Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2018

Όταν ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου Γέροντας Γρηγόριος συνάντησε τον παπα-Τύχωνα τον Ρώσο στο κελλί του


gerontasgrigorios
Ὡρισμένοι ἄνθρωποι εἶναι μόνον νὰ τοὺς βλέπουμε, ἀλλὰ να μὴν τοὺς ἀκοῦμε. Καὶ ἄλλοι μόνον νὰ τοὺς ἀκοῦμε, ἀλλὰ νὰ μὴν τοὺς βλέπουμε.
Σπάνιοι αὐτοὶ ποὺ συνδυάζουν καὶ τὰ δυό: καὶ νὰ τοὺς βλέπουμε καὶ νὰ τοὺς ἀκοῦμε. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ μακαριστὸς Γέροντας Τύχων ὁ Ῥῶσος.
Ἦταν σχετικὰ ὑψίκορμος ἄνδρας, μὲ μακριὰ γενειάδα, ποὺ τὴν εἶχε πάντοτε δεμένη κόμπο, γιὰ νὰ εἶναι πιὸ ἄνετος στὴν διακονία, καὶ δασιὰ φρύδια, ποὺ τοῦ σκέπαζαν τὸ ἥμισυ τῶν μεγάλων του ὀφθαλμῶν.
Στὶς ἀρχὲς Ἰουλίου τοῦ 1967 ἔνας ταπεινὸς λευΐτης μᾶς ὡδήγησε στὴν Καλύβα τοῦ Γέροντος Τύχωνος. Ἦταν τὸ Κελλί του ἀληθινὸ ἀσκητήριο, κρυμμένο μέσα στὰ ἀδιαπέραστα δάση καὶ φυλλώματα τοῦ κατάσκιου Ἁγίου Ὄρους.
Προσιτὸ μόνο σ’ αὐτοὺς ποὺ γνώριζαν. Ἤτανε στὴν κυριολεξία Καλύβα ἀπέριττη, ποὺ ἔδειχνε περισσότερο ἐρειπωμένη παρὰ κατοικημένη.

Κρούσαμε τὴν θύρα βαστάζοντας τὴν ἀναπνοή μας. «Τί λογῆς ἀσκητὴς εἶναι αὐτός, ποὺ ἔπρεπε νὰ διανύσουμε τόσο δρόμο, γιὰ νὰ πάρουμε τὴν εὐχή του;»
Ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ φάνηκε μία μεγαλοπρεπὴς μορφὴ τῶν παλαιῶν καιρῶν. Μᾶς ὑποδέχθηκε μέσα σὲ χίλια «δόξα τῷ Θεῷ», χωρὶς νὰ φανῆ ἐνοχλημένος, ποὺ τοῦ χαλάσαμε τὴν ἡσυχία ἢ τοῦ διακόψαμε τὴν προσευχή.
Μᾶς ὡδήγησε στὴν μικρή του ἐκκλησία ψάλλοντας τὸ«Ἄξιόν Ἐστι». Φόρεσε τὸ τριμμένο του καὶ ὄχι ἰδιαίτερα καθαρὸ πετραχήλι. Ἔκανε δέηση ζητώντας τὰ ὀνόματά μας νὰ τὰ μνημονεύσει. Δεσποτικῆς ὑποδοχῆς ἀξιωθήκαμε! Ἀλλά, ὅλα αὐτὰ ἁπλᾶ καὶ ἀπροσποίητα, ὄπως ὑπαγορεύει ἡ ἀληθινὴ ἁγιότητα.
Τέτοια πανέμορφη ὑποδοχὴ μὲ ἀπέραντη ἀγαπητικὴ διάθεση δὲν ξαναγνώρισα στὸ πέρασμα τῆς βιοτῆς μου. Τίποτα δὲν σκέπτεσαι αὐτὴν στιγμή. Μόνον μένεις μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα.
Μετά, μᾶς ὡδήγησε ἔξω ἀπὸ τὴν κέλλα του, στὸ ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι. Ἐκεῖ ὑπῆρχε μικρὴ πέτρινη σκάλα. Καθίσαμε. Πήραμε θέση ἀκροατοῦ καὶ ὁ Γέροντας ὄρθιος ἐφθέγγετο τῶν Πατέρων τοὺς λόγους.
Δὲν προτιμοῦσε δικές του διηγήσεις, ἀποκαλύψεις καὶ ὁράματα. Ὁ λόγος του ἤτανε καθαρὰ πατερικός, εὐαγγελικός· θύμιζε παχωμιανὴ διδασκαλία. Προτιμοῦσε τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, τὸν ὁποῖο διάβαζε καὶ μελετοῦσε στὰ Καρούλια 17 χρόνια, ὅπως ἔλεγε.
Μάλιστα ἐλυπεῖτο ποὺ δὲν εἶχε ἀνθρώπους νὰ τοὺς μεταδώσει αὐτὰ ποὺ πραγματικὰ ἐνστερνίσθηκε καὶ ἀφομοίωσε σὰν στερεὰ τροφή. Κάποιος ἀπὸ μᾶς τοῦ ζήτησε διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου.
Ὁ προσγειωμένος στὴν πραγματικότητα Γέροντας ἀπήντησε εὐγενικά:
-Ἐσεῖς στὸν κόσμο τὴν χρυσοστομικὴ διδασκαλία νὰ χρησιμοποιῆτε. Ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς μοναχούς.
Ὁ Γέροντας Τύχωνας εἶχε τὴν μεγίστη τῶν ἀρετῶν, τὴν διάκριση. Ἔλεγε:
-Δὲν θὰ βάλω τὸ ἴδιο φορτίο στὸν ἵππο καὶ στὸ γαϊδουράκι· θὰ τὸ ξεκάνω γρήγορα.
Οὔτε περὶ νοερᾶς ἀθλήσεως ἔκανε βιτρίνα. Ἡ δική του προθήκη εἶχε μόνον, γιὰ μᾶς τοῦ κόσμου, τὴν χρυσοστομικὴ διδαχὴ καὶ παράκληση. Ὁ Γερο-Τύχων ἤτανε Γέροντας ἀληθινός. Ἔφεγγε σὲ ἕναν καὶ φώτιζε πολλούς.
Ἀφοῦ εἴδαμε πὼς δὲν παρασύρεται ὁ γέρος στὶς δικές μας ἄκαρπες καὶ ἀτυχεῖς ἀπογειώσεις, ποὺ ἤτανε πλήρεις φιλοδοξίας καὶ ἐξωπραγματικότητας, τὸν ῥωτήσαμε γιὰ τὴν νέκρωση τῆς σάρκας, ποὺ ἤτανε τὸ πιὸ καυτὸ πρόβλημά μας.
Ὁ Γέρων σὰν νὰ χάρηκε ποὺ τοῦ ζητήσαμε κάτι προσγειωμένο καὶ μίλησε μὲ πολὺ ὅμορφο τρόπο, σὰν νὰ ἦταν ὁ ἴδιος δεκαοκτάχρονο παλληκάρι καὶ πάλευε μὲ τὴν ἀδυσώπητοι σάρκα του:
-Ἡ σάρκα, ὅσο θάλλει, ἀπὸ τὶς παχυντικὲς τροφὲς καὶ τὴν ἀνάπαυση, ζητᾶ ὄχι ἁπλῶς τὴν μερίδα της, ἀλλὰ ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο νὰ καταβροχθίσει καὶ χορτασμὸ δὲν ἔχει. Ταπείνωσε τὴν σάρκα σου μὲ κόπους καὶ νηστεῖες, καὶ γυναίκα δὲν θὰ θέλει καὶ γλυκὸ παράδεισο θὰ κληρονομήσεις.
(Ἐμεῖς, στρουμπουλοὶ καὶ ἀφρᾶτοι ἀπὸ τῆς μεγαλούπολης τὴν τρυφή, νιώσαμε ντροπιασμένοι. Δὲν ξέραμε ποῦ νὰ κρύψουμε τὰ ἄσπρα πρόσωπα καὶ τὰ ῥοδοκόκκινα μάγουλά μας.)
Εἶπε ὁ Γέροντας πολλά. Δὲν τὰ βάσταξε ὁ νοῦς μου, ἀλλ’ ἡ καρδιά μου τὰ κράτησε φυλακτικὸ κατὰ τῶν δαιμόνων.
Κάποια στιγμὴ εἶπε στὸν παπᾶ νὰ φτιάξει καφέ, κάτι νὰ προσφέρει στοὺς ξένους. Ψωμὶ δὲν φαίνεται νὰ ὑπῆρχε. Κάποιες φέτες εἶχε ἁπλώσει στὸν ἥλιο νὰ γίνουν παξιμάδι, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὲς τὸ περισσότερο τὸ ἔπαιρναν τὰ μυρμήγκια.
Ὅταν τοῦ εἶπα:
-Τὰ μυρμήγκια θὰ πάρουν τὸ ψωμι.
Μοῦ ἀπήντησε:
-Θὰ μείνει καὶ γιὰ μένα. Ὅσο εἶναι τρυφερό, τὸ παίρνουν. Ὅταν ξηρανθῆ ἀπὸ τὸν ἥλιο, θὰ τὸ ἀφήσουν.
Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ παπᾶς πῆγε νὰ πλύνει τὰ «φλιτζάνια τῆς Βοημίας»
-μερικὰ τενεκάκια ἀπὸ γάλα, γεμᾶτα κατακάθια ἀπὸ καφὲ ποὺ εἶχε προσφέρει κάποια ἄλλη φορά.
-Ἄφησέ τα, Πάτερ μου· αὐτὰ εἶναι κοσμικά. Βάλε τὸν καφὲ νὰ πιοῦνε οἱ ἄνθρωποι.
Θαύμασα πόσο βαθιὰ μπῆκε στὴν καρδιά μου τὸ ἐρευνητικό του βλέμμα. Ἐγώ, πράγματι, εἶχα δεῖ μὲ ἀπόλυτη ἀποστροφὴ τὰ κεσεδάκια τοῦ Γέροντα.
Σκέφθηκα νὰ τὸν ξεγελάσω καὶ νὰ ῥίξω τὸν καφὲ στὸ πεζούλι, ἀλλὰ ποῦ νὰ γλιτώσω ἀπὸ τὴν ματιά του. Τὸν ἤπια καὶ μαθήτευσα στὴν ἁπλότητα τοῦ ἀσκητοῦ μιὰ γιὰ πάντα.
«Μὴν αὐτοεμπαίζεσαι», εἶπα στὸν ἑαυτό μου, «δὲν μπορεῖς νὰ γίνεις ἀσκητής. Στὸ Κοινόβιο καὶ πολὺ θὰ σοῦ εἶναι.»
Ἕνας ἄλλος ἀδελφός, μὲ δική μας παρότρυνση, διακριτικὰ προσπαθοῦσε νὰ τὸν φωτογραφίσει.
-Ἄστο παιδί μου, αὐτὸ τὸ κουτί, καὶ ἄκου τοῦ Χρυσοστόμου τὰ λόγια. Καθόλου δὲν εἶναι δικά μου.
Ὁ Γέροντας ζοῦσε πολὺ ὑστερημένα, ὅπως ἄκουσα ἀπὸ μαθητή μου. Ἔβραζε νερὸ καὶ βουτοῦσε τὸ ψαροκόκκαλο τῆς ῥέγγας δύο-τρεῖς φορὲς καὶ ἔφτιαχνε «ψαρόσουπα» τὶς μεγάλες μέρες τῶν ἑορτῶν.
Τὸ ξύλινο κρεββάτι του ἤτανε γυρτό, σκέτη κατρακύλα. Μόλις τὸν ἔπαιρνε ὁ ὕπνος, κυλοῦσε καὶ ἔπεφτε. Λειτουργοῦσε κάθε μέρα καὶ μάλιστα σὲ περίοδο χειμῶνα τὸ ῥιψοκινδύνευε καὶ ἄρχιζε μόνος του, προτοῦ φθάσει κάποιος ψάλτης.
Κάποτε, ὁ ἐπίσκοπος Λένιγκραντ Νικόδημος τὸν ἐπεσκέφθηκε καὶ γονάτισε νὰ τὸν εὐλογήσει. Τοῦ εἶπε: «Σήκω ἐπάνω· εἶσαι δεσπότης».
Πάντα ζοῦσε ἔξω ἀπὸ κάθε ἄνεση καὶ γνωριμία τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ. Τὸ δειλινὸ ἔπαιρνε τὸ κομποσχοίνι  καὶ ἔφερνε ἄπειρες βόλτες στὸν κήπό του, λέγοντας τὴν εὐχὴ στὰ ῥωσικά. Μόνον τὸ«ἐλέησόν με» ἀκουγόταν ὑπόκωφα.
Φεύγαμε καὶ ὅλοι ἐπαναλαμβάναμε τὸν φθόγγο του τὸν ἱερό:«Ταπείνωσε τὴν σάρκα, γιὰ νὰ ἔχεις γλυκὸ Παράδεισο»
ΠΗΓΗ:  «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»
του Γέροντα Γρηγορίου Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου. (Έκδοση Ι.Μ.Δοχειαρίου.Άγιο Όρος 2010.)
Πηγή: ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ 
oikohouse.wordpress.com

Όταν ο Ηγούμενος της Ι.Μ. Δοχειαρίου Γέροντας Γρηγόριος συνάντησε τον παπα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη


Αποτέλεσμα εικόνας για γεροντας γρηγοριος Î´Î¿Ï‡ÎµÎ¹Î±ÏÎ¹Î¿Ï…Ο ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ ΠΑΤΗΡ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΥΜΑΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΠΑ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΝ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗ.

Ό τραχύς στην γλώσσα καί τρυφερός στους τρόπους
Τό 1967, με τις ευλογίες του γέροντα Άμφιλοχίου του Πατμίου, τρεις αδελφοί έπισκεφθήκαμε το Αγιον ’Όρος. Μια παλιά γνωριμία μάς έφερε στην κέλλα του μοναχού Παϊσίου. Του ζητήσαμε να μάς υπόδειξη κάποιους πνευματικούς ανθρώπους να ακροασθούμε λόγον αγαθόν. Αποκρίθηκε:
– Ό λόγος πού βρισκόμαστε σ’ αυτήν την έρημο είναι ή ησυχία καί ή αφάνεια.
Αλήθεια είναι πώς δεν είχε αρχίσει ακόμη ό αλληλοθαυμασμός μεταξύ των Γεροντάδων, πού είναι καθαρό προϊόν ευσεβισμού: «Εκεί υπάρχει λύκος· μη περάσεις. Πιο ’κει βόσκουν πρόβατα· πλησίασε άφοβα». Έτσι, έμπασαν οί κελλιώτες Γεροντάδες μοναχούς σε μοναστήρια πού δεν πλησίαζε άνθρωπος.
Άπό άλλον νεώτερο μοναχό πληροφορηθήκαμε πώς στα Κατουνάκια υπάρχει ιερομόναχος πού κάνει τον αγώνα του, χωρίς να γίνεται καθόλου λόγος για προορατικά, προφητικά καί θαυματουργικά χαρίσματα. Καλογερικές κουβέντες: «Αγωνίζεται».
Ψάχνοντας τον Έφραίμ, βρεθήκαμε στά Κατουνάκια. Ή αδελφότητα των Δανιηλαίων είναι άπό παλιά ένα καλό στέκι, γιά νά φέρη κανείς γυροβολιά τήν «έρημο», όπως χαρακτηρίζονται εκείνα τα βραχώδη τόπια του ’Άθωνα. Στην συνοδία αυτήν ό μετά τον Γέροντα πατήρ Μόδεστος ξεχώριζε για τό ιλαρόν του προσώπου, τήν ακακία του τρόπου του καί τήν απλότητα τής καρδιάς. Αργότερα, πού έγινε Γέροντας του Κελιού, αυτά έγιναν εμφανή και επίσημα στολίδια στο πρόσωπο του πατρός Μοδέστου. Ήταν καί αυτός γνήσιο παιδί τής αθωνικής πολιτείας. Ό απλός καί ανεπιτήδευτος λόγος του ήτανε νάμα Χάριτος. Τό χέρι του τό ασπαζόσουν όπως του Χριστού καί τής Παναγίας στις άγιες εικόνες. Έφερνε καί αυτός σεβαστικά τό ψωμί στο στόμα του σαν τούς παλιούς ανθρώπους. Μειδιούσε σαν παιδί καί σοβαρευότανε σαν μεγάλος μέσα στήν ελαχιστότατα του. Μιλούσε όχι από καθέδρας, άλλ’ από τον σκίμποδα του αγιορείτου μαθητού.
Σπάνιες χάρες σήμερα. Που «γεροντισμός» στον γέροντα Μόδεστο καί «σοβαρότητα» ικανού διδασκάλου; Μιλούσε, καί ρόδιζε τό πρόσωπό του σαν ντροπαλή παιδίσκη.
«Κύριε, μη μάς στερήσεις από τήν παρουσία τους. Δίνε μας πάντα τέτοια “κάντρα”».
Κι άλλη μια συνοδεία μάς εγκαρδίωσε: του γέροντα Χριστόδουλου. Τό Κελί βρισκότανε κάτω από τούς Δανιηλαίους προς τα Καρούλια. Ό Γέροντας κι ό υποτακτικός μάς υποδέχθηκαν στήν αληθινή άετοφωλιά τους σαν παλιούς γνώριμους. Εκείνο πού άβίαστα διέκρινες ήταν ό αλληλοσεβασμός μεταξύ τους· ήταν άλλωστε καί οί δύο ήλικιωμένοι.
Ό καθένας κοίταζε να κρυφτή πίσω από τον άλλον, γι’ αύτό φαίνονταν καί οί δύο. Μόνον ό Γέροντας, χωρίς να τον διορθώνη ό υποτακτικός, συνομιλούσε, να μη χαλάση τήν ήσυχία του τόπου. Είχαμε ένα κοινό σημείο επαφής. Αυτό ήταν ό θαυμασμός μας στον όσιο Χριστόδουλο τον Λατρινό.
Μιλούσε ό Γέροντας για τον Όσιο, από τήν Λίμνη τής Εύβοιας πού καταγότανε. Καί εμείς πάλι για τον ‘Όσιο συνδιαλεγόμεθα, από τήν Πάτμο πού προερχόμαστε. Όμορφες ανοιξιάτικες συναντήσεις, πετροκότσυφες καί αηδόνια, στις βραχώδεις παρυφές του ’Άθωνα.
Τον ρωτήσαμε για τους «ζηλωτές». Απήντησε ευθέως:
-Εμείς, παιδί μου, είμαστε αγράμματοι άνθρωποι. Τό έργο τής ζωής μας είναι ή προσευχή καί ή λατρεία. Ή ευθύνη είναι των κρατούντων στην Εκκλησία καί των μορφωμένων κληρικών καί λαϊκών. Εμείς ακολουθούμε την Εκκλησία. Ακούμε πολλά. Σφίγγεται ή καρδιά μας. Ό Θεός νά μάς έλεήση.
Αποτέλεσμα εικόνας για εφραιμ κατουνακιωτης
Αύτή ήταν ή μία πλευρά τών Κατουνακίων. Στην άλλη φθάσαμε, όταν οί καυτές ακτίνες του ήλιου -ήταν τέλος του μήνα θεριστή- έγλειφαν τις τελευταίες νοστιμιές τών βράχων. Προχωρημένο απόβραδο φθάσαμε στήν καλύβα του Όσιου Έφραίμ. Μέσα σέ θαμπό φώς διεκρίνετο ή φιγούρα του Γέροντα. Υψίκορμος καί δεμένος όπως ήτανε φάνταζε σαν γερασμένος κορμός πλατάνου. Αργότερα μου διηγείτο:
-Καί τις τέσσερις πεζούλες του κήπου μας τις έσκαβα μόνος μου μέ τό δικέλλι. Τώρα προτείνω στους υποτακτικούς να πιάση ό καθένας από μιά πεζούλα να σκάψη καί μου καμώνονται πώς δέν μπορούνε (άλλος έχει τήν μέση του, άλλος τά χέρια του) καί ζητάνε φρέζα.
-Παιδιά μου, ή μηχανή θά καταστρέψη τήν ήσυχία του τόπου.
– Όχι, Γέροντα· να πάρουμε φρέζα.
-Έ, πάρτε καί χέζα να ήσυχάσετε.
Ό παπα-Έφραίμ εκείνα τά χρόνια δέν ήταν όνομα μεγάλο στον ’Άθωνα. Κάποιοι δειλά-δειλά σιγοψιθύριζαν γιά τήν αξία του λόγου του. Μέχρι καί τό ’78, πού ζητήσαμε από
γείτονά του να μάς δείξη τό μονοπάτι πού οδηγεί στήν κέλλα του, μάς είπε:
-Έχω ακούσει πώς έχει καλή διδαχή καί έχω λογισμό να τον έπισκεφθώ.
Ό Γέρων εκείνο τό ευλογημένο βράδυ μάς υποδέθηκε μέ περισσή καταδεκτικότητα. Μάς οδήγησε στην εκκλησία καί ξοπίσω του ακολουθούσε γέροντας ξυπόλυτος, πού φαινόταν τα γηρατειά να του σκόρπισαν τον νου καί είχε απόλυτη εξάρτηση από τον παπα-Έφραίμ. ‘Όταν του συστηθήκαμε πώς είμαστε θεολόγοι, μάς κοίταξε μ’ ένα μειδίαμα συμπάθειας πού μάς προσγείωσε αμέσως. Βρε τί μάθαμε στο σχολειό καί τί πάθαμε στην έρημο! Ήταν φοβερό: εμείς τα είκοσιπεντάχρονα παιδαρέλια να συστηνώμαστε θεολόγοι σ’ ένα λευκασμένο Γέροντα τής έρημου! Πήραμε μάθημα δυνατό καί τό κρατώ ακόμη:
– Καλά μου παιδιά, θεολόγος είναι αυτός πού όμιλεί μέ τον Θεό καί όχι αύτός πού σπουδάζει θεολογία.
Ό γέρος μάς άφησε να επιστρέφουμε στούς Δανιηλαίους καταγοητευμένοι. Φορτίσαμε τό είναι μας από την σκηνή τής έρημου καί ήταν αλήθεια, γιατί καί αργότερα, οσάκις τον απαντήσαμε, φορτωμένοι φύγαμε από τον παπα-Έφραίμ.
Είχε μια άληθινότητα καί στον τρόπο καί στον λόγο του. Κάθε φορά πού βρισκόμουν στο Κελλί του ακουμπούσε τό ξεροδερμάτινο μάγουλό του στο δικό μου καί έλεγα καθ’ εαυτόν: «Μη παραδοξής· παίρνεις Χάρη καί δίνεις αμαρτία». Θυμόμουνα πώς ό αββάς Ζωσιμάς φίλησε την όσια Μαρία στο κατάξερο στόμα της, για να πάρη Χάρη.
‘Όταν πνευματικός του αδελφός του έμπιστεύθηκε: «Θά υπάγω στο νησί μου να αφυπνίσω τον μοναχισμό· αν δεν τό πετύχω, θά πετάξω τά ράσα», γιά χρόνια δεν μπορούσε να τό διασκεδάση.
-Επιτέλους ποιοι είμαστε, ακόμα καί τον Θεόν να απειλούμε; Είναι ασέβεια, άγιε καθηγούμενε, καί μόνον πού τό συλλογισθήκαμε, όχι να τό λέμε κιόλας.
Καί αργότερα έλεγε:
-Μέ την άξιωσύνη πού του έδωσε ό Θεός κάτι πέτυχε.
Αλλά καί ό διάβολος μερίδα μεγάλη κράτησε γιά τον έαυτό του. Ακούστηκαν πολλά καί έφυγε διωγμένος.
‘Όταν τον ρώτησα για θέματα έξομολογήσεως, μου ομολόγησε πώς εκείνος ποτέ δεν μελέτησε Κανόνες, γι’ αύτό δεν εξομολογεί.
-Τό έργο που καλλιέργησα εδώ που κάθομαι είναι ή προσυεχή.
Ρώτησα:
-Να διαλεχθώ με άλλους ήγουμένους καί Γεροντάδες;
Καί μου άποκρίθηκε:
-Ούδαμώς. Να κράτησης ότι παρέλαβες από τους γέροντες Φιλόθεο καί Άμφιλόχιο. Καί εγώ αύτά θά κρατήσω.
Ένώ ήταν άνθρωπος τής προσευχής, δίδασκε την ύπακοή:
-Γίνου πτυελοδοχείο, καθίκι του Γέροντά σου.
Άναφερόμενος στον εαυτό του, έλεγε:
-Τριάντα δύο χρόνια έκανα υποτακτικός στον γέροντα Νικηφόρο, ό όποιος «έχανε». Τον παρακαλούσα να φέρουμε με λίγες σωλήνες τό νερό στο Κελλί, γιατί «τα χρόνια πέρασαν καί δεν μπορώ να τό κουβαλώ από τόσο μακριά».
-Οχι -ο Γεροντας- αυτή είναι ή καλογερική.
Τό τρίπτυχο τής διδαχής του ήταν: « από τήν ύπακοή ή προσευχή καί άπό τήν προσευχή ή θεολογία».
-Κάποτε έργοχειροϋσα, σκάλιζα σφραγίδες, καί συγχρόνως μαγείρευα. Πέρασε ό αδελφός καί μου λέγει:
«Κοίταξε τό φαγητό». Κι ένώ βρισκόμουνα σέ ώρα Χάριτος, δεν υπάκουσα τον αδελφό. Καί την προσευχή έχασα καί τό φαγητό έκαψα. Στην ύπακοή στεκόταν ό γέροντας Έφραίμ, ώς την βάση του μονήρους βίου.
-Στον μοναχισμό τα πάντα στήν ύπακοή στηρίζονται.
Άπό ’κει αρχίζει ή πνευματική ζωή καί εκεί τελειώνει. Οί Γεροντάδες του ήταν απλοί άνθρωποι. Είχαν εργόχειρο τήν ψαρική. Παρ’ όλο πού δεν διέθεταν αυτά πού ζητούσε ό παπα-Έφραίμ, παρέμεινε στήν ύποταγή καί διακονία των Γεροντάδων, έχοντας σύμβουλο στα πνευματικά καί τον πατέρα Ιωσήφ, τον επιλεγόμενο σπηλαιώτη.
Κάποτε λογισμοί φυγής καί άπελπισίας τον κατέλαβαν. Βγήκε έξω καί κάθισε στο πίσω μέρος τού Κελιού με εμφανή τήν θλίψη στο πρόσωπο. Περαστικός μοναχός τού ρίχνει τό πεπυρωμένο βέλος τής αμφιβολίας:
-Έφραίμ, μη νομίζης πώς μόνον τό τζάκι τής καλύβας τού Όσιου Έφραίμ καπνίζει. Έχει καί άλλα τζάκια πιο φωτεινά.
Αμέσως συνήλθε άπό τον χαλασμένο λογισμό καί έπεστρεψε στήν καλύβα των πατέρων του.
Ό λόγος του ήταν πάντοτε μέσα άπό τήν προσευχή βγαλμένος καί όχι άπό ακούσματα καί άναγνώσεις. Γι’ αυτό ήταν πάντα καθαρός καί οίκοδομητικός. Ήταν λαλιά πού λάμβανε από τήν προσευχή καί όχι από τις ανεύθυνες κουβέντες των περίεργων. Κάποια φορά τον ρώτησε καθηγητής, πού έπαιρνε μέρος στούς θεολογικούς διαλόγους με τούς ετεροδόξους, αν πρέπη να συμμετέχη. Ό παπα-Έφραίμ ασυζητητί τον προέτρεψε να μη παύση να συμμετέχη, άλλα ό λόγος του να είναι σαφής καί ζωντανός, γιατί με τα μεσοβέζικα καί αυτοί μπερδεύονται καί εμείς σύγχυση λαμβάνουμε.
Τούς προσερχομένους ήκουε με πολλή προσοχή. Γιά τον παπα-Έφραίμ εκείνη τήν ώρα ύπήρχε μόνον ό συνομιλητής του στον κόσμο καί κανένας άλλος. Συνεσταλμένα του έλεγε
κάποια πράγματα, γι’ αυτό εν κατακλείδι συνιστούσε παράκληση στην Παναγία την Γοργοϋπήκοο:
-Άς αφήσουμε καί την Παναγία να μιλήσει.
Έτσι, κάθε μέρα, επιστρέφοντας τό καράβι από την Δάφνη, αποβίβαζε προσκυνητές για παράκληση στην Παναγία. Πέθανε ό παπα-Έφραίμ, τελείωσε αυτός ό τρόπος ευαγγελισμού του κόσμου. Οί σημερινοί Γεροντάδες είναι τόσο αύτάρκεις, που δεν χρειάζεται ή Παναγία! Τα γνωρίζουν όλα καί τα μπορούν όλα!
Οταν του ζήτησαν να ήγουμενεύση στην Μεγίστη Λαύρα, μετά την κοινοβιοποίηση τής Μονής, αγχώθηκε πολύ. Πίστευε βαθιά πώς οί ηγούμενοι κρατούν τό ’Όρος, είναι ή αρχή του τόπου. Οταν έβλεπε ήγούμενο, από μακριά μετάνιζε.
Θεώρησε τον εαυτό του ανάξιο καί πολύ λίγο γιά μιά τέτοια θέση. Προσευχήθηκε θερμά στην Παναγία καί πήρε πληροφορία να μείνη στην καλύβα του. Τον ρώτησα πώς εννοεί την πληροφορία καί μου απήντησε:
-Ευθύς πού είπα «όχι», ξελάφρωσα έφυγε μεγάλο βάρος από την καρδιά μου.
Ό παπα-Έφραίμ δεν παραμύθιαζε κανένα. Ούτε «είδα» ούτε «άκουσα την Παναγία».
Είχε χαρίσματα ό γέρος, χωρίς να τά κάνη σημαιάκια. Τό ’78 ζητήσαμε την μονή Δοχειαρίου. Ήταν αρνητικοί από τον Πρώτο του ’Όρους μέχρι τον πολιτικό διοικητή καί την πατριαρχική Εξαρχία. Μόνον ό παπα-Έφραίμ έλεγε:
-Ή Παναγία έσάς θέλει. Θά άργήση, αλλά θά άνοιξη ή πόρτα.
-Γέροντα, επτά αδελφότητες ζητούνε την Δοχειαρίου εμένα θά προτιμήσουνε;
-Εσένα θέλει ή Παναγία. Τό ’80 κοινοβιάσαμε στο μοναστήρι.
Οταν τα Χριστούγεννα τού ’78 συνείκασε τήν ανέχεια τού μοναστηριού αδελφός, έδειλίασε καί, πνιγμένος στους λογισμούς τής φτώχειας, έπισκέφθηκε τον παπα-Έφραίμ. Ευθύς ώς άντίκρυσε τον Γέροντα, εκείνος τον έπέπληξε:
– Όχι χρήματα, πάτερ Γαβριήλ. Τό μοναστήρι έχει τήν Παναγία. Αύτή τα καλύπτει όλα.
Σε κάποια άλλη συνάντηση είχα μαζί μου δύο δοκίμους. Σε μια στιγμή φώναξε:
-Αυτός είναι δικός σου.
Γιά τον άλλον σιώπησε. Έτσι κι έγινε. Ό ένας είναι σήμερα παπάς στο μοναστήρι κι ό άλλος έγγαμος στον κόσμο.
Πειρακτικά τού είπα:
-Γιατί χτυπάτε πόρτες πού δεν ανοίγουν στ’ αλήθεια;
Μου άποκρίθηκε:
-Και ό γείτονας να άκούση κέρδος τό έχουμε. Ποτέ δεν ζητούσε υπερβολές. ’Ήθελε όμως αύτό τό λίγο πού κάνεις να τό ενεργής κάθε μέρα. Ποτέ να μη μένης ατείχιστος από προσευχή.
Επίσης, είχε σαν πληροφορία τήν εύωδία ή τήν δυσωδία. Κάποια περίοδο άσθενείας του προθυμοποιήθηκε ίερεύς να τού λειτουργή. Στο κλείσιμο τής έβδομάδος είσήλθε στο άγιο Βήμα καί ώσφράνθηκε βρώμα αφόρητη. «Κύριε, τί έγινε; Εμένα τό Ιερό μου μοσχομύριζε». Κάλεσε τον παπά στο πετραχήλι.
-Άν έχουν έτσι τα πράγματα, γιατί βεβηλώνεις καί μαγαρίζεις τό Θυσιαστήριο;
Καί άλλη μαρτυρία: Τον ρώτησαν τί είναι ή μασονία.
-Τί να πούμε εμείς; Πάρτε τό κομποσχοίνι να μιλήσει ό Θεός. Μετά τούς πρώτους κόμπους έξήλθε βρώμα.
Καί άλλοτε σέ άλλη ερώτηση ώσφράνθηκαν εύωδία Χάριτος.
Είχε νουν Χριστου ό Γέροντας. Κάποτε πήγε στο χωριό του. Στήν γωνιά τής εκκλησιάς βρήκε πεταμένη την παλιά κολυμβήθρα, στήν οποία είχε βαπτισθή. Τήν αγκάλιασε και την τραγούδησε σάν τήν μάννα πού έσωσε από τήν απώλεια τό παιδί της. Ποιος σκέφθηκε ποτέ να τό κάνη αυτό: να άσπασθή τήν κολυμβήθρα του; Δεν ήθελε επ’ ούδενί να φεύγη ό μοναχός από τό μοναστήρι του:
-‘Όπως καί να έχουν τά πράγματα, περιχαρακώνεται με τήν έπίβλεψη του Γέροντα καί των αδελφών. Έκανε κάποιες προσευχές· μόνος του τίποτα. Ό άνθρωπος είναι όπως τά ζωντανά. Θέλει αγελαδάρη γιά να προχωρήση.
Οί κουβέντες του ήταν ωμές καί αληθινές σάν τό χωριάτικο ψωμί. Έλεγε τά πράγματα μέ τό όνομά τους, χωρίς να φοβάται να χρησιμοποιήση λέξεις πού θεωρούνται κακές.
Ήταν πολύ τίμιος μέ τον εαυτό του καί μέ ό,τι έπαγγέλλετο.
-Κάνεις πανηγύρι στο Κελλί σου, πάτερ Έφραίμ;
-Τά δικά μας τά Κελλιά λέγονται ξεροκάλυβα. Τό πρόγραμμα είναι ήσυχαστικό. Ούτε γιορτάζουμε ούτε σέ πανηγύρια πηγαίνουμε.
Δέν έβαζε μέριμνα στις γιορτές γιά ψάρια, ψάλτες καί δεσποτάδες· ούτε γιά κειμήλια καί θησαυρούς. Τό απέριττο, τό φτωχό, τό άπλό ήταν ό πλούτος τής καλύβης τού Όσιου Έφραίμ.
-Καμιά φορά στούς γείτονες Δανιηλαίους πηγαίνουμε, γιατί σ’ όλους εδώ γύρω στις δυσκολίες μάς συμπαραστέκονται.
Στήν παράκληση:
-Πές, άββά, λόγον αγαθόν.
Πάντοτε ξεκινούσε:
– Άνθρωπος αγράμματος, ξύλο άπελέκητο.
Τό «αγράμματος» τό ώμιλούσε μέ έμφαση, γιά να άκουστη καλύτερα. Τα ολίγα πού έλεγε ήταν ευαγγελικά, πατερικά.
Έμοιαζαν με την ρητίνη πού βγαίνει από τον κορμό του δένδρου Οταν τό τραυματίσης. Τίποτε δεν ήταν φερτό. Ολα ήταν πηγαία, βγαλμένα από τα βράχια των Κατουνακίων. Στούς μικρούς μοίραζε ανεμώνες, άλλα στούς μεγάλους καί έπηρμένους προσέφερε κάτι αγκάθια, πού τρυπούσαν καί τις πιο σκληρές καρδιές. Καί τό αγκάθι τό πετούσε εντελώς απρόοπτα, για να είναι αφυπνιστικό. Τήν ώρα πού θαύμαζες τον λόγο του κι έκανες σκέψεις υψηλές για τό πρόσωπό του, σου πέταγε τ’ ακόντια καί τα βέλη. Περιέφερες ερευνητικά τα μάτια, για να δεις από που έρχονται. Καί αναρωτιόσουνα: «Από τον Έφραίμ εξακοντίζονται, τον άγιο, πού εγώ τον ευλαβούμαι;». Τον κούραζε τό ήθος τών νέων μοναχών. Μέ σκυμμένο τό κεφάλι εξομολογείτο:
-Οί Γεροντάδες στήν σκεπή έχουν κρεμασμένα τα ψαρικά τους. Τριάντα χρόνια ποτέ δέν σκέφθηκα ούτε να τα κοιτάξω ούτε να τα ξεκρεμάσω. Σήμερα όλα τα έψαξαν, όλα τα κατέκτησαν. Δέν μ’ αρέσει, άλλα σιωπώ.
Ό Γέροντας είχε καί τις «επισκέψεις» τού Θεού. Οσο καί να τού στοίχιζαν, τις ύπέμενε καρτερικά. Τον γιατρό τον άκουγε όπως τό μικρό παιδί καί πειθαρχούσε στις υποδείξεις του. Ήταν καλός άσθενής. Οταν έπεσε στήν στρωμνή τής κακώσεως, δέν τον έπισκέφθηκα. Δέν άντεχα να βλέπω άετό του ’Άθωνα τυλιγμένο στήν κουβέρτα. Θέλω να πιστεύω πώς ζή, σκαλίζει σφραγίδες, λειτουργεί, προσεύχεται. Μετά τήν όσιακή του κοίμηση, άδειασαν τά Κατουνάκια…
Ό Θεός να μάς λυπηθεί, να βλαστήση ή έρημος Έφραίμ, Μόδεστο, Χριστόδουλο. Αμήν.
από το βιβλίο: ΜΟΡΦΕΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑ ΝΑ ΑΣΚΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΚΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.
http://apantaortodoxias.blogspot.com

Μητροπολίτης Βεροίας: Αυτό που κερδήθηκε με αίμα δεν μπορεί να ξεπουληθεί με το μελάνι μιας υπογραφής!



ΟΜΙΛΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΒΕΡΟΙΑΣ, ΝΑΟΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΜΠΑΝΙΑΣ
ΣΤΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
ΒΕΡΟΙΑ, 6.6.2018
Σᾶς καλωσορίζω στήν σημερινή συγκέντρωση ὅλους ἐσᾶς πού ἤρθατε ἐδῶ στή Βέροια, στήν ἱστορική αὐτή πόλη τῆς ἑλληνικῆς Μακεδονίας μας μέ τό λαμπρό παρελθόν καί τήν ὑπερδισχιλιετῆ ἱστορία.
Ὅλους ἐσᾶς πού συγκεντρωθήκατε ἐδῶ στήν Πλατεία Ὡρολογίου, λίγα μόλις μέτρα ἀπό τό σημεῖο ὅπου διατηρεῖται μέχρι σήμερα τό βῆμα ἀπό τό ὁποῖο κήρυξε γιά πρώτη φορά τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ ὁ ἀπό­στολος Παῦλος στήν ἑλληνική Βέ­ροια καί στήν ἑλληνική γλώσσα.
Σᾶς καλωσορίζω ὅλους ἐσᾶς πού δέν ἀνταποκριθήκατε ἁπλῶς στό κάλε­σμα τοῦ Δήμου τῆς Βεροίας καί τῆς Ἐκκλησίας, πού ἐκφράζουν τήν ἀγω­νία τους γιά τήν κατάληξη τῶν δια­πραγματεύσεων τῆς χώρας μας μέ τό γειτονικό κράτος τῶν Σκοπίων σχε­τικά μέ τό ὄνομά του, ἀλλά ἀκούσατε τή φωνή τῆς καρδιᾶς σας, ἀκούσατε τή φωνή τῆς πατρίδος μας, τῆς Μα­κεδονίας μας, καί ἀνταποκρι­θή­κατε στό δικό της κάλεσμα, καί ἤρθατε ἐδῶ γιά νά ἑνώσoυμε τή φωνή μας μαζί μέ ὅλους ὅσους τήν ἴδια ὥρα σέ ἄλλες πόλεις τῆς Ἑλ­λάδος συγκε­ντρώ­θηκαν γιά νά διαδηλώσουν γιά τόν ἴδιο σκοπό, ὥστε νά ἀκουσθεῖ ἠχηρό τό μήνυμά μας πρός ὅσους διαπραγματεύονται μέ τή γειτονική χώρα ὅτι τό ὄνομά μας, ἡ ταυτότητά μας, ἡ ἱστορία μας δέν εἶναι δια­πραγματεύσιμα.
Πολλά ἔχουν ἀκουσθεῖ τούς τε­λευταίους μῆνες γιά τό συζητούμενο ὄνομα τῆς γειτονικῆς χώρας τῶν Σκοπίων καί γιά τά συλλαλητήρια πού ὀργανώθηκαν καί ὀργανώνονται σήμερα σέ 24 πόλεις τῆς Ἑλλάδος. Κάποιοι ἀποροῦν καί ἀμφισβητοῦν τό δικαίωμά μας νά ὑψώνουμε τή φω­νή μας γιά νά ἐκφράσουμε τή βούλησή μας νά μήν χαρίσουμε τό ὄνο­μά μας, νά μήν χαρίσουμε τό ὄνομα τῆς Μακεδονίας μας σέ κα­νέ­ναν ἄλλο διεκδικητή.
Ὅμως κάνουν λάθος. Μπορεῖ νά μήν εἶναι δική μας ὑπόθεση ἡ ἐξω­τερική πολιτική τῆς χώρας μας. Μπο­ρεῖ νά μήν εἶναι δική μας ὑπόθεση ἡ διαπραγμάτευση μέ τό γειτονικό μας κράτος. Ἀλλά εἶναι δικό μας τό ὄνο­μα τῆς Μακεδονίας, εἶναι δική μας ἡ ταυτότητα καί ὁ πολιτισμός της, εἶναι δικοί μας κληρονομιά οἱ βασι­λικοί τάφοι καί τό ἀνάκτορο τοῦ Φιλίππου στή Βεργίνα (στίς Αἰγές), εἶναι δική μας ἡ σχολή τοῦ Ἀρι­στο­τέλη στή Μίεζα, καί κανείς δέν ἔχει δικαίωμα νά διαπραγματεύεται γιά ἐμᾶς χωρίς ἐμᾶς. Κανείς δέν ἔχει δι­καίωμα νά διαπραγματεύεται χω­ρίς τή γνώμη αὐτοῦ τοῦ λαοῦ γιά τόν τό­πο του.
Γι᾽ αὐτό εἴμαστε σήμερα ἐδῶ, γιά νά διακηρύξουμε πρός ὅσους δέν τό ἔχουν κατανοήσει ἀκόμη ὅτι «αὐτό πού κερδήθηκε μέ αἷμα δέν μπορεῖ νά ξεπουληθεῖ μέ τό μελάνι μιᾶς ὑπογραφῆς».
Καί ἡ Μακεδονία μας κερδήθηκε μέ αἷμα, μέ τό αἷμα τῶν πατέρων μας, ὅλων ἐκείνων πού ἀγωνίσθηκαν καί θυσιάσθηκαν ἀπό τή Νάουσα, τή Βέ­ροια, τήν Ἀλεξάνδρεια, τό Ρουμλούκι καί τά χω­ριά τοῦ ἡρωικοῦ Βάλτου καί ἀπό ὅλη τήν Ἑλλάδα, πού ἀγωνίσθη­καν στό πλευρό τῶν Ἑλλήνων Μακε­δόνων, γιά νά παραμείνει ἡ Μακε­δο­νία ἑλ­λη­νική καί νά μήν ἐκσλα­βισθεῖ.

Εἴμαστε ἐδῶ γιά νά διαμαρτυρη­θοῦ­με γιά τή χρήση τοῦ ὀνόματός μας, τοῦ ὀνόματος τῆς Μακεδονίας μας, ἀπό τούς βόρειους γείτονές μας πού τό καπηλεύονται.
Γιατί πῶς εἶναι δυνατόν νά ὀνο­μά­ζονται Μακεδόνες; Πῶς εἶναι δυνα­τόν νά πάρουν μέ τήν ὑπογραφή μας τό ὄνομα τῆς Μακεδονίας μας, ὅταν οἱ ἴδιοι ὁμολογοῦν ὅτι:
«Εἴμαστε Σλάβοι πού ἤρθαμε στήν περιοχή τόν 6ο αἰώνα καί δέν ἔχουμε σχέση μέ τόν Μέγα Ἀλέξανδρο», ὅπως ἔλεγε ὁ πρώην πρόεδρος τῆς ΠΓΔΜ,Kiro Gligorov,
«Εἶναι ἁπλά γελοία ἡ σύνδεσή μας μέ τόν Μέγα Ἀλέξανδρο», ὁμολογεῖ ὁMiroslav Grčev, Δήμαρχος Σκο­πίων.
«Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος δέν ἦταν ποτέ κομμάτι τῆς ἱστορίας μας. Ἔγινε τά τελευταῖα χρόνια», ὁμολογεῖ καί ὁ Petre Silegov, Δήμαρχος Σκοπίων.
«Ἡ ἀρχαία Μακεδονία δέν βρίσκε­ται ἐδῶ ἀλλά νοτιότερα (στήν Ἑλλά­δα)», λέγει καί ὁ Ljubco Georgievski, πρώην πρωθυπουργός τῆς ΠΓΔΜ.
«Εἴμαστε Σλάβοι καί μιλοῦμε τή σλαβική γλώσσα», δήλωσε ἡ Ljubica Acevska, πρώην πρέσβυς τῆς ΠΓΔΜ στίς Ἡνωμένες Πολιτεῖες τῆς Ἀμερικῆς, καί
«Προσπαθοῦμε νά μετατρέψουμε ἕνα σλαβικό ἔθνος σέ ἑλληνικό», παραδέχεται ὁ Toni Deskoski, καθη­γητής τοῦ Δικαίου στό Πανε­πιστήμιο τῶν Σκοπίων.
Πῶς, λοιπόν, εἶναι δυνατόν νά τούς παραχωρήσουμε ἐμεῖς τό ὄνομα «Μα­κεδονία», ἀφήνοντάς τους μάλιστα, ὅπως εἶπε πρόσφατα ὁ ὑπουργός Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, νά ἐπιλέ­ξουν αὐτοί τόν προσδιορισμό πού θά τόν συνοδεύει ἀνάμεσα στό Νέα, Ἄνω καί Βόρεια Μακεδονία, μέ τά ὁποῖα ἤδη ἡ ἑλληνική πλευρά συμ­φωνεῖ;
Ὅμως ἄν αὐτοί πάρουν τό ὄνομά μας καί ὀνομασθοῦν Μακεδονία καί Μακεδόνες, ἐμεῖς τί θά εἴμαστε;
Γιατί ἀκόμη καί ἄν πάρουν ἕνα σύνθετο ὄνομα πού θά περιέχει τόν ὅρο Μακεδονία, πῶς θά ὀνομάζονται οἱ κάτοικοί της; Πῶς θά ὀνομάζεται ἡ γλώσσα της;
Εἶναι, λοιπόν, δυνατόν νά μήν ἀντι­δροῦμε στίς διαφαινόμενες αὐτές ἐξε­λίξεις;
Ἀσφαλῶς, καί δέν ἀσκοῦμε ἐμεῖς τήν ἐξωτερική πολιτική τῆς χώρας μας, ἀλλά πῶς εἶναι δυνατόν νά μήν μιλοῦμε καί νά μήν ἀντιδροῦμε;
Πῶς εἶναι δυνατόν νά μήν ἔχει φω­νή ἡ Ἐκκλησία μας, πού ἐκφράζει τή φωνή τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, καί μά­λιστα ὅταν κάνουν πώς δέν τήν ἀκοῦν οἱ ἐκλεγμένοι ἐκπρόσωποί του;
Πῶς εἶναι δυνατόν νά μήν ἔχουμε δικαίωμα ἐμεῖς, τοπική αὐτοδιοίκηση καί Ἐκκλησία, γιά ἕνα τόσο καίριο θέμα, ὅταν ἔχει δικαίωμα νά τό κάνει γιά λιγότερο σημαντικά θέματα ἡ κάθε ὀργάνωση καί ἡ κάθε συλλο­γι­κότητα;
Ἐμεῖς ἐκφράζουμε θαρραλέα τήν ἄποψή μας, γιατί εἶναι τό δικό μας ὄνομα πού παραχωρεῖται, καί δέν ὑποχωροῦν ἀπό τίποτε οἱ γείτονές μας, ἄν προσθέσουν ἕνα συνθετικό στό ὄνομα τῆς Μακεδονίας, ἄν ὀνο­μασθοῦν δηλαδή Ἄνω ἤ Νέα Μακε­δονία, γιατί συνεχίζουν νά καπη­λεύονται τό ὄνομα τῆς Μακεδονίας μας καί μάλιστα μέ τήν ὑπογραφή μας, ἄν συμφωνήσουμε, ἐνῶ ἐμεῖς χάνουμε τά πάντα, χάνουμε τό ὄνομα τῆς Μακεδονίας μας.
Διαπραγματευόμαστε ὡς χώρα τό­σους μῆνες. Ἀλλά μέ ποιούς διαπρα­γμα­τευόμαστε; Μέ κάποιους πού εἶ­χαν ἑλληνική ταυτότητα καί τήν ἀρνήθηκαν, ὅπως ὁμολογοῦν οἱ ἴδιοι, καί πρόδωσαν τήν Ἑλλάδα καί ἔγι­ναν «γενίτσαροι», περνώντας στήν ἄλ­λη πλευρά γιά νά διεκδικοῦν τώρα ὄχι μόνο τό ὄνομα τῆς Μακεδονίας ἀλλά καί νά ὀνειρεύονται μιά ἑνιαία σλαβική Μακεδονία πού θά φθάνει μέχρι τό Αἰγαῖο.
Αποτέλεσμα εικόνας για συλλαλητηριο βεροια για μακεδονια
Μέ αὐτούς διαπραγματευόμαστε. Mέ αὐτούς πού δέν θέλουν νά ἀλ­λά­ξουν οὔτε τό ὄνομα τῆς σχισματικῆς Ἐκκλησίας τους πού μόνοι τους ὀνό­μασαν «Μακεδονική Ἐκκλησία» καί δέν ἀναγνωρίζεται ἀπό καμία ἄλλη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Μέ ἐκείνους πού, ἐνῶ ζητοῦν τήν Αὐτοκεφαλία καί τήν ἀναγνώριση ἀπό τό Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο, τολμοῦν νά ἐπαναλαμβάνουν ὅλη τήν ἀνυπόστατη ἱστορικά προπα­γάν­δα ὅτι «ὁ Χριστός ἔστειλε τόν ἀπό­στολο Παῦλο σέ αὐτή τή Μακεδονική γῆ», δηλαδή στά Σκόπια, «γιά νά κη­ρύξει τό Εὐαγγέλιο, καί δεχτή­καμε», λένε, «τό Εὐαγγέλιο ἀπό τόν ἀπό­στολο Παῦλο! Αὐτό εἶναι τό πρῶ­το δένδρο τῆς Μακεδονικῆς Ἐκκλη­σίας στά Βαλκάνια καί ἡ πρώτη Ἐκκλησία στήν Εὐρώπη».
Στά Σκόπια κήρυξε ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἤ στούς Φιλίππους, τή Θεσ­σαλονίκη καί ἐδῶ τή Βέροια; Στή σλαβική γλώσσα μίλησε ἤ στήν ἑλληνική; Ἤ μήπως σλαβικά μιλοῦσε ὁ Μακ­εδόνας πού εἶδε ὁ ἀπόστολος Παῦλος σέ ὅραμα στήν Τρωάδα καί τόν κά­λεσε λέγοντας: «Διαβάς εἰς Μακεδ­ο­νίαν βοήθησον ἡμῖν». Καί σέ ποιά γλώσσα ἔγραψε ὁ ἀπό­στο­λος Παῦλος τίς ἐπιστολές του πρός τούς Θεσσαλονικεῖς καί τούς Φιλιππησίους; Δέν τίς ἔγραψε στά ἑλληνικά; Τότε ποιοί εἶναι αὐτοί πού συντη­ροῦν ψεύτικους μύθους; Ἐμεῖς ἤ ἐκεῖ­νοι πού ἰσχυρίζονται καί μάλιστα διά στόματος ἐπισκόπου τῆς αὐτοα­πο­καλούμενης «Μακεδονικῆς Ἐκ­κλη­­­σίας» ὅτι οἱ Ἕλληνες «ἄλλαξαν τό ὄνομα Solun καί τό ἔκαναν Θεσ­σαλονίκη καί τώρα θέλουν ὁλόκληρη τή μακεδονική γῆ μας νά ἀλλάξει ὄνομα καί νά ἀποκτήσει προσθήκη». Ξεχνοῦν ὅμως ὅτι, ὅταν ἔγραφε ὁ ἀπό­­στο­λος Παῦλος τίς ἐπιστολές του πρός τούς Θεσσαλονικεῖς, ἐκεῖνοι ἦταν στήν ἀφάνεια καί βρισκόταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά ἀπό τήν περιοχή στήν ὁποία κατοικοῦν σήμερα. Βρι­σκόταν στή βορειανατο­λι­κή Εὐρώπη, καί μόνο αἰῶνες ἀργό­τερα, ὅταν ἦρθαν καί ἐγκαταστάθη­καν στή Βαλ­κανική, εἰσῆλθαν στό προσκήνιο τῆς ἱστορίας καί ἀπέκτη­σαν ἀλφάβητο χάρη στούς Ἕλληνες, Θεσσαλονικεῖς ἀδελφούς, τούς ἁγί­ους Κύριλλο καί Μεθόδιο, τούς Μα­κε­δόνες. Γι᾽ αὐτό καί θά πρέπει νά αἰσθά­νο­νται εὐγνωμοσύνη γιά τούς δύο Ἕλ­ληνες Μακεδόνες ἁγίους πού τούς ἔβγαλαν ἀπό τό ψηλαφητό σκοτάδι στό ὁποῖο ζοῦσαν. Ἀλλά αὐτό εἶναι, δυστυχῶς, τό ἐπί­πεδό τους.
Εἶναι, λοιπόν, αὐτοί συνομιλητές μέ τούς ὁποίους μποροῦμε νά διαπρα­γμα­­τευόμαστε σοβαρά καί νά ἐλπί­ζουμε ὅτι δέν θά ξαναλλάξουν τό Σύνταγμά τους καί δέν θά ἐγείρουν καί πάλι τίς γνωστές ἀλυτρωτικές ἐπιδιώξεις τους εἰς βάρος τῆς Μακε­δονίας μας;
Ὅταν τώρα, πού ἔχουν ἀνάγκη νά συμφωνήσουμε, προκειμένου νά ἐντα­­­χθοῦν στό ΝΑΤΟ καί τήν Εὐρω­παϊκή Ἕνωση, γιά νά διατηρηθοῦν ὡς κράτος, τολμοῦν νά μᾶς κατη­γοροῦν γιά δῆθεν ὁλοκαύτωμα τῶν ἀδελφῶν τους, γιά τό ὁποῖο εἶναι δῆ­θεν ὑπαίτιοι οἱ Ἕλληνες καί γιά σφα­γές δῆθεν Μακεδόνων, γιά τίς ὁποῖες ζητοῦν ἀποζημιώσεις, τί θά συμβεῖ ὅταν θά ἔχουν αὐτό πού διακαῶς ἐπιθυμοῦν, τό ὄνομα δηλαδή τῆς Μα­κεδονίας, καί μάλιστα μέ τήν ὑπο­γρα­φή μας. Καί ὅταν θά εἴμαστε ἐμεῖς ἐπαρχία μέ τό ὄνομα Μακεδονία καί ἐκεῖνοι κράτος, τότε τί θά λέμε καί τί θά μπο­ροῦμε νά κάνουμε;
Καί δέν εἶναι μόνο τό γεγονός ὅτι οἱ γείτονές μας δείχνουν αὐτήν τήν ἐπι­μονή καί τήν ἐμμονή στά ἰδεολο­γή­ματα πού τεχνηέντως καλλιέρ­γη­σαν ἐπί δεκαετίες εἰς βάρος μας, ἀλλά δυ­στυχῶς βρίσκονται καί Ἕλληνες πού ὑποστηρίζουν ἀνάλογες ἀπόψεις καί καθυβρίζουν ὅσους εἶναι ἀντί­θετοι στό ξεπούλημα τοῦ ὀνόματος τῆς Μα­κεδονίας μας, ὅπως συνέβη πρό ἡμερῶν μέ τόν συμπολίτη μας ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια, πού εἶναι σύμ­βου­λος στρατηγικοῦ σχεδιασμοῦ τοῦ πρω­θυπουργοῦ τῆς χώρας μας.
Πῶς μπορεῖ ἕνας ἀνιστόρητος νά κα­τηγορεῖ μέ τόσο προσβλητικό τρό­πο τούς συμπολίτες του, λέγοντας ὅτι ἡ περιοχή τῆς Ἀλεξάνδρειας δέν ἔχει σχέση μέ τόν Μέγα Ἀλέξανδρο καί ὅτι ἡ σχέση της μέ τόν Μακεδόνα στρατηλάτη εἶναι ἕνας μύθος.
Ναί, μπορεῖ νά ἦταν βάλτος ἡ περιο­χή, ἀλλά σέ αὐτόν τόν βάλτο πολέ­μησε ὁ Ἑλληνισμός, πολέμησαν οἱ Μακεδόνες, οἱ Μακεδονομάχοι, ὅσοι εἶχαν ἑλληνική συνείδηση, ἔστω καί ἄν μιλοῦσαν τή σλαβική γλώσσα ἤ τή βλάχικη, γιά νά ἐλευθερώσουν τή Μα­κεδονία καί ἀπό τούς Τούρκους καί ἀπό τούς Βουλγάρους καί τούς συνεργάτες τους. Καί πολεμοῦσαν, γιατί εἶχαν ἀπό­λυτη συνείδηση καί συναίσθηση τῆς ἑλληνικότητάς τους. Γιατί μέ αὐτή τήν ἱστορία τοῦ τόπου τους, πού ὁ κ. Καρανίκας χαρακτηρίζει μύθο, μεγά­λωσαν καί κρατήθηκαν Ἕλληνες. Γιατί δέν εἶναι μύθος ἡ παρουσία τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καί τῶν Μα­κεδόνων οὔτε στήν Ἠμαθία, οὔτε στή Βεργίνα, ἐκεῖ ὅπου βρίσκονται οἱ βασιλικοί τάφοι καί τά ἀνάκτορα τῶν Μακεδόνων, ἀδιάψευστοι μάρτυρες τῆς ἑλληνικότητας τῶν Μακεδόνων, οὔτε στή Μίεζα, ὅπου βρίσκεται ἡ σχολή τοῦ Ἀριστοτέλη, ὅπου μαθή­τευσε ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος, οὔτε βε­βαίως στήν Πέλλα καί τό Δίο.
Καί ἐάν ὅλα αὐτά τά ἀγνοεῖ ὁ κ. Κα­ρανίκας, τότε εἶναι ἀνιστόρητος καί κακῶς πληρώνεται ἀπό τό ἑλληνικό κρά­τος ὡς σύμβουλος τοῦ πρωθυ­πουργοῦ γιά νά καθυβρίζει καί νά προσβάλλει τούς συμπολίτες του. Ἐάν πάλι δέν τά ἀγνοεῖ, ἀλλά σκό­πιμα διατυπώνει αὐτές τίς ἀπόψεις, διαστρεβλώνοντας τήν ἱστορία, τότε εἶναι κυριολεκτικά ἐπικίνδυνος γιά τά ἐθνικά μας συμφέροντα καί δέν μπορεῖ νά εἶναι σύμβουλος τοῦ πρω­θυπουργοῦ τῆς χώρας μας.
Θέλουμε τήν εἰρηνική συνύπαρξη μέ τούς γείτονές μας, θέλουμε νά μποῦ­νε στό ΝΑΤΟ, θέλουμε νά μποῦ­νε στήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση, ἀλλά ἡ εἰ­ρηνική συνύπαρξη διασφαλίζεται μό­νο μέ τόν ἀλληλοσεβασμό.
Μέ τούς γείτονές μας θέλουμε νά ζοῦμε εἰρηνικά καί ἀδελφωμένα. Ἄς βοηθήσουν, λοιπόν, καί ἐκεῖνοι πρός αὐτή τήν κατεύθυνση. Ἄς διαλέξουν γιά τή χώρα τους ἕνα ὄνομα πού νά ταιριάζει μέ τήν πραγματική τους καταγωγή καί ἱστορία, διότι μονάχα ἔτσι θά ὠφεληθοῦν μακροπρόθεσμα, διότι μονάχα ἔτσι θά μπορέσουν νά ἐξασφαλίσουν καί γιά τόν δικό τους λαό συνοχή καί σταθερότητα.
Ἄς μήν αὐταπατῶνται οἱ γείτονές μας. Ὅσο θά προσπαθοῦν νά ζοῦν βα­σισμένοι ἐπάνω σέ ἕνα ψέμα, θά βρί­σκονται διαρκῶς ἀντιμέτωποι μέ πέ­ντε χιλιάδες ἀρχαῖες ἑλληνικές ἐπι­τύμβιες πλάκες τῆς Μακεδονίας μας, πού θά τούς γελοιοποιοῦν μπρο­στά στά μάτια τῆς διεθνοῦς ἐπιστημονι­κῆς κοινότητος.
Ὅσο θά κοπιάζουν νά στηρίξουν τήν πονηριά καί τήν ψευτιά μιᾶς αὐθαί­ρε­της ἐπί Τίτο κρατικῆς παρθενο­γέ­νεσης, θά σκοντάφτουν καί θά ματώ­νουν ἐπάνω στόν ἀρχαιολογικό ὀγκό­­λιθο τῶν εὑρημάτων τῆς Βεργί­νας καί τοῦ Δίου.
Ὅσο θά προσπαθοῦν νά πείσουν τούς ἑαυτούς του γιά τήν ψευδοκα­τα­γωγή τους, θά τούς διαψεύδει σέ κάθε βῆμα, ὁ ἴδιος ὁ πρόεδρός τους ὁ Γκλι­γκόρωφ, λέγοντάς τους: «Ἐμεῖς δέν ἔχουμε καμία σχέση μέ τή Μακε­δο­νία. Ἐμεῖς εἴμαστε Σλάβοι».
Ἡ εἰρηνική, λοιπόν, συνύπαρξη μέ τό γει­τονικό κράτος μπορεῖ νά βασι­σθεῖ μό­νο στήν ἀλήθεια τῆς ἱστορίας. Καί τό ὄνομα τῆς Μακεδονίας πού διεκδι­κοῦν καί ἔχουν σφετερισθεῖ τίς τε­λευταῖες δεκαετίες δέν ἀνταποκρί­νε­ται στήν ἀλήθεια τῆς ἱστορίας.
Κατά συνέπεια δέν παραχωροῦν τί­ποτε, ἄν θά δεχθοῦν μία σύνθετη ὀνομασία. Ἀντίθετα ἐμεῖς, ἄν τούς χαρίσουμε τό ὄνομα, βάζουμε τήν ὑπογραφή μας καί ἀναγνωρίζουμε διεθνῆ νομική ὑπόσταση σέ ἕνα κρά­τος μέ τό ὄνομα τῆς Μακεδονίας μας, νομική ὑπό­στα­ση πού δέν εἶχε ποτέ ὡς πρώην Γιουγκοσλαβική Δημο­κρα­τία. Καί ἀκόμη ἡ ὑπο­χωρητικότητά μας δίνει στούς γεί­τονές μας τό μήνυμα ὅτι μποροῦν νά αὐξήσουν τίς ἀπαι­τήσεις τους ἔναντι τῆς χώρας μας, καί σέ ὅσους τούς ὑποστηρίζουν νά αὐξή­σουν τίς πιέ­σεις τους.
Ζητοῦμε, λοιπόν, γιά ἀκόμη μία φο­ρά καί δέν θά παύσουμε μέχρι τό τέ­λος νά ζητοῦμε, νά ἀκουσθεῖ ἡ φωνή μας, νά ἀκουσθεῖ ἡ φωνή τοῦ λαοῦ, τῆς Ἐκκλησίας, τῆς τοπικῆς Αὐτο­δι­οι­κήσεως. Δέν μποροῦν νά τήν ἀγνο­οῦν μέ διάφορα προσχήματα καί προφάσεις. Δέν μποροῦν νά ξεχνοῦν ὅσοι διαπραγματεύονται ὅτι γιά μᾶς διαπραγματεύονται καί ἔχουν τερά­στια εὐθύνη καί ἀπέναντι στόν λαό πού διατρανώνει καί σήμερα τή βού­λησή του. Ἔχουν τεράστια εὐθύνη ἀπέ­ναντι στήν πατρίδα καί τήν ἱστορία, ἀπέναντι στό μέλλον αὐτοῦ τοῦ τόπου καί τῶν παιδιῶν μας.
Καί ἀκόμη δέν εἶναι δυνατόν τό γειτονικό κράτος τῶν Σκοπίων νά προετοιμάζει δημοψήφισμα προκει­μέ­νου νά ἐγκρίνει ὁ λαός τό ὄνομα στό ὁποῖο θά καταλήξει ἡ διαπραγ­μάτευση καί στή χώρα μας ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ νά ἀγνοεῖται ἐπιδεικτικά καί ὑπεροπτικά.
Ἄν νομίζουν ὅτι ὁ λαός εἶναι μέ τό μέρος τους γιά τό θέμα τῆς Μα­κε­δονίας μας, δέν ἔχουν παρά νά τόν ρωτήσουν, δέν ἔχουν παρά νά κά­νουν δημοψήφισμα.
Μέχρι τότε ἐμεῖς δέν θά παύσουμε νά διακηρύττουμε μέ κάθε τρόπο καί πρός πᾶσα κατεύθυνση τήν ἀντίθεσή μας σέ ὁποιαδήποτε σύνθετη ὀνομα­σία τῆς γειτονικῆς χώρας πού θά πε­ρι­έχει τόν ὅρο Μακεδονία, γιατί Μα­κεδονία εἶναι τό δικό μας ὄνομα, ἡ δική μας ταυτότητα, ἡ δική μας ἱστορία καί δέν τήν ξεπουλᾶμε οὔτε τήν χαρίζουμε σέ κανένα.
Μποροῦν νά ὀνομασθοῦν, ἄν θέ­λουν, Δημοκρατία τῆς Δαρδανίας. Ἐμεῖς πιστεύουμε ὅτι δέν θά βρεθεῖ χέρι ἑλληνικό, μακεδονικό, πού θά ὑπο­γράψει τήν καταδίκη καί τό ξε­πούλημα τῆς Μακεδονίας μας.
Ἡ Μακεδονία εἶναι μία καί εἶναι ἑλληνική, ἀλλά καί ἡ Ἑλλάδα εἶναι Μακεδονική. Γι᾽ αὐτό ζητοῦμε νά μήν πουλήσετε τό ὄνομα τῆς Μακεδονίας μας, τουτέστι τήν Ἑλλάδα μας.
 Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων
πηγή: http://imverias.blogspot.com

Ο άγνωστος ήρωας ιερέας του Διστόμου και η εκτέλεσή του


distomo-1
*Συγκλονιστική ιστορία! Αξίζει να αφιερώσετε λίγα λεπτά από τον χρόνο σας και να την διαβάσετε!
~ Υπάρχουν στιγμές στην ανθρώπινη Ιστορία που οι λέξεις αδυνατούν να περιγράψουν τον πόνο και τη φρίκη που έζησαν κάποιοι άνθρωποι.
H φράση «μια εικόνα, χίλιες λέξεις» μοιάζει ανίσχυρη να αποδώσει τον φόβο και το άδικο.
Τα ρεπορτάζ, αλλά ακόμα και οι ιστορικοί δυσκολεύονται να περιγράψουν τις πολλές μικρές παράλληλες ιστορίες προσώπων που εγκλωβίζονται στα θανατηφόρα γρανάζια της Κατοχής.
Υπάρχουν ώρες και στιγμές που δεν περιγράφονται εύκολα, σκηνές που κάνουν τον άνθρωπο να μοιάζει με θήραμα κι άλλες φορές με άγριο θηρίο.
Μια τέτοια περίπτωση στην παγκόσμια Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είναι και το Δίστομο, όπου 218 άνθρωποι βρήκαν φρικτό θάνατο στις 10 Ιουνίου του 1944 από τα γερμανικά στρατεύματα.
Για τον μαρτυρικό αυτόν τόπο έχουν γραφτεί πολλά και έχουν ειπωθεί περισσότερα, για να περιγράψουν τη σφαγή των κατοίκων.
Μόνο που το υφάδι με το οποίο υφαίνεται η Ιστορία αναφέρεται περισσότερο στο βίωμα και δευτερευόντως στην όποια περιγραφή του.
Οπως σε κάθε μαρτυρική στιγμή για την Ελλάδα, στις διηγήσεις υπάρχει σχεδόν πάντα και η μορφή ενός ιερέα, που ταυτίζει απόλυτα τη δική του ζωή με τους ανθρώπους που αποτελούν το ποίμνιό του.
Εχει αποδειχτεί περίτρανα ότι κάθε τοπική Εκκλησία υπέφερε και μαρτύρησε μαζί με τους πιστούς.
Μια τέτοια περίπτωση είναι κι αυτή του ιερέα του Διστόμου π. Σωτήριου Ζήση, το δράμα του οποίου ενώνεται με τις δεκάδες άλλες τραγικές μαρτυρίες του χωριού.
Ομως η ιστορία αυτού του ήρωα ιερέα είναι άγνωστη και ξεχασμένη! Κι όμως, είναι βγαλμένη μέσα από εκείνες τις στιγμές που εύχεσαι να μη ζήσει ξανά η ανθρωπότητα.
Το Δίστομο ήρθε πάλι στην επικαιρότητα έπειτα από τις ενέργειες που έγιναν πρόσφατα για να ανακινηθεί το ζήτημα των αποζημιώσεων των θυμάτων των θηριωδιών των ναζί, τις οποίες αδίκως αρνείται η Γερμανία.
Πέρα όμως από αυτή τη χρονική συγκυρία, στέκει εκεί για να αφηγείται τη δική του μαρτυρική ιστορία για όσα δεν μπορούν και δεν πρέπει να ξεχαστούν.
Οχι για να διατηρείται η μνήμη ως μίσος για τους άλλους, αλλά πολύ περισσότερο ως χρέος για θύματα και επιζώντες, οι οποίοι θεώρησαν υποχρέωση να μη μείνουν σιωπηλοί.
Αλλωστε με ή χωρίς αποζημιώσεις το χωριό συγκαταλέγεται σε όλους αυτούς τους χώρους-μνημεία που θα μας θυμίζουν πάντα ότι ο άνθρωπος χωρίς Θεό μπορεί να γίνει θηρίο, εγκλωβισμένος σε ολοκληρωτικές ιδεολογίες που μόνο πόνο και θάνατο μπορούν να σκορπίσουν.
Τα αντίποινα
Η «ορθόδοξη Αλήθεια» ερεύνησε σε βάθος (και για καιρό) την άγνωστη ιστορία του ήρωα ιερέα. Επικοινώνησε με τον σημερινό ιερέα του ναού του Αγίου Νικολάου στο Δίστομο π. Απόστολο Σταυρόπουλο, ο οποίος μίλησε για τον μακαριστό π. Σωτήρη Ζήση, αλλά και για το ιστορικό βάρος που σηκώνουν όλοι όσοι έχουν την τιμή να κατάγονται ή να υπηρετούν σε αυτή τη μαρτυρική γωνιά της Ελλάδας.
Ο π. Απόστολος ανέφερε χαρακτηριστικά για εκείνα τα γεγονότα: «Ηταν 10 Ιουνίου, όταν ήρθε η γερμανική φάλαγγα από τη Λιβαδειά γιατί έψαχνε αντάρτες.
Μόλις φτάσανε στην πλατεία, φωνάξανε τον παπα-Σωτήρη και τον πρόεδρο της κοινότητας, προκειμένου να ρωτήσουν αν έχουν περάσει ή αν έχουν μπει οι αντάρτες μέσα στο χωριό.
Ο παπα-Σωτήρης απάντησε στους Γερμανούς ότι δεν έχουν δει αντάρτες στην περιοχή του Διστόμου και ότι στο χωριό αυτό ζουν φιλήσυχοι άνθρωποι. Στη συνέχεια κινήθηκαν προς την περιοχή Στείρι.
Εκεί δέχθηκαν πυρά από αντιστασιακούς που τους είχαν στήσει ενέδρα. Τότε ήταν που τραυματίστηκε ο επικεφαλής τους αξιωματικός Τεό.
Γυρίζοντας προς τα πίσω, οι αντιστασιακοί πέρασαν από την περιοχή του Διστόμου. Τότε ο Γερμανός αξιωματικός έδωσε εντολή να θανατωθεί ό,τι κινείται στο χωριό.
Ηταν τα γνωστά αντίποινα που συνήθιζαν τότε οι Γερμανοί με αφορμή την επίθεση που δεχτήκανε από τους αντάρτες» λέει ο ιερέας.
Ο π. Απόστολος επισημαίνει: «Ο παπα-Σωτήρης ήταν από τους πρώτους που δολοφονήθηκαν σε εκείνη τη γειτονιά. Η παπαδιά του γλίτωσε γιατί έφυγε από το παράθυρο, αλλά το παιδί που κράταγε στην αγκαλιά σκοτώθηκε. Ο παπα-Σωτήρης δέχτηκε φρικτά βασανιστήρια, που δεν μπορεί να τα συλλάβει ανθρώπου νους, όπως λένε οι μαρτυρίες των κατοίκων. Του έβγαλαν τα μάτια και έπειτα τον έσυραν σκοτωμένο στην πλατεία του χωριού, σύμφωνα με όσα καταγράφονται από όσους επέζησαν. Μάλιστα», προσθέτει συγκινημένος, «μέχρι να γίνει η ανακαίνιση του σπιτιού του, υπήρχε μια επιγραφή που έγραφε: «Εδώ εφονεύθη ο παπα-Σωτήρης, ιερέας της ενορίας του Διστόμου». Αυτό ήταν το τραγικό τέλος του ιερέα. Οι ναζί όχι μόνο δεν σεβάστηκαν το σχήμα του, αλλά τον περιέφεραν σαν… λάφυρο».
Αποτέλεσμα εικόνας για Ο άγνωστος ήρωας ιερέας του Διστόμου και η εκτέλεσή του
«Περιμένουν όλοι οι κάτοικοι τη δικαίωσή τους»
Ο π. Απόστολος Σταυρόπουλος μίλησε για το πώς αισθάνεται ο ίδιος για το γεγονός ότι διακονεί στο Δίστομο, καθώς και για τα ζητήματα των αποζημιώσεων: «Είμαι στην ενορία από τον Μάρτιο του 2012. Η πρώτη μου συγκλονιστική εμπειρία ήταν η ημέρα της επετείου της 10ης Ιουνίου, όπου στο χωριό υπήρχε νεκρική σιγή, βουβαμάρα, μια κατανυκτική σιωπή. Ο κόσμος εδώ μαθαίνει όσα δραματικά συνέβησαν από τους παλαιότερους, τα οποία πολύ δύσκολα μπορούν να φύγουν από τη μνήμη τους». Και συνεχίζει: «Οι πωρωμένοι Γερμανοί με μίσος και χυδαιότητα μπήκαν και αφαίρεσαν ζωές από απλούς ανθρώπους. Ολα αυτά τα γεγονότα σε διδάσκουν ότι πρέπει να μιλάς και να στέκεσαι σε τέτοιες στιγμές με διάκριση και λεπτότητα. Οι άνθρωποι εδώ, από τότε που το θέμα ήρθε ξανά στην επικαιρότητα, περιμένουν μια δικαίωση. Ηθική πρώτα και μετά υλική. Αυτά δεν ξεχνιούνται, είναι ανεξίτηλα στις μνήμες τους».
«Τα χρήματα και οι αποζημιώσεις δεν μπορούν να πουν πολλά σε ανθρώπους που έχουν χάσει τους γονείς τους ή δικούς τους ανθρώπους. Υπάρχουν κάποιοι που ορφάνεψαν και από πατέρα και από μητέρα και τώρα είναι σε ηλικία περίπου 80 χρονών».
Ο π. Απόστολος Σταυρόπουλος μας αφηγείται στη συνέχεια το μνημόσυνο που τελέστηκε στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Δίστομο λίγο πριν από τη σφαγή. «Εκείνες τις μέρες», είπε, «οι κάτοικοι ετοιμάζονταν να κάνουν μνημόσυνο για κάποιους άλλους που είχαν εκτελέσει στο Καρακόλιθο.
Ηταν μέρες καλοκαιριού και όλος ο κόσμος ήταν έξω στα χωράφια. Αλλωστε αυτή η περιοχή έξω από τη Λιβαδειά ήταν εκτελεστικό κέντρο, στο οποίο οι ναζί εκτελούσαν τους αιχμαλώτους.
Μάλιστα είναι ανατριχιαστικές οι στιγμές που περιγράφουν οι παλαιότεροι για τις ώρες μετά τη σφαγή.
Ηταν απόγευμα πια όταν φύγανε οι Γερμανοί και, όπως λένε οι μαρτυρίες, η μέρα είχε μια σκοτεινή όψη, κοράκια γυρόφερναν στο χωριό, μια νεκρική σιωπή παντού.
Οι άνθρωποι, φοβισμένοι καταφύγανε, όσοι σώθηκαν, σε σπηλιές-κρυψώνες στην περιοχή του Αγίου Μάμα».
Ο ηλικιωμένος που ήταν τότε παπαδάκι της Εκκλησίας
Η «ορθόδοξη Αλήθεια» εντόπισε και τον άνθρωπο που γνώριζε καλά τον πατέρα Σωτήρη Ζήση, αφού ήταν τότε παπαδάκι στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου Διστόμου.
Ο 87χρονος σήμερα Γιάννης Μίχας μίλησε για τον παπα-Σωτήρη που γνώρισε, και συγκινημένος επιβεβαίωσε την άγνωστη ιστορία του. «Τον παπα-Σωτήρη τον γνώριζα πολύ καλά, γιατί εγώ ήμουνα από μικρό παιδί παπαδάκι στην εκκλησία» αναφέρει, ανασύροντας από τη μνήμη του τα φρικιαστικά γεγονότα των ημερών.
«Ηταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος, έβαζε τους άλλους πάνω από τον εαυτό του. Οπου πήγαινε ο παπα-Σωτήρης να αγιάσει με έπαιρνε μαζί του. Τον σκότωσαν στην κάτω πλατεία, αφού τον βασάνισαν πρώτα. Ηταν αρκετά χρόνια ιερέας εδώ στο Δίστομο. Ηταν γέννημα θρέμμα του χωριού. Με έπαιρνε μαζί του για να τον βοηθήσω, όταν λειτουργούσε στο Στείρι, γιατί δεν υπήρχε παπάς εκεί. Οι γυναίκες μάς έδιναν κατιτίς και, όπως θυμάμαι, όταν γύριζα στο Δίστομο ο παππούλης μού έλεγε «Γιάννη, μη φεύγεις» και μου έδινε χαρτζιλίκι για τον κόπο μου».
Στη συνέχεια ο κ. Μίχας θυμάται τις συγκλονιστικές στιγμές από την ημέρα της σφαγής: «Ο πατέρας μού είχε πει να πάω στα χωράφια να μαζέψω φρύγανα. Ευτυχώς για μένα, οι Γερμανοί δεν πέρασαν το πρωί. Είχα πάρει ένα μονοπάτι να πάω στο χωράφι. Εκεί με συναντά ένας και μου λέει «Γιαννάκο, πού πας, θα σε σκοτώσουν οι Γερμανοί», οι οποίοι δεν είχαν μπει ακόμα στο Δίστομο αλλά πλησίαζαν. Πήγα στον παππού μου στη Δαύλεια και κάθισα εκεί δύο μέρες. Οι πληροφορίες για ό,τι έγινε στο Δίστομο έφτασαν γρήγορα. Οπως μου έχει πει η μάνα μου, οι γυναίκες εκείνα τα χρόνια είχαν εικονοστάσι στα σπίτια. Ετσι και στο δικό μας. Είχαμε το καντηλάκι και κάτι αβγά κόκκινα που κρατάγαμε από το Πάσχα. Μόλις οι Γερμανοί είδανε τα κόκκινα αβγά, φωνάξανε «κομουνίστ, κομουνίστ», πήρανε τον πατέρα μου και τον ξεκοιλιάσανε στην πλατεία μπροστά από ένα καφενείο, μαζί με 218 άτομα. Αγρια πράγματα, ξεκληρίσανε ολόκληρες οικογένειες».
Πώς περιγράφει η πρεσβυτέρα τον θάνατο της κόρης της
Οπως αναφέρει ο θεολόγος και συγγραφέας Νίκος Νικολάου, «ο π. Σωτήρης υπήρξε συνειδητός λειτουργός και μεγάλος πατριώτης. Πάντα φρόντιζε για την πνευματική προκοπή του ποιμνίου του και αγωνιζόταν για την πολυπόθητη ελευθερία της πατρίδας του. Στις 10 Ιουνίου του 1944 οι χιτλερικοί συνέλαβαν 10 κατοίκους του μαρτυρικού Διστόμου, με σκοπό να τους εκτελέσουν. Ο π. Σωτήρης, μόλις πληροφορήθηκε τη σύλληψη, έτρεξε κοντά τους. Γονατισμένος, με δάκρυα στα μάτια, παρακαλούσε τους θηριώδεις χιτλερικούς Γερμανούς να τους αφήσουν ελεύθερους. Οι ναζί Γερμανοί, παρότι προσποιήθηκαν πως πείσθηκαν, αθέτησαν την υπόσχεσή τους. Και όχι μόνο τους σκότωσαν, αλλά έβγαλαν και τα μάτια του π. Σωτήρη, του έκοψαν το κεφάλι και σκότωσαν το μόλις δύο ετών κοριτσάκι του παπά».
Παρακάτω αναφέρουμε την πραγματικότητα (ζητώντας συγγνώμη για την ωμή και φρικαλέα περιγραφή, που όμως δείχνει το μέγεθος της θηριωδίας), έτσι όπως την περιγράφει και την έζησε μέσα στο ίδιο της το σπίτι η πρεσβυτέρα του: «Εγώ τη στιγμή που μας βάλανε στο τουφεκίδι βύζαινα το κοριτσάκι μου, ενός χρόνου. Μου ρίξανε τρεις σφαίρες. Η μια μού χάλασε το ζερβί χέρι, η άλλη με πήρε ξώπετσα κάτω από τ’ αυτί. Η τρίτη χτύπησε τη Μαργαρίτα μου. Της άνοιξε το κεφάλι και, όπως την κράταγα στην αγκαλιά μου, τα μυαλά της πεταχτήκανε στα μούτρα μου».
Η μαρτυρία-σοκ του Θεοδωράκη
Οι μαρτυρίες όμως για τις φρικαλεότητες στο Δίστομο δεν έχουν τέλος. Ακόμα μία καταθέτει και ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος παραθέτει σε ένα γαλλικό ντοκιμαντέρ για το Δίστομο όσα του ανέφερε ένας χωροφύλακας ο οποίος έζησε από κοντά τη σφαγή «Θυμάμαι», αναφέρει, «ήταν ένας αξιωματικός της Χωροφυλακής και περιγράφει την εξής σκηνή. Οι Γερμανοί μπήκανε στο σπίτι του παπά, ο οποίος είχε σύζυγο, μια δεκαοκτάχρονη κόρη και άλλα παιδιά. Εγδυσαν τον παπά και την κόρη του. Ολοι οι άλλοι ήταν εκεί. Εκοψαν τα στήθη της κόρης και τα έβαλαν στο στόμα του πατέρα, έκοψαν τα γεννητικά όργανα του πατέρα και τα έβαλαν στο στόμα της κόρης. Μπροστά στην οικογένεια και ύστερα τους σκότωσαν».
Του Κώστα Παπά – Από την εφημερίδα Ορθόδοξη Αλήθεια

Καθηγούμενος Γέροντας Γρηγόριος: «Μη φτύνης στον κόρφο σου, Έλληνα, αλλά στα πρόσωπα εκείνων που σε καταντήσανε έτσι»


Αποτέλεσμα εικόνας για γρηγοριος δοχειαριου
ΤΑ ΤΡΙΑ ΠΑΡΤΙΜΕΝΤΑ ΤΗΣ ΑΚΟΛΑΣΙΑΣ
«Τρίτωσε τὸ κακό» λέει ὁ λαός. Ἄραγε θὰ πάη καὶ πιὸ ψηλά; Ἀπ᾽ ὅ,τι δείχνουν τὰ προγνωστικὰ τῶν κρατούντων, τὸ κακὸ θὰ ἀποκορυφωθῆ ὅσο σὲ καμμιὰ ἄλλη ἐποχή, γιὰ νὰ ἔρθη ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἄρη ἅπαντας. Χρόνια Σοδόμων καὶ Γομόρρων, χρόνια πρὸ τοῦ κατακλυσμοῦ.

Πάντως τὰ κατάφεραν οἱ κρατοῦντες Συριζαῖοι νὰ ἀναμείξουνε κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία, νὰ μαγαρίσουνε τοὺς πάντας, γιὰ νὰ ἑτοιμασθῆ τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως, ὅπως μᾶς λέγει ὁ προφήτης Δανιήλ. Λὲς καὶ ψάχνονται νὰ βάλη καθένας τὸ λιθαράκι του στὴν καταστροφὴ τοῦ κόσμου.
Τὸ πρῶτο ᾽παρτιμὰν ἦταν νὰ πείση τὸν κόσμο νὰ ἀνεχθῆ τὴν ἀκολασία ὡς κατάσταση φυσική. Ναὶ μὲν δὲν τοὺς ἀποδεχόμαστε, ἀλλὰ τοὺς δεχόμαστε. Καὶ ἄρχισε ἔτσι νὰ βράζη ὁ μεγάλος κάζανος. Βγῆκε καθένας στὸν δρόμο νὰ δείξη τὴν πομπή του, σὰν νά ᾽ναι φυσικὴ κατάσταση, ποὺ δὲν ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ντροπὴ καὶ στὴν ἀναισχυντία.
Δεύτερο ᾽παρτιμὰν νὰ μποροῦν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ συζοῦν ἀναίσχυντα καὶ ἐλεύθεροι ἀπὸ κάθε ἔλεγχο.
Οἱ ἐπινοήσεις συνεχίζονται καὶ κτίζουν καὶ τρίτο ᾽παρτιμάν: ζητοῦν νὰ υἱοθετοῦνε παιδιά! Νὰ ἐξαφανιστῆ ἡ λέξη πατέρας ἢ μητέρα καὶ ἀντ᾽ αὐτῆς νὰ τοποθετηθῆ α΄ γονιὸς καὶ β΄ γονιός.
Ἡ Ἐκκλησία μήτε τουφεκᾶ μήτε μάχαιρα βγάζει. Ἡ ἀναισχυντία συνεχίζεται: νὰ ἔχουνε δικαίωμα νὰ γίνωνται καὶ ἀνάδοχοι. Νὰ παρουσιάζωνται στὸν ναὸ καὶ νὰ ζητοῦνε νὰ γίνουν νονοί.
Ἀντάριασαν τὰ πάντα, προκειμένου νὰ ἔχουν οἱ ἐντελῶς ἀναίσχυντοι πρόσωπο στὴν κοινωνία. Ψώριασε καὶ ἡ γίδα καὶ τὸ πρόβατο. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ διακρατεῖ τὰ σύμπαντα ἐσιώπησε. Δαιμόνια καινὰ γέμισε ἡ κοινωνία.
Καὶ ἐνῶ φθάσαμε στὸ τρίτο ᾽παρτιμὰν τῆς ἀκολασίας, μὲ γεννήτρια βέβαια πάντοτε τὴν κυβέρνηση, ἔχουμε ἐδῶ στὸ Ἅγιον Ὄρος συναδέλφους καθηγουμένους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν συμφιλίωση μὲ μιὰ τέτοια κυβέρνηση, γιὰ νὰ κερδίσουνε δύο νόμους! Ἄρχοντες τοῦ ἁγίου Τόπου τούτου καὶ τὰ πρῶτα φέροντες, ἐπικοινωνεῖτε μὲ τὴν συνείδησή σας; Ζητᾶτε νὰ ἔχετε συνδαιτυμόνες στὰ τραπέζια σας ἐχθροὺς καὶ πολέμιους τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος; Γιατὶ τί θὰ κάνη καὶ ἡ πατρίδα, ἂν ἔχη στρατευόμενους ἀνώμαλους;
Πολὺ ἀκόμα λυπήθηκα, σπαρακτικὰ ἡ καρδιά μου πονάει, δόθηκε διαταγὴ στὰ στρατόπεδα τῆς Μυτιλήνης νὰ μὴ σηκώνουν σημαία ἑλληνική!
Σήμερα, ὅπως σὲ ὅλα τὰ Πανεπιστήμια, καὶ ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ διδάσκει περισσότερο κοινωνιολογία καὶ παιδαγωγικά. Ἐλάττωσαν τὰ μαθήματα τὰ θεολογικὰ καὶ γέμισαν τὶς ὧρες τῶν φοιτητῶν μὲ κοινωνιολογία καὶ παιδαγωγικά. Ἡ κοινωνιολογία καὶ τὰ παιδαγωγικὰ θὰ σώσουν τὸν κόσμο καὶ ὄχι ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου! Σπᾶνε τὰ κεφάλια τους τὰ παιδιὰ νὰ μάθουνε τὶ σφύριξε στὸ αὐτὶ τοῦ κάθε ἀθέου ὁ διάβολος. Τρομερὴ ἀλλαγὴ σὲ ὅλα. Ὁ Θεὸς νὰ φυλάξη νὰ μὴν εἰσέλθη αὐτὸ τὸ πνεῦμα καὶ στὴν Ἐκκλησία καὶ ἀκοῦμε ἀπὸ τὸν ἄμβωνα ὄχι τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ παιδαγωγικὰ καὶ κοινωνιολογικά. Τὸ Εὐαγγέλιο ἄλλαξε τὸν κόσμο. Τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς ἔδειξε τὴν ὁδό.
Ὅλα αὐτὰ ἔχουν ὑπόβαθρο τὴν πολιτικὴ ἀσχήμια τῆς ἐποχῆς μας. Καὶ κάτι κομματάκια ποὺ λένε ὅτι ὑποστηρίζουν τὴν Ἐκκλησία, ἔρχονται νὰ ἀποτελειώσουν τὸ ἔργο τοῦ διαβόλου.
Ἀφοῦ, Νέα Δημοκρατία, παρουσιάζεσαι ὅτι τὰ μέλη σου εἶναι τῆς Ἐκκλησίας, πῶς ψηφίζεις νόμους ἀκολασίας; Πῶς συμπράττεις μὲ βδελύγματα;
Ἂς ἀναμείνουμε, ἀδελφοί. Ἔχει καὶ γιὰ μᾶς ὁ Θεὸς τὸ μέγα του ἔλεος.
Ἐξεγείρου, Δεββώρα. Ὁ πόλεμος ἔφθασε στὴν πόρτα σου. Ἐκκλησία, μὴ καθεύδης, μὴ ρέγχης στὴν κοιλία τοῦ ᾄδου. Κράτα τὸ Εὐαγγέλιο καὶ αὐτὸ δίδασκε μὲ πόνο καὶ μὲ δάκρυα στὸν κόσμο ποὺ σοῦ ἀπέμεινε ἀκόμα.
Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῶν σημερινῶν κρατούντων: ἀκολασία, ἀναισχυντία καὶ πείνα στὸν κόσμο. Ἡ ἀπόγνωση ἴσως σὲ λίγο δὲν θὰ λείπη ἀπὸ κανένα, καὶ ὅλοι θὰ ἐπιζητοῦνε τὸ ἡρωικὸν τέλος, ὄχι γιατὶ κουράστηκαν στὴν ζωή, ἀλλὰ γιατὶ παραφορτώθηκαν μὲ ἀσήκωτα βάρη, χρέη, δημεύσεις περιουσιῶν καὶ ἀνεργία. Τὰ θεριὰ τοῦ δάσους ζοῦν πιὸ εὐτυχισμένα ἀπὸ μᾶς.
– Πατέρα, χτυπάει τὸ κουδούνι τῆς πόρτας.
– Ἔλα πρὸς τὰ ᾽δῶ, παιδί μου· μὴν ἀνοίξης.
– Χτυπάει τὸ τηλέφωνο.
– Μὴ τὸ σηκώσετε· ὁ ἔφορος θὰ εἶναι.
Τί νὰ φυλάξης καὶ τί νὰ κρύψης; Περπατᾶς καὶ δὲν ξέρεις ἀπὸ ποῦ νὰ φυλαχθῆς. Ὁ Ἀδὰμ ἔτρεξε στὰ φυλλώματα νὰ κρυφτῆ. Ἐγὼ κι ἐσὺ ποῦ νὰ πᾶμε;
Μὴ φτύνης στὸν κόρφο σου, Ἕλληνα, ἀλλὰ στὰ πρόσωπα ἐκείνων ποὺ σὲ καταντήσανε ἔτσι.
Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης

Μ’ αυτές τις δύο προσευχούλες, σωζόμαστε όλοι οι Χριστιανοί


Αποτέλεσμα εικόνας για γεροντας εφραιμ αριζονας
»Οι Άγιοι Πατέρες φωτίστηκαν και μας άφησαν αυτές τις προσευχούλες.
Τρία και δύο γράμματα, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς» και «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς». Δεν είναι να διαβάσουμε εγκυκλοπαίδειες, ούτε πολλά βιβλία. Μ’ αυτές τις δύο προσευχούλες, σωζόμαστε όλοι οι Χριστιανοί. Οι μοναχοί που δεν έχουν τις μέριμνες των κοσμικών, προσεύχονται πολύ και φθάνουν ψηλά. Τους βοηθάει πολύ και η Παναγία μας.
Είναι σαν να μιλούν στο αυτί του Χριστού μας, γιατί είναι αφοσιωμένοι στη προσευχή και αυτό είναι το κύριο έργο τους και όποιος έχει το δώρο της προσευχής στη καρδιά του, όταν πεθάνει δεν τον αγγίζουν τα τελώνια. Πηγαίνει μετά τον θάνατό του, κατευθείαν στο Χριστό μας. Δεν έχει εμπόδια, γιατί το όνομα του Χριστού έχει δύναμη. Είναι πυρ ο Θεός.»
Γέρων Εφραίμ της Αριζόνας
http://agiosgeorgiosavras.blogspot.com/2018/06/blog-post_7.html#more

Γέρων Άνθιμος Αγιαννανίτης: «Η ανθρωπότητα στο έσχατο σκαλοπάτι της αμαρτίας»



*Ένα καταπληκτικό κείμενο, που δείχνει γιατί έχουμε φτάσει σε αυτό το σημερινό αδιέξοδο. Οι άγιοι πατέρες εδώ και χρόνια χτυπούσαν τα καμπανάκια …
~Σήμερα η ανθρωπότητα βρίσκεται στην χειρότερη κατάσταση της από κτίσεως κόσμου. Ο δρόμος που ακολουθεί είναι δρόμος παρακμής, δρόμος διαφθοράς,δρόμος σκοταδισμού, δρόμος που οδηγεί στον όλεθρο.
Οι άνθρωποι με τις καταχρήσεις, και ιδίως τις σαρκικές, πάσχουν και λογικώς και σωματικός. Η θεραπεία τους είναι πολύ δύσκολη. Μόνο ο παντοδύναμος και πανάγαθος Θεός με τις πρεσβείες των πολλών Αγίων, που εδώ στην Ελλάδα είναι πλήθος αμέτρητο, και πάντων των εκατομμυρίων Μαρτύρων, Οσίων, Αποστόλων και Ομολογητών, μπορεί να λυπηθεί τον λαό του και να του δώσει φώτιση.
Με αυτή μόνο ο άνθρωπος θα διορθωθεί και θα βαδίσει ορθά. Το έλεος και η ευσπλαχνία του Θεού αλλάζει τις διαθέσεις του κόσμου. Σήμερα η κατάσταση της σήψεως είναι χειρότερη από αυτή της εποχής των Σοδόμων. Ο βόρβορος της αμαρτίας υπερχείλισε και πλημμύρισε τον κόσμο. Λυπούμε για την απώλεια τόσου πλήθους ψυχών. Ο φιλάνθρωπος Κύριος γι’ αυτό ήρθε στην γη, για να ανεβάσει το πλάσμα Του στον ουρανό.
Μας έδωσε την χάρη και πήρε την αμαρτωλή σάρκα μας και την καθάρισε και την αγίασε και την θέωσε. Έβαλε τον άνθρωπο να καθίσει στα δεξιά του θρόνου της μεγαλωσύνης Του. Πως εμείς μπορούμε να απολογηθούμε για την αχαριστία που δείχνουμε στην τόση Του ευσπλαχνία;  Έχουμε φθάσει σήμερα στα πρόθυρα της Δευτέρης Παρουσίας του Κυρίου. Πότε θα γίνει; Ο Θεός μόνο ξέρει, κανείς άλλος…!
…Ας αφήσουμε, όμως αδελφοί μου, τον Θεό να αποφασίσει την ώρα της θριαμβευτικής ελεύσεως Του στη γη, για να κρίνει ζώντες και νεκρούς. Εμείς ας προσπαθήσουμε να αποφύγουμε την αμαρτία, γιατί αυτή είναι πραγματικός θάνατος, αφού μας απομακρύνει, μας χωρίζει από τον Θεό, από την όντως Ζωή, από το Φως, από την ατελεύτητη χαρά, από όλα τα αγαθά.
Είθε, ο καλός Θεός να φωτίσει τα πλάσματα του και μάλιστα τους Έλληνες που «σοφίαν ζητούσι» (Α’ Κορ. α’,23), αλλά τώρα αντί για σοφία πηγαίνουν στους φακίρηδες και στα μέντιουμ, να τους διδάξουν μωρία.
*από το βιβλίο: «Ο ΓΕΡΩΝ ΑΝΘΙΜΟΣ Ο ΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΗΣ» – Ο σοφός και θεοφόρος σύγχρονος πατέρας του Άθωνος.
του Δρος Χαραλάμπους Μ. Μπούσια (Εκδόσεις Μυγδονία Θεσσαλονίκης 2001)