μια θάλασσα από φωτιά να παφλάζει και να φυσομανάει εδώ κι εκεί και να βρυχιέται, σε σημείο πού να νομίζει κανείς ότι τα κύματα της φωτιάς φτάνουν μέχρι τον ουρανό.
Και μέσ΄στη φοβερή αυτή θάλασσα αμέτρητους ανθρώπους ριγμένους από άγριους αγγέλους, και όλοι μαζί εκείνοι οι άνθρωποι με μια φωνή να βγάζουν δυνατές κραυγές και να κράζουν με ισχυρούς θρήνους και φωνές τέτοιες, πού κανείς δεν έχει ακούσει.
Σαν ξερά χόρτα όλοι να καίγονται, και οι οικτιρμοί του Θεού να φεύγουν μακριά απ΄αυτούς, για τις αμαρτίες τους.
Τότε θρηνώ το γένος των ανθρώπων, πώς τολμά να μιλήσει ή να δίνει την προσοχή του σε κάτι εφήμερο, αφού τόσο μεγάλα κακά περιμένουν τον κόσμο.
Με τέτοιους λογισμούς κρατώ το πένθος στην καρδιά μου, κρίνοντας τον εαυτό μου ανάξιο για τον ουρανό και τη γη, και πραγματοποιείται σε μένα ο λόγος της Γραφής: Τα δάκρυά μου έγιναν για μένα ψωμί μέρα και νύχτα». Αυτά είναι τα κατορθώματα των σοφών και πνευματικών Πατέρων.
Μακάρι κι εμείς να δείξουμε στους άλλους μια ζωή άξια να την θυμούνται, για να ευχαριστήσουμε τον Δεσπότη μας Χριστό, αφού γίνουμε τέλειοι και αψεγάδιαστοι.
ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΘΕΟ Η ΔΟΞΑ!!!
Από το μεγάλο Γεροντικό

Kατηγορώ την υποκρισία.

Kατηγορώ την υποκρισία.(Ομιλία του Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κυρού Μελίτωνος Χατζή (1913-1989) στον Μητροπολιτικὸ Ναὸ Αθηνών,

16 Μαρ

καρνάβαλος


Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου, 8η Μαρτίου 1970.
Εἶναι γνωστὴ ὡς ἡ ὁμιλία γιὰ τὸν καρνάβαλο.


Ἀδελφοί μου,
Τίποτε δὲν καυτηρίασε ὁ Κύριος τόσο πολύ, ὅσο τὴν ὑποκρισία.
Καὶ ὀρθῶς, εἰς αὐτὴν εἶδεν, ὅτι ὑπάρχει πάντοτε ὁ μεγαλύτερος παραπλανητικὸς κίνδυνος, δηλαδὴ τὸ ἑωσφορικὸν ἀγγελοφανὲς φῶς. Εἶναι πράγματι φοβερὴ ἡ δύναμις τῆς ὑποκρισίας. Τόσο γι᾿ αὐτὸν ποὺ τὴ ζῇ καὶ τὴν ἀσκεῖ, ὅσο καὶ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ τὴν ὑφίστανται. Καὶ εἶναι ἐπικίνδυνη ἡ ὑποκρισία, διότι ἀνταποκρίνεται πρὸς βαθύτατον ψυχολογικὸν αἴτημα τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ ἄνθρωπος θέλει νὰ φανῆ αὐτὸς ποὺ δὲν εἶναι. Ἀκόμη καὶ ἐνώπιον τοῦ ἐαυτοῦ του καὶ ἐνώπιον τοῦ θεοῦ. Καὶ ἔτσι ξεφεύγει ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἁπλότητα καὶ φυσικὰ καὶ ἀπὸ τὴν μετάνοιαν καὶ τὴν σωτηρίαν.
Σὲ λίγες ὧρες ἔξω ἀπὸ αὐτὸν τὸν ναόν, ἔξω ἀπὸ τὴν γαλήνην του, εἰς τοὺς δρόμους αὐτῆς τῆς Πολιτείας, θὰ παρελάσῃ ὁ Καρνάβαλος. Μὴ τὸν περιφρονήσετε καὶ μὴ τὸν χλευάσετε καὶ μὴ μὲ κατακρίνετε, ποὺ τὸν ἀναφέρω αὐτὴ τὴ στιγμή. Δὲν εἶναι καθόλου ἄσχετος μὲ τὸ μέγιστο πρόβλημα τῆς ὑποκρισίας. Νὰ τὸν προσέξετε ἐφέτος τὸν Καρνάβαλο μὲ σεβασμὸ καὶ βαθὺ στοχασμό. Εἶναι πανάρχαιο τὸ φαινόμενο καὶ εἶναι φαινόμενο βαθυτάτου καὶ ἀγχώδους αἰτήματος τῆς ψυχῆς τοῦ ἄνθρωπου, νὰ λυτρωθῇ ἀπὸ τὴν καθημερινή του ὑποκρισία μὲ μίαν ἔκφρασιν ἀνωνύμου, διονυσιακῆς νέας ὑποκρισίας.
Εἶναι τραγικὴ μορφὴ ὁ Καρνάβαλος.
Ζητεῖ 
νὰ λυτρωθῆ ἀπὸ τὴν ὑποκρισίαν ὑποκρινόμενος.
Ζητεῖ νὰ καταλύσῃ ὅλες τὶς ποικίλες προσωπίδες, ποὺ φορεῖ κάθε μέρα μὲ μία νέα, τὴν πιὸ ἀπίθανη.
Ζητεῖ νὰ ἐκκενώσῃ ὅ,τι ὑπάρχει ἀπωθημένο μέσα στὸ ὑποσυνείδητό του καὶ νὰ ἐλευθερωθῇ, ἀλλὰ ἐλευθερία δὲν ὑπάρχει, ἡ τραγωδία τοῦ Καρνάβαλου παραμένει ἄλυτη. Τὸ βαθύτατο αἴτημά του εἶναι νὰ μεταμορφωθῆ.
Ἐδῶ, λοιπόν, εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἐκκλησίας, κοντὰ στὸν Καρνάβαλο. Σ᾿ αὐτὸν ποὺ ζητεῖ μεταμόρφωση, τὸ κεντρικὸ κήρυγμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὴν μεταμόρφωσι.
Νὰ μὴ τὸν καταδικάσουμε, λοιπόν, τὸν Καρνάβαλο, ἀλλὰ νὰ σταθοῦμε καὶ κάτω ἀπὸ τὴν προσωπίδα του νὰ ἀκούσωμε τὴν ἀγωνία του, τὴν ἔκκλησί του καὶ τὸ δάκρυ του.
Ἐπαναλαμβάνω, τῆς Ὀρθοδοξίας τὸ βαθύτερο κήρυγμα ζητεῖ ὁ Καρνάβαλος, περιφερόμενος εἰς τοὺς δρόμους τῆς Πολιτείας: Τὴ μεταμόρφωσι.
Καὶ εἶναι ὁ εἰλικρινέστερος καὶ ἐντιμότερος τῶν ὑποκριτῶν.

Ἴσως θὰ νομίσετε, ὅτι ἀστειεύομαι. Ἀπολύτως ὄχι. Δὲν ὑπάρχει σοβαρώτερο πρόβλημα αὕτη τὴν ὥρα διὰ τὴν Ἐκκλησίαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἐκκλησία, καὶ μάλιστα ἡ Ὀρθόδοξος, ἡ δική μας Ἐκκλησία, νὰ νοηθῇ ὡς ἄσχετη πρὸς τὴ ζωή, πρὸς τοὺς καιρούς, πρὸς τὴν ἀγωνίαν αὐτῆς τῆς ὥρας, πρὸς τὰ φλέγοντα προβλήματα αὐτῆς τῆς στιγμῆς, ἁπλῶς ὡς πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη καὶ θεωροῦσα τὰ περὶ αὐτήν. Ὡς Ἐκκλησία εἴμεθα ἐμπεπλεγμένοι εἰς τὴν πορείαν τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, εἰς τὴν μεγάλην αὐτὴν περιπέτεια, ποὺ ὀνομάζεται Ἱστορία, ἄγουσα εἰς τὴν τελείωσιν τῶν ἐσχάτων.
Ὑποκρινόμενοι τὴν χθές, ἀπουσιάζομεν ἀπὸ τὴν σήμερον καὶ ἡ αὔριον ἔρχεται ἄνευ ἡμῶν.
Ὁμιλῶν εἰς τὴν 4ην Πανορθόδοξον Διάσκεψιν τῆς Γενεύης, εἶχον εἰπεῖ: «Ἡ χθὲς παρῆλθε πρὸ πολλοῦ, οὔτε κἂν τὴν σήμερον ζῶμεν, μᾶς προέλαβεν ἡ μεθαύριον». Τὸ ἐπαναλαμβάνω αὐτὸ σήμερον ἐντονώτερον. Διότι εἶναι ἡ πέραν τῆς αὐτάρκους ὑποκρισίας ἀλήθεια, ἡ ἁπλή, ἡ εὐκολωτέρα ἀντιμετώπισις τῶν προβλημάτων εἶναι νὰ τὰ χλευάσῃ καὶ νὰ τὰ κατακρίνῃ κανεὶς καὶ νὰ ἀντιπαρέλθῃ, ὅπως ὁ Ἱερεὺς καὶ ὁ λευΐτης τῆς Σαμαρειτικῆς παραβολῆς. Ἀλλὰ ἡ πληγὴ εἶναι ἐδῶ καὶ κράζει.
Ποιὸς μπορεῖ ὑπευθύνως νὰ μᾶς πῇ, ὅτι εἶναι ἔξω κάθε ἱστορικῆς, ἐξελικτικῆς πραγματικότητας ὅλα αὐτὰ τὰ συνταρακτικὰ γεγονότα καὶ φαινόμενα τῆς νέας γενεᾶς τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ἔξαλλος μουσική, οἱ ἔξαλλοι χοροί, ἡ ἔξαλλος ἐπένδυσις, ὅλη αὐτὴ ἡ παγκόσμιος ἐπανάστασις τῆς νεολαίας;
Άν ὅλοι οἱ μικρόνοες, ὅλοι οἱ ἐθελοτυφλοῦντες, ὅλοι οἱ παρελθοντολόγοι καὶ ἐγκαυχώμενοι διὰ τὴν ἀρετὴν τῆς ἐποχῆς των συνωμοτήσουν, διὰ νὰ κατακρίνουν ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, ἡ Ἐκκλησία ἔχει χρέος νὰ σταθῇ μὲ θεανδρικὴν κατανόησιν, ἐνανθρωπιζομένη ὅπως ὁ Κύριός της ἐν μέσῳ ἑνὸς νέου κόσμου, ποὺ ἔρχεται μακρόθεν, καὶ νὰ ἀκούση αὐτὴ τὴν ἀγωνιώδη κραυγήν, ποὺ ἀναπηδᾶ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ θεωρούμενα ἀπὸ ἐμᾶς ἔξαλλα πράγματα. Κάτι ἔχει νὰ μᾶς πῇ μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ φαινόμενα αὐτὸς ὁ κόσμος, ποὺ ἔρχεται νέος εἰς τὸ προσκήνιον τῆς Ἱστορίας.
Τὰ νομιζόμενα ἔξαλλα δι᾿ ἡμᾶς τοὺς παλαιούς, ὅταν λάβωμεν ὑπ᾿ ὄψιν τὸ φοβερὸν γεγονός, ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἐποχῆς μας εἶναι ἡ τεραστία ἀπόστασις, ποὺ ὑπάρχει στὴ διαδοχὴ τῶν γενεῶν, δηλαδὴ ἡ γενεά, ἡ ὁποία ἔρχεται ἔπειτα ἀπὸ ἐμένα ἔχει ἀπόστασιν τριῶν γενεῶν. Πῶς ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ τὴν κατανοήσωμεν ἡμεῖς αὐτὴν τὴν νέαν γενεάν, ποὺ ἔρχεται, ἐὰν δὲν εἴμεθα Ἐκκλησία Χριστοῦ συνεχῶς ἐνανθρωπίζομενη, συνεχῶς μεταμορφουμένη καὶ συνεχῶς μεταμορφώνουσα;

Δὲν θὰ ἐπιζήσωμεν ὡς χριστιανικαὶ ἐπὶ μέρους Ἐκκλησίαι καὶ Ὁμολογίαι τοῦ κύματος αὐτοῦ τῶν ἐπερχομένων, ἐὰν δὲν ἑνωθῶμεν ὅλοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Εἶναι πλέον ἡ ὥρα νὰ λυτρωθῶμεν ἐκ τῆς ἀντιπατερικῆς ἰδέας, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μόνον μέχρις ἑνὸς ὁρισμένου σημείου τῆς Ἱστορίας ἦτο δυνατὸν νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν θείαν Ἀποκάλυψιν. Πρέπει, ἐπὶ πλέον τοῦ πατερικοῦ πνεύματος, νὰ ἀναλάβωμεν ὡς Ἐκκλησία τὴν θείαν ὑπευθυνότητα καὶ τόλμην καὶ γενναιότητα τῶν Πατέρων καὶ νὰ θεολογήσωμεν τὸν Χριστόν, τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὴν Ἐκκλησίαν. Ὄχι μὲ νομοκρατικὴν φαρμακίδειον, φερ᾿ εἰπεῖν, σωματειακὴν ἀντίληψιν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ, ζῶντος ἐν τῇ ἀναστάσει.
Ἀδελφοί μου,
Τώρα εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἁγίαν Τεσσαρακοστὴν καὶ στὸ βάθος μᾶς ἀναμένει τὸ δράμα, τὸ θαῦμα καὶ τὸ βίωμα τῆς Ἀναστάσεως, τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν βίωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἂς πορευθῶμεν πρὸς αὐτὸ τὸ ὅραμα καὶ βίωμα, ὄχι ἀσυγχώρητοι, ὄχι μὴ συγχωρήσαντες, ὄχι ἐν νηστείᾳ ἁπλῶς κρέατος καὶ ἐλαίου, ὄχι ἐν ὑποκρισίᾳ, ἀλλὰ ἐν θείᾳ ἐλευθερίᾳ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ. Ἐν τῷ πνεύματι τῆς ἀληθείας, ἐν τῇ ἀληθείᾳ τοῦ πνεύματος.
Ὁ Χαλκηδόνος ΜΕΛΙΤΩΝ
Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κυροῦ Μελίτωνος,
Λόγοι καὶ Ὁμιλίαι, 1991, ἐκδ. Πανσέληνο

Συνοδικό της Ορθοδοξίας και οι Αναθεματισμοί.

ο Συνοδικό της Ορθοδοξίας και οι Αναθεματισμοί.

03 Μαρ

 Α.Τι είναι το Συνοδικό της Ορθοδοξίας.
Το συνοδικό υπέρ της Ορθοδοξίας συντάχθηκε από τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 843 με πρωτοβουλία του πατριάρχη Μεθοδίου και με τη συναίνεση της Βασίλισσας Θεοδώρας. Χαρακτηρίσθηκε “ως ετήσιος ευχαριστία” και καθιερώθηκε με την εορτή της νίκης και του θριάμβου της Ορθοδοξίας κατά της εικονομαχίας και πασών των αιρέσεων.
Η λέξη «Συνοδικόν» σημαίνει ειδικότερα την απόφαση της Οικουμενικής κυρίως Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία περιλαμβάνει έκτος από τους κανόνες της εκκλησιαστικής ζωής και τις θεολογικές αλήθειες, που καθορίζουν το δόγμα της Εκκλησίας του Χριστού και καταδικάζουν τις αιρέσεις στη διδασκαλία, άλλα και τα ονόματα των αιρετικών, οι όποιοι έχουν συνταράξει την Εκκλησία με την παρανόηση και διαστρέβλωση του περιεχομένου των Γραφών.Το Συνοδικό της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, όπως αυτό διαμορφώθηκε από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και υστέρα, αναγιγνώσκεται αποσπασματικώς βέβαια, την Κυριακή της Ορθοδοξίας και περιλαμβάνει μεταξύ των άλλων και τον αναθεματισμό αιρέσεων και αιρεσιαρχών, κακοδοξιών της θύραθεν —ελληνικής και άλλης – φιλοσοφίας, και διαφόρων ειδωλολατρικών αντιλήψεων που αναβιώνουν και εμφανίζονται παράλληλα προς τον βίο και τη διδασκαλία της Ορθοδόξου Χριστιανικής Εκκλησίας.
Το «Συνοδικό» που περιέχεται στο Τριώδιο, στο κυριότερο μέρος του, με τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου (787 μ.Χ.) και με μικρές συμπληρώσεις ονομάτων της ενδημούσης Συνόδου του έτους 843 μ.Χ., άλλα και των μετέπειτα τοπικών συνόδων, κατά πα-σών εν γένει των αιρέσεων και ιδιαίτερα κατά της εικονομαχίας.Οι συμπληρώσεις αυτές έχουν γίνει σε αλλεπάλληλα στάδια κατά καιρούς, σύμφωνα με την πορεία των αγώνων της Εκκλησίας εναντίον των αιρέσεων, που προέκυψαν και μετά την εικονομαχία μέχρι και το κίνημα του Ησυχασμού, στα τέλη του 14ου αιώνος, οπότε ολοκληρώθηκαν με την τελική αυτή νίκη οι αγώνες υπέρ της αληθείας και η ορθή κατανόηση των διδαγμάτων του Ιησού Χριστού, με πλήρη θρίαμβο της Ορθοδοξίας.Το «Συνοδικό της Ορθοδοξίας», όπως ονομάσθηκε αυτό, έχει τοποθετηθεί στο τέλος της ακολουθίας της Α’ Κυριακής των Νηστειών, γιατί την ημέρα αυτή (11 Μαρτίου του 843 μ.Χ.) έχει θεσπισθεί και ξεκίνησε, με πρωτοβουλία της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, η εορτή της Ορθοδοξίας εις ανάμνηση του θριάμβου της Ορθοδόξου πίστεως, με την οριστική αναστήλωση και την τιμητική προσκύνηση των ιερών εικόνων.
Τα περιεχόμενα του Συνοδικού και η χρήση του.
Στο πρώτο και αρχικό κείμενο του «Συνοδικού της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου» του 9ου αιώνος περιέχονται και ονόματα των διαφόρων αιρεσιαρχών, που είχαν προηγηθεί, όπως ο Άρειος, ο Νεστόριος, ο Σαβέλλιος, Ευτυχής κ.ά.
Στα επόμενα τμήματα με τις συμπληρώσεις καταδικάζονται υπό τοπικών συνόδων οι αιρέσεις και αιρετικοί που εμφανίσθηκαν κατά τους μετέπειτα αιώνες (10ο-14ο).Προφανώς έχουν συμπληρωθεί και τα κατά την περίοδο του Ησυχασμού (14ο αι.) προκύψαντα ονόματα με θέματα διδασκαλίας, όπως τα περί του «ακτίστου φωτός», με αναδρομή στην πατερική διδασκαλία περί της εννοίας των όρων ουσία και ενέργεια του. Μακαρίζονται και εδώ οι Ορθόδοξοι περί τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά και αναθεματίζονται οι αιρετικοί περί τον Βαρλαάμ Καλαβρό και τον Γρηγόριο Ακίνδυνο. Η οριστική και τελική διαμόρφωση και σύνταξη του σημερινού κειμένου τοποθετείται στο β’ ήμισυ του 14ου αιώνος. Μετά τη θεία Λειτουργία της ημέρας αυτής τελείται ή λιτάνευση τών ιερών εικόνων εντός και εκτός του ναού, πού επανέφερε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος (1923-1938), αντί της παλαιότερης απλής «επιμνημόσυνου δεήσεως πάντων των απ’ αιώνος κεκοιμημένων Ορθοδόξων Βασιλέων, Πατριαρχών κλπ.». Απαγγέλλονται και περικοπές στο τέλος από το «Συνοδικό» τούτο.
Τα μηνύματα του «Συνοδικού» εκφέρονται με αναφωνήσεις και υπό του κλήρου και λαού, όπως είναι οι μακαρισμοί των ευσεβών Βασιλέων, Πατριαρχών, κληρικών και λαϊκών ονομαστικά (με «αιωνία η μνήμη») και ο αναθεματισμός αντίθετα (το «ανάθεμα» των απ’ αιώνος αιρετικών).
Τα αναθέματα και η ιστορική αλήθεια.
Η λέξη «ανάθεμα» (εκ του ρ. ανατίθημι) με την καλή της σημασία εννοεί το αφιερωμένο στο Θεό πρόσωπο (ανάθημα) ή το προσφερόμενο αντικείμενο (το τάμα). Κυριάρχησε όμως περισσότερο η αρνητική σημασία της με το χωρισμένο και απομονωμένο πρόσωπο, τον αιρετικό άνθρωπο, από τον Θεό και τότε σημαίνει την εγκατάλειψη του στο έλεος του Θεού για τη συναίσθηση των ευθυνών του και την καταδίκη της Εκκλησίας και κατάρα.
Στις μέρες μας οι φωνές κατά της Ορθοδόξου χριστιανικής πίστεως εμφανίζονται κατά πολλαπλασιαστικό τρόπο, αδόκιμες και άλογες. Μόλις γράψει κάποιος εναντίον της Ορθοδοξίας εμφανίζεται πλειάδα συγχορδίας για αναπαραγωγή του θέματος και διαστρέβλωση της αλήθειας. Πολλοί από αυτούς ενοχοποιούν την Ορθοδοξία ότι δήθεν έβλαψε τον ελληνισμό, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι μάλλον το αντίθετο συνέβη. Το λυπηρό είναι ότι στο άρμα αυτό της διαστρέβλωσεως και απαξίωσης της αλήθειας προσδένονται και θεσμικά κορυφαία πρόσωπα του δημόσιου βίου, για να φάνουν ίσως αρεστά και στο χώρο της νεοειδωλολατρίας ή να μην υστερήσουν στον νεοπροοδευτισμό της εποχής μας
.Για λόγους ιστορικής αλήθειας και επιστημονικής δεοντολογίας υπενθυμίζουμε, σε όσους σκόπιμα λησμονούν τη συμβολή του Χριστιανισμού στην ανθρωπότητα και ιδιαίτερα στον ελληνισμό, ότι η Ορθοδοξία διέσωσε τον ελληνισμό• και διότι προσέλαβε την ελληνική γλώσσα, τη μεταστοιχείωσε, την ανέδειξε ως γλώσσα της χριστιανικής αλήθειας και τη διεφύλαξε μαζί με τα ελληνικά κείμενα από του Ομήρου μέχρι σήμερα• άλλα και διότι απάλλαξε τον ελληνισμό από τα ειδωλολατρικά μυθεύματα, τους θεούς του Ολύμπου και προσέλαβε τον περασμένο ορθό λόγο των Ελλήνων και τον υπερέβη —με τη επένδυση του— με τη χάρη του Θεού και την πίστη της θείας Αποκαλύψεως.
Με αυτή την έννοια παρέλαβε και ανέδειξε το Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και πολλούς άλλους σε προ Χριστού χριστιανούς και μάλιστα τους απεικόνισε με το χρωστήρα του αγιογράφου στους νάρθηκες ιερών ναών και μοναστηριών. Ασφαλώς, όμως καταδίκασε τα περί ψυχής και μετεμψυχώσεως και άλλων ελληνικών ειδωλολατρικών θεωριών, αντικειμένων στη χριστιανική διδασκαλία, αμφισβήτησε το θεσμό της δουλείας που υποστηρίζει ο Αριστοτέλης, καθώς και κάθε ειδωλολατρική εκδήλωση της ζωής.
Αυτή η κάθαρση του ελληνικού πνεύματος από τον χριστιανισμό σε καμία περίπτωση δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως αρνητική. Η Εκκλησία προσέλαβε διακριτικά και επιλεκτικά από τον ελληνισμό ότι ωφέλιμο και απέρριψε τα ειδωλολατρικά μυθεύματα της ελληνοειδωλολατρίας.
ΠΗΓΕΣ:Ιστολόγια .ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ-ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

1619 - Όσιος Γερόντιος (14ος αι.)

1619 - Όσιος Γερόντιος (14ος αι.)


Αγιορείτης Άγιος
Μνήμη 26 Ιουλίου
Διετέλεσε τελευταίος ηγούμενος της αγιορειτικής μονής των Βουλευτηρίων, όπου σήμερα το Κελλί του Αγίου Ελευθερίου. Οι επιδρομές των Σαρακηνών πειρατών έφεραν τον Γέροντα Γερόντιο με τους μοναχούς του στις ψηλότερες βραχώδεις και δυσπρόσιτες πλαγιές του Όρους και αποτελέσθηκε έτσι ο πρώτος πυρήνας της μετέπειτα σκήτης της Θεοπρομήτορος Άννης, της οποίας ο όσιος θεωρείται πρώτος οικιστής.
Ο όσιος μ' ένα μοναχό, για μεγαλύτερη ησυχία, ανέβηκε ψηλότερα της σκήτης και σύστησε το ησυχαστήριο του Αγίου Παντελεήμονος, που σώζεται μέχρι σήμερα. Κοντά στο ασκητήριό του, ύστερα από θερμή προσευχή και σύσταση της Θεοτόκου, έβγαλε πόσιμο και ιαματικό νερό, που δεν υπήρχε. Για την παράχρησή του, η ουράνια δωρήτριατο διέκοψε και το ξανάδωσε, για να υπάρχει μέχρι σήμερα ως αγίασμα και ευλογία και, το θαυμαστό, να μένει πάντοτε σταθερό. Ούτε λιγοστεύει ούτε αυξάνει, χειμώνα καλοκαίρι.
Ο όσιος Γερόντιος έζησε μια υπερθαύμαστη ζωή και κοιμήθηκε σε μεγάλη ηλικία. Συνδέονταν με πνευματική φιλία με τον όσιο Μάξιμο τον Καυσοκαλύβη, καθώς φαίνεται στον βίο του. Η σκήτη που ίδρυσε ανέδειξε περί τους δεκαπέντε γνωστούς αγίους και πολλούς μεγάλης αρετής πατέρες. Ασματική ακολουθία συνέθεσε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης.

  Πηγή:  ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, Μοναχού Μωυσέως, Αγιορείτου

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ-”῎Αραγε γινώσκεις ἅ ἀναγινώσκεις;” του μακαριστού Ιωάννη Κορναράκη


Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ-”῎Αραγε γινώσκεις ἅ ἀναγινώσκεις;” του μακαριστού Ιωάννη Κορναράκη

 

Πολλές φορές, κατά το παρελθόν, έχει άκουσθή καί έχει γραπτώς διατυπωθή ή ιδέα, ότι, για να προσληφθή εύκολώτερα το λυτρωτικό μήνυμα της Εκκλησίας, εκ μέρους
του πληρώματος της, ιδιαίτερα κατά την τέλεση της Θ. Λατρείας, πρέπει να του προσφέρεται, αυτό το μήνυμα, μέσω μιας απλούστερης γλωσσικής μορφής.
Πρέπει δηλ. κατά την τέλεση της Θ. Λειτουργίας, το ευαγγελικό πρωτότυπο κείμενο, να του προσφέρεται στην απλή δημοτική γλώσσα καί μάλλον στη «γλώσσα του λάου» (!). Άλλα, προστίθεται, πρέπει να απλοποιηθούν φραστικώς οι ϋμνοι καί τα τροπάρια των ακολουθιών της Θ. Λατρείας, με σχετικές μεταφραστικές επεμβάσεις στην υπάρχουσα σήμερα γλωσσική
τους μορφή.
Τέτοιες ιδέες σαν αυτές, υποδηλώνουν βέβαια, ότι, όπως μέχρι σήμερα μεταδίδεται το λυτρωτικό μήνυμα της Εκκλησίας, στον κόσμο γενικώς, είναι απρόσφορο καί αναποτελεσματικό, επειδή είναι δυσκατάληπτο, λόγω της παλαιότητας της γλωσσικής του μορφής.
“Αρα, σύμφωνα με τις ιδέες αυτές, το απολύτως αναγκαίο σήμερα, για μια ουσιαστική λυτρωτική επίδραση της Εκκλησίας, επί του πληρώματος της καί επί του κόσμου γενικώς, είναι ή γλωσσική απλοποίηση του νοήματος του λυτρωτικού μηνύματος της Εκκλησίας.
Άλλα αυτό, το προβαλλόμενο ως απολύτως αναγκαίο, φαίνεται να βρίσκεται σε αντίθεση με τις καταπληκτικές επιστημονικές καί τεχνολογικές επιτεύξεις του «σύγχρονου κόσμου», σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης ζωής. Ένας τέτοιος κόσμος, εξελιγμένος καί προοδευμένος στις επιστήμες, στις τέχνες καί στα γράμματα, με δυνατότητες καλλιέργειας καί πλουτισμού του διανοητικού του δυναμικού, από τη βρεφική του μάλιστα ηλικία, όταν ζητάει γλωσσική απλούστευση των κειμένων της λατρείας της Εκκλησίας, φαίνεται να παραδέχεται μια νοητική ανεπάρκεια καί αντιληπτική ανικανότητα ασυμβίβαστη με το κλίμα του σύγχρονου μορφωτικού πλουραλισμού σε μορφωτικά ιδρύματα καί σε δυνατότητες προσεγγίσεως μιας μεγάλης ποικιλίας μορφωτικών αγαθών.
Αύτη ή αντίφαση μεταξύ, άφ’ ενός του αιτήματος της ύποβαθμίσεως του γλωσσικού μέσου εκφράσεως των υψηλών νοημάτων του λυτρωτικού μηνύματος της Εκκλησίας, σε μεταφραστικές πεζότητες άποδυναμώσεως της χαρισματικής δυναμικής των νοημάτων αυτών και άφ’ ετέρου του μορφωτικού πλουραλισμού του σύγχρονου προοδευμένου καί εξελιγμένου διανοητικώς κόσμου, υποδηλώνει ασφαλώς απωθημένα, αλλά πάντοτε ενεργά, συμπλέγματα πνευματικής μειονεξίας καί ενοχής για την αδυναμία βιωματικής ανταποκρίσεως στο μήνυμα αυτό της Εκκλησίας! 

Ιδιαίτερα όμως, όταν ή ιδια ή Εκκλησία βρίσκει ότι, για την καλύτερη λατρευτική της διακονία, πρέπει να προχώρηση οέ μέτρα «άναμορφώσεως» της διακονίας της αυτής, σύμφωνα με απαιτήσεις, πού οι αφετηρίες τους (στην καλύτερη περίπτωση) προδίδουν τη δραστική παρουσία της «αρχής της ήσσονος προσπάθειας», ολισθαίνει (στην καλύτερη επίσης περίπτωση) στην άπολυτοποίηση του γράμματος σε βάρος του πνεύματος, λησμονούσα, ότι έργο της είναι να διακηρύσση, μετά του απ. Παύλου, ότι εμείς οι λειτουργοί του υψίστου• «ούχ ικανοί έσμέν άφ’ εαυτών λογίσασθαί τι ως εξ εαυτών, άλλ’ ή ικανότης ημών εκ του Θεού, ός καί ίκάνωοεν ημάς διακόνους καινής διαθήκης, ου γράμματος αλλά πνεύματος το γαρ γράμμα άποκτέννει, το δε πνεύμα ζωοποιεϊ» (Β Κορ. 3,5 – 6).
Έξαλλου ή εξάρτηση του σωτηριώδους έργου της Εκκλησίας από την άπολυτοποίηση του γράμματος, δηλ. της άνυψώσεως σε υπεραξία του μεταφρασμένου λόγου των ιερών κειμένων της Θ. Λατρείας της, δείχνει εκκλησιαστική αποθέωση του διανοητισμοϋ. Σέ μια τέτοια περίπτωση δικαιώνει μια από τις πιο λανθάνουσες καί ύπουλες νευρώσεις μέσα στο χώρο της εκκλησιαστικής ζωής την άπολυτοποίηση της χριστιανικής θεωρητικής γνώσεως σε βάρος του βιώματος καί της χάριτος!
Αναμφιβόλως θα ήταν ευχής έργον ή δυνατότητα της προσφοράς του λυτρωτικού μηνύματος της Εκκλησίας με τρόπο σύστοιχο προς τη μορφωτική κατάρτιση όλου του πληρώματος της, με γλωσσικό όργανο ευθυγραμμισμένο με το πλέον ολιγογράμματο μέλος του, αλλά εάν στην πρόσληψη του μυστηρίου της σωτηρίας μας, «το πνεύμα εστί το ζωοποιοϋν», τότε, το σε κάποιο πολύ σχετικό μέτρο υπαρκτό πρόβλημα της νοηματικής προσεγγίσεως στα ιερά κείμενα της Θ. Λατρείας μας, μηδενίζεται με τον πρώτιστο καί απολύτως αναγκαίο όρο της σωτηρίας μας• τη συνεπή εφαρμογή του θελήματος του Θεοϋ! Διότι είναι βεβαιωμένο από την πνευματική εμπειρία των αγίων μας, ότι, όπου πληρώνεται ό όρος αυτός της σωτηρίας μας, ό φωτισμός του άγ. Πνεύματος είναι ή άμεσώτερη ευλογία στην ψυχή του αγωνιζομένου χριστιανού ανθρώπου.
Είναι χαρακτηριστικό εν προκειμένη ότι, κατά την ήμερα της Πεντηκοστής, οί ακροατές του απ. Πέτρου, δεν του έζήτησαν ερμηνευτικές εξηγήσεις σε όσα τους εξέθεσε, αλλά του έθεσαν ευθέως το βασικό ερώτημα της σωτηρίας• «τί ποιήσομεν, άνδρες αδελφοί;» (Πράξ. 2,37}.
Οπωσδήποτε όμως το γλωσσικό αυτό πρόβλημα στη Θ. Λατρεία, πού έρχεται καί πάλι στην επικαιρότητα, με επίσημες εξαγγελίες, δείχνει φυγή της Εκκλησίας από την ποιμαντική της αυτοσυνειδησία, αφού ό πρώτιστος παράγων λυτρωτικής επιδράσεως επί του κόσμου είναι πάντοτε αυτός ό ίδιος ό ποιμένας, δηλ. ή προσωπική σχέση του με το ποίμνιο του.
Αυτό δείχνει τουλάχιστον ό καταστατικός ποιμαντικός λόγος του Κυρίου «Ό ποιμήν ό καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων… και τα πρόβατα της φωνής αυτού ακούει, και τα ίδια πρόβατα καλεί κατ’ όνομα καί εξάγει αυτά… καί τα πρόβατα αυτού ακολουθεί, ότι οϊδασι την φωνήν αυτού» (Ίωάν. 10,1 -14).
Αυτή ή σχέση του ποιμένα με το ποίμνιο του είναι το Α καί το Ω της ποιμαντικής του διακονίας καί άρα το μοναδικώς αναγκαίο, για την ουσιαστική προσφορά του λυτρωτικού μηνύματος της Εκκλησίας στο χριστεπώνυμο πλήρωμα της αλλά καί στον κόσμο γενικώς.
Έξαλλου τη μέθοδο της λειτουργίας αυτής της σχέσεως την βλέπουμε έξεικονιζομένη στη συνάντηση του διακόνου Φιλίππου με τον αίθίοπα ευνούχο άρχοντα της βασιλίσσης των Αιθιόπων. Όταν ό Φίλιππος γαντζώθηκε στο άρμα του αίθίοπος άρχοντος καί τον άκουσε να διαβάζη τον προφήτη Ήσαία. τον ερώτησε” καταλαβαίνεις αυτά πού διαβάζεις; Καί εκείνος του απήντησε ευλόγα1 πώς θα μπορούσα να τα καταλάβω μόνος μου, εάν δεν με βοηθήση κάποιος;


Σ’ αυτή ακριβώς την περίπτωση ό Φίλιππος δεν του έδωσε μετάφραση του κειμένου του προφήτη Ήσαία, αλλά, άφοϋ ανέβηκε στο άρμα καί έκάθισε δίπλα του, «άνοίξας το στόμα αυτού καί άρξάμενος από της γραφής ταύτης εύηγγελίσατο αύτώ τον Ίησοϋν» (Πράξ. 8,26).
Είναι ϊσως καιρός να άντιληφθή για μια ακόμη φορά, ό εκκλησιαστικός ποιμένας, ότι ή ποιμαντική του αυτοσυνειδησία πρέπει να είναι ή φωνή του άγ. Πνεύματος στην καρδία του καί αυτή τη φωνή του άγ. Πνεύματος πρέπει να κάνη δική του γλώσσα («ου γράμματος αλλά πνεύματος») για να «λαλή» καί εκείνος τα ρήματα του Κυρίου, πού κατά τη διαβεβαίωση Του, «πνεύμα εστί καί ζωή εστίν» (Ίωάν. 6,63).
Στήν περίπτωση πού ό εκκλησιαστικός ποιμένας λαλεί τη γλώσσα του άγ. Πνεύματος, τότε, «όταν τα ίδια πρόβατα έκβάλη, έμπροσθεν αυτών πορεύεται, καί τα πρόβατα αύτώ ακολουθεί, ότι οί’δασι την φωνήν αυτού»! Γνωρίζω τη γλώσσα του!
Αντίθετα” «Άλλοτρίω δε ου μη άκολουθήσωσιν, αλλά ψεύξονται απ’ αυτού, ότι ουκ οϊδασι των αλλότριων την φωνήν»!
Πάντοτε, ιδιαίτερα όμως σε κάθε δύσκολη περίοδο της ζωής της Εκκλησίας, ό ποιμένας της πρέπει να λαλή γλώσσα άγιοπνευματικού φωτισμού! Το μπέρδεμα της γλώσσας της Εκκλησίας με τη γλώσσα του κόσμου συγχέει καί ταράσσει την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία του προβάτου. Καί τότε ζητάει… μετάφραση του έκκοσμικευμένου μηνύματος της Εκκλησίας, διότι δεν «γινώσκει ά άναγινώσκει» στο μήνυμα αυτό!
Καί τότε ακριβώς υπάρχει ό κίνδυνος, πού επισημαίνει ό κυ
ριαρχικός λόγος• να μην ακόλουθη το πρόβατο τον ποιμένα,
αλλά να φεύγη μακριά από αυτόν…!
του ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΟΡΝΑΡΑΚΗ
καθηγητού πανεπιστημίου
πηγή-περιοδικό ”Πειραική Εκκλησιά”
Πηγή:http://proskynitis.blogspot.com

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Ντοστογιέβσκη: Η μετάλλαξη των πεποιθήσεων

Ντοστογιέβσκη: Η μετάλλαξη των πεποιθήσεων

Συγγραφέας: kantonopou στις 9th Δεκεμβρίου 2013
«Στην Σιβηρία η τέραστια εσωτερική διεργασία του συγγραφέα, από τον οποίο στέρησαν την πένα και το χαρτί, ούτε για μια στιγμή δεν σταμάτησε. Αργά, πολυ αργά, όλες οι πρώτες ιδεολογικές προτιμήσεις υποβάλλονταν σε μια αυστηρή επανεκτίμηση. Υπό τον ήχο των τραγουδιών των συλληφθέντων και την κλαγγή των αλυσίδων διεξαγόταν η βαθιά επανεξέταση από το πρώην μέλος του κύκλου του Πετρασέφσκι όλων των πεποιθήσεων της νιότης. «Θα μου ήταν πολύ δύσκολο να διηγηθώ την ιστορία αναγέννησης των πεποιθήσεων μου», έγραψε το 1783 ο Ντοστογιέβσκη, έχοντας υπόψη του την μετάβαση από τον ουτοπιστικό σοσιαλισμό της δεκαετίας του 1840 στις πεποιθήσεις της περιόδου μετά την αποφυλάκιση του από το κάτεργο.Παρ’όλα αυτά όμως άφησε ορισμένες αυθεντικές υποδείξεις για τον μελλοντικό ερευνητή της ζωής του. Γνωρίζουμε, σύμφωνα με τις προσωπικές του παραδοχές, ότι κατά την διάρκεια των τεσσάρων ετών εγκλεισμού του στην φυλακή του Όμσκ, επανεξέτασε όλη την προηγούμενη ζωή του, υπέβαλε τον εαυτό του στην δοκιμασία της αυστηρής κρίσης και ριζικά αναθεώρησε την προηγούμενη κοσμοθεωρία του. Την διαδικασία αυτή θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε ως δίκη κατά του εαυτού του σε συνθήκες υπόγειες, σε πλήρη αποξένωση από την κοινωνία, σε πλήρη πνευματική μοναξιά. Σύντομα έγραψε:
«Μόνος πνευματικά, επανεξέτασα όλη την προηγούμενη ζωή μου, εξέτασα ακόμη και την παραμικρή λεπτομέρεια, σκέφτηκα καλά το παρελθόν μου, έκρινα τον εαυτό μου ανελέητα και αυστηρά, και μάλιστα ορισμένες στιγμές ευγνωμονούσα την μοίρα επειδή μου χάρισε αυτή την μοναξιά, δίχως την οποία δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αυτή η δική του εαυτού μου, ούτε και η αναθεώρηση της προηγούμενης ζωής μου». 
Ιδιαίτερα δύσκολα βίωσε ο συγγραφέας την αλλοτρίωση από το λαό, έτσι όπως την έζησε στο κάτεργο. Αυτή έπρεπε να ξεπεραστεί οπωσδήποτε. Την αναγκαιότητα αυτή την συνειδητοποίησε όχι απλά ο κατάδικος δεύτερης κατηγορίας, αλλά ο συγγραφέας του Φτωχό-κοσμου. Ο Ντοστογιέβσκη αντιλήφθηκε ότι θα μπορούσε να πετύχει τον στόχο του μέσω της άρνησης των σοσιαλιστικών του πεποιθήσεων, οι οποίες τώρα πλέουν του φαίνονται αντιλαϊκές, κοσμοπολίτικες και μή ρώσικες. Πίστεψε πως οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις των δουλοπάροικων χωρικών και η Ορθόδοξη λατρεία που ακολουθούσαν αποκαλύπτουν στον χθεσινό οπαδό του Φουριέ τον μοναδικό δρόμο πρός τις λαϊκές ρίζες, δηλαδή προς την πρώιμη κοσμοαντίληψη του Ντοστογιέβσκη-πρός τις παραδόσεις της αρχαίας Μόσχας, πρός το «γόνιμο έδαφος», πρός τις πατριαρχικές δοξασίες της οικογένειας του-«πρός όλα εκείνα που ήταν ρωσικά κι ευλογημένα». [...]
«Οι σκέψεις και οι πεποιθήσεις αλλάζουν, αλλάζει ολόκληρος ο άνθρωπος», έγραφε ο Ντοστογιέβσκη στις 24 Μαρτίου 1856. Στα λόγια αυτά ακούγεται η θλίψη. Είναι ο πόνος του αποχωρισμού από τις πεποιθήσεις της νιότης, από την πίστη στην απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τα δεσμά του αυταρχικού παρελθόντος, και από την ευγενική αντίληψη για τον προορισμό του καλλιτέχνη-να καλεί και να οδηγεί τις γενιές στην αναμόρφωση του κόσμου, στην αλήθεια και τη δικαιοσύνη. Ο δρόμος της επιστροφής στο παρελθόν έκλεισε οριστικά. Υπήρχε μόνο η νέα αναγκαιότητα οικοδόμησης καινούργιων ιδανικών, και για τους ανθρώπους της πνευματικής ιδιοσυγκρασίας του Ντοστογιέβσκη αυτό σήμαινε: ιδανικά αντίθετα με τα προηγούμενα. Με την συνήθη ανελέητη ειλικρίνεια του παραδέχτηκε ότι άλλαξε τις προηγούμενες πεποιθήσεις του (στην επιστολή πρός τον Α.Ν.Μάικοφ από 2/8/1868). Αποτέλεσμα των προβληματισμών του στο κάτεργο ήταν και η επιστολή του Ντοστογιέβκση πρός την σύζυγο του Δεκεμβριστή Ν. Ντ. Φονβίζιν αμέσως μετά την αποφυλάκιση του:
«Θα σας μιλήσω για μένα, λέγοντας πως είμαι παιδί του αιώνα μου, παιδί της αθεϊας και της αμφισβήτησης μέχρι σήμερα και μάλιστα (αυτό το γνωρίζω καλά) μέχρι τον τάφο. Πόσα τρομερά βάσανα άξιζε και αξίζει αυτή η δίψα μου για πίστη, η οποία τώρα πια ολοένα και μεγαλώνει μέσα στην ψυχή μου, ολοένα, και με οδηγεί σε αντίθετα συμπεράσματα». [...]
Τίθεται το ερώτημα: πότε βίωσε την θρησκευτική του κρίση;
Θέλουμε να πιστεύουμε ότι για τον Ντοστογιέβσκη η κρίσιμη στιγμή ήταν η θανατική καταδίκη της 22 Δεκεμβρίου 1849. Ήταν μια πλήρης εσωτερική ανατροπή, για την οποία ο ίδιος έγραψε πολλές φορές. «Εκείνο το κεφάλι το οποίο το οποίο δημιουργούσε, ζούσε την ανώτερη ζωή της τέχνης, το οποίο συνειδητοποιούσε και ικανοποιούσε τις ανώτερες ανάγκες του πνεύματος, εκείνο το κεφάλι έχει ήδη κοπεί από τους ώμους μου», ανακοίνωνε στον αδελφό του την ημέρα της εικονικής εκτέλεσης. Μετά από είκοσι χρόνια, περιγράφοντας αυτή την τελετή, θυμόταν το σταυρό, τον οποίο συχνά και μάλιστα «ανά πάσα στιγμή» έφερνε στα χείλη του ο ιερέας, ο μελλοθάνατος «βιαζόταν να τον φιλήσει, σαν να ήθελε να έχει κάτι εφεδρικό, κάτι, όπως λέμε, για καλό και για κακό. Αμφιβάλλω όμως αν τη στιγμή εκείνη ένιωθε κάποιο βαθύτερο θρησκευτικό συναίσθημα». Η στιγμή μιας τέτοιας τρομερής δοκιμασίας της πίστης άλλαξε τον Ντοστογιέβσκη. [...] Στις 23 Ιανουαρίου 1854 τελείωσε η ποινή των καταναγκαστικών έργων του Ντοστογιέβσκη. Τον Φεβρουάριο θα άφηνε πίσω του για πάντα το κάτεργο του Όμσκ».
Ντοστογιέβσκη-Βιογραφία
Εκδόσεις «Αρμός»

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι – Επιστολή προς Φονβίζιν

Συγγραφέας: kantonopou στις 30th Νοεμβρίου 2013

«…Δεν ξέρω, αλλά μαντεύω από το γράμμα σας ότι επιστρέψατε στην πατρίδα με κάποια θλίψι. Αυτό το καταλαβαίνω. Σκέφθηκα μερικές φορές ότι αν κάποτε επέστρεφα στην πατρίδα μου, θα ένοιωθα μεγάλη οδύνη και χαρά. Δεν έζησα την ζωή σας και αγνοώ γι’ αυτήν πολλά πράγματα, όπως κάθε άνθρωπος για την ζωή τού άλλου.
Αλλ’ η ανθρώπινη ευαισθησία είναι κοινή σε όλους και φρονώ ότι, επιστρέφοντας στην πατρίδα του ο κάθε εξόριστος, πρέπει να ζήση εκ νέου, μέσα στην μνήμη του, όλη του την παρελθούσα δυστυχία. Αυτό μοιάζει με μια ζυγαριά, με την οποία ζυγίζομε και γνωρίζομε το αληθινό βάρος όλων όσων υποφέραμε, ανεχθήκαμε, χάσαμε και μάθαμε από τους άλλους. Αλλ’ είθε ο Θεός να σας χαρίζειμακροημέρευσι.
Άκουσα από πολλούς ότι είστε πολύ πιστός. Όχι επειδή είστε πιστός, αλλ’ επειδή εγώ έζησα κι εδοκίμασα όσα θα σας πω σε παρόμοιες στιγμές, διψάμε για πίστι σαν το “ξερό χορτάρι”. Κι εν τέλει την βρίσκομε, επειδή η αλήθεια γίνεται φανερή μέσα στην δυστυχία.
Για μένα, έχω να πω ότι είμαι παιδί του αιώνος μου, τέκνο της αμαρτίας και της αμφιβολίας. Έτσι είμαι τώρα κι έτσι θα είμαι, (το ξέρω), μέχρι τον τάφο. Τι φρικτά βάσανα μού στοίχισε, και μου στοιχίζει ακόμη σήμερα, αυτή η δίψα για πίστι, που είναι τόσο έντονη μέσα στην ψυχή μου, όσο υπάρχουν μέσα μου ενάντια επιχειρήματα.
Εν τούτοις, ο Θεός μού χαρίζει στιγμές όπου είμαιολότελα γαλήνιος. Εκείνες τις στιγμές αγαπώ και νοιώθω ότι αγαπιέμαι από τους άλλους. Και αυτές τις στιγμές ακριβώς εσχημάτισα μέσα μου ένα πιστεύω, όπου όλα είναι φωτεινά και ιερά για μένα.
Αυτό το πιστεύω είναι απλό: Πιστεύω ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο όμορφο, πιο βαθύ, πιο συμπαθητικό, πιο λογικό, πιο ζωντανό και τέλειο από τον Χριστό. Και λέω στον εαυτό μου, με ζηλόφθονη αγάπη, όχι μόνο ότι δεν υπάρχει τίποτε, αλλ’ ότι δεν μπορεί να υπάρχη.
Επί πλέον, αν κάποιος μου απεδείκνυε ότι ο Χριστός δεν ταυτίζεται με την αλήθεια κι ότι, στην πραγματικότητα, η αλήθεια είναι εκτός Χριστού, θα προτιμούσα τότε να παραμείνω με τον Χριστό, παρά να πάω με την αλήθεια…».
 * Η επιστολή γράφτηκε το 1854