Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

Οι ματαιώσεις της ζωής και ο δρόμος του Σταυρού

Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού
Ο κάθε άνθρωπος έχει μέσα του την επιθυμία να αισθάνεται ότι οι επιλογές, οι πράξεις, οι ιδέες που έχει τον δικαιώνουν. Γι’ αυτό και όταν έρχεται η ώρα που διαπιστώνει ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως τα είχε σχεδιάσει ή όπως τα επιθυμεί ή οι ιδέες του δεν μπορούν να υλοποιηθούν, θλίβεται. Αισθάνεται αδικαίωτος και δυσκολεύεται πολύ να διαχειριστεί τα συναισθήματα που η κατάσταση του προξενεί. Κι αυτή η τάση της δικαίωσης επεκτείνεται και στις ανθρώπινες σχέσεις. Οι άνθρωποι με τους οποίους ζει. Οι οικείοι του. Όσους έχει διαλέξει να αγαπά. Με όσους έχει θέσει κοινούς στόχους. Όταν όλοι αυτοί δεν ανταποκρίνονται στις επιθυμίες του, τότε νιώθει αδικαίωτος γι’ αυτές. Υφίσταται ματαίωση και αντιδρά, είτε με τον θυμό, είτε με την απογοήτευση και την λύπη, είτε με την εσωστρέφεια. Γι’ αυτό και προσπαθεί να αποδώσει την αιτία της ματαίωσης των προσδοκιών του στους άλλους και όχι στον εαυτό του. Στην ανεπάρκειά του. Στην αδυναμία του να εκτιμήσει υγιώς και πλήρως την κατάσταση. Στο ότι εκλαμβάνει τις επιθυμίες του ως πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να διαπιστώνει το ανέφικτο. Η πρώτη σκέψη του λοιπόν είναι ότι υπαίτιοι πρέπει να είναι οι άλλοι που δεν μπορούν να τον καταλάβουν. Θέλουν να τον εκμεταλλεύονται για δικά τους συμφέροντα. Ότι τελικά έχουν μέσα τους κακία ή ιδιοτέλεια. Ότι εκείνος αποδείχθηκε αφελής διότι τους εμπιστεύθηκε. Ή ότι δεν ήταν ικανοί να φέρουν εις πέρας τους οραματισμούς του, τις ιδέες του, τις επιθυμίες του.

Εάν στα ανθρώπινα κάτι τέτοιο φαντάζει μάλλον φυσικό, ας μη λησμονούμε ότι παρόμοια είναι και η προσδοκία του ανθρώπου στη σχέση του με το Θεό. Ο άνθρωπος ζητά από τον Θεό την δικαίωση. Καταθέτει την πίστη και τα έργα του. Καταθέτει την τήρηση του νόμου του Θεού και των εντολών του Ευαγγελίου. Καταθέτει την προσδοκία ότι ο Θεός είναι παντοδύναμος και ότι μπορεί να δώσει στον άνθρωπο ό,τι επιθυμεί. Και περιμένει από το Θεό την δικαίωση. Ενίοτε ζητά μία απόδειξη ότι ο Θεός βλέπει τον κόπο του και ότι, καθώς είναι εύκολο να συγκρίνει τον αιτούντα την δικαίωση με άλλους ανθρώπους που ουδόλως πιστεύουν ή τηρούν το Ευαγγέλιο, ο αιτών περιμένει από τον Θεό να πράξει το αυτονόητο. Να του δώσει αυτό που ζητά, όταν μάλιστα Τον βλέπει και ως Πατέρα. Να τον καταξιώσει. Και όταν αυτή η δικαίωση δεν έρχεται, τότε η ματαίωσηέρχεται ως συνέπεια, με αποτέλεσμα την λύπη, τα ερωτηματικά, τις αγωνίες.

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

Θεολογική και επιστημονική γνωσιολογία.


Η ορθόδοξη χριστιανική θεολογία διακρίνει πάντοτε δύο είδη γνώσεως: την κοσμική και την θεία. Η κοσμική γνώση κινείται στο επίπεδο του κτιστού και αδυνατεί να προσεγγίσει το άκτιστο, το θείο. Η θεία γνώση αναφέρεται στο επίπεδο του ακτίστου, δηλαδή του θείου, και αποκαλύπτει στον κόσμο τον κατά Θεόν σκοπό του.
Η κοσμική επιστήμη έχει εμπειρικό χαρακτήρα. Αντικειμενοποιεί τον κόσμο και
επιδιώκει παντού και πάντοτε την αντικειμενικότητα. Μολονότι στηρίζεται στο υποκείμενο και πραγματοποιεί τα άλματά της με προσωπικές εμπνεύσεις, αποφεύγει την υποκειμενικότητα. Ως γνώση τρεπτών και σχετικών πραγμάτων η επιστημονική γνώση είναι τρεπτή και σχετική. Αλλά και ως προσπάθεια κατανοήσεως του πεπερασμένου κόσμου με την απειρία των διαστάσεων και των φαινομένων του, παραμένει πάντοτε πεπερασμένη και ατέρμονη.
Η θεία γνώση έχει προσωπικό χαρακτήρα. Δεν κινείται στο επίπεδο των αντικειμενοποιήσεων ούτε γίνεται αντικειμενική. Οδηγεί βέβαια και σε αντικειμενοποιήσεις, αλλά αυτές δεν συνιστούν την ουσία της. Η θεία γνώση είναι καρπός υπαρξιακής κοινωνίας, κοινωνίας αγάπης. Και αυτή έχει εμπειρικό χαρακτήρα. Η εμπειρία της όμως δεν κινείται στο επίπεδο των σωματικών αισθήσεων αλλά των πνευματικών αισθήσεων και της πνευματικής κοινωνίας. Ως κοινωνία και εμπειρία του άπειρου και υπερβατικού Θεού η γνώση αυτή είναι άπειρη και υπερβατική. Και έχει τα γνωρίσματα αυτά όχι εξαιτίας αβεβαιότητας η σχετικότητας, αλλά εξαιτίας μεγέθους και απειρότητας.
Συχνά τονίζεται ο αποφατικός χαρακτήρας της ορθόδοξης θεολογίας. Και ο τονισμός αυτός είναι χρήσιμος, ιδιαίτερα μάλιστα στην ακαδημαϊκή θεολογία. Αυτό όμως δεν πρέπει να επισκιάζει τον καταφατικό χαρακτήρα της, που είναι συμφυής με την εμπειρική φύση της. Ο ζων Θεός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο άμεσα και προσωπικά. Βέβαια η αποκάλυψη αυτή  δεν είναι φανέρωση της ουσίας αλλά της ενέργειάς του. Αλλά και η ενέργεια η η χάρη του Θεού δεν παύει να είναι ο ίδιος ο Θεός. Όπως επιγραμματικά σημειώνει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, μολονότι η ενέργεια η η χάρη του Θεού διαφέρει από την φύση του, δεν διασπάται από αυτήν, «επισπάται δε μάλλον τους ηξιωμένους προς την συνάφειαν του θείου Πνεύματος1».
Η επιστημονική γνώση επαληθεύεται με το  πείραμα. Αλλά και η θεία γνώση προσφέρεται ως εμπειρία. Προκειμένου όμως για την θεία γνώση δεν υπάρχει η δυνατότητα πειραματικού εξαναγκασμού, γιατί αυτή αποκτάται ελεύθερα στο επίπεδο της προσωπικής κοινωνίας. Η κοινωνία στο επίπεδο αυτό δεν εξαναγκάζει τον Θεό η τον άνθρωπο, αλλά είναι χαρισματικό γεγονός, που παρέχεται από τον Θεό στον ελεύθερα προσφερόμενο άνθρωπο. Και η αυτοπροσφορά του ανθρώπου προς τον Θεό πραγματοποιείται με την τήρηση των εντολών. Αυτές συνάπτουν την θελητική ενέργεια του ανθρώπου με την θεία ενέργεια και καθιστούν δυνατή την θεογνωσία.
Η θεία γνώση λοιπόν επαληθεύεται από τον άνθρωπο σε προσωπικό επίπεδο, όταν αυτός συντονίζεται με το θείο θέλημα, δηλαδή με την θεία ενέργεια. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος μπορεί να πειραματισθεί με το θέλημα του Θεού, τηρώντας την εντολή του, οπότε βλέπει και την επαλήθευση του πειράματός του. Άλλωστε στο πείραμα αυτό καλείται ο καθένας από τον ίδιο τον Χριστό: «Εάν τις θέλη το θέλημα αυτού ποιείν, γνώσεται περί της διδαχής, πότερον εκ του Θεού εστιν η εγώ απ’ εμαυτού λαλώ2». Χαρακτηριστικές είναι και οι σχετικές προτροπές της Αγίας Γραφής: «Γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος3», η «άρατε τον ζυγόν μου εφ’ υμάς… και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών4».
Μεταξύ κοσμικής η επιστημονικής γνώσεως και θείας γνώσεως δεν μπορεί καταρχήν να υπάρχει σύγκρουση, γιατί η καθεμία από αυτές κινείται στο δικό της επίπεδο και έχει τον δικό της χαρακτήρα. Τα δύο αυτά είδη της γνώσεως είναι καλά και ωφέλιμα για τον άνθρωπο. Παραταύτα όμως  δεν είναι ισάξια ούτε εξίσου απαραίτητα. Όσοι περιορίζουν το ενδιαφέρον τους στο επίπεδο της εγκοσμιότητας, προτάσσουν η και απολυτοποιούν την επιστημονική γνώση, στερώντας από τον εαυτό τους την γνώση που οδηγεί στην ελευθερία του Πνεύματος5. Όσοι πάλι περιορίζουν το ενδιαφέρον τους στο υπερβατικό επίπεδο, παραθεωρούν και την σχετική αξία  της εγκόσμιας γνώσης, που διευκολύνει την εξυπηρέτηση των βιοτικών αναγκών.
Η επιστημονική γνώση εξυπηρετεί την καθημερινότητα του ανθρώπου, διευκολύνει την οριζόντια κοινωνικότητά του και υπηρετεί την ανάπτυξη του πολιτισμού του. Η θεία γνώση ανοίγει στον άνθρωπο τον υπερβατικό ορίζοντα, αναπτύσσει την κατακόρυφη κοινωνικότητά του, πρσφέρει νόημα ζωής και εμπνέει τα έργα και τον πολιτισμό του. Ολόκληρος ο βυζαντινός η ο μεσαιωνικός, αλλά και ο νεώτερος ακόμα ευρωπαϊκός πολιτισμός, δεν είναι δυνατό να νοηθούν ανεξάρτητα από την παρουσία του Χριστιανισμού. Αλλά και η σύγχρονη επιστημονική έρευνα έχει τις απαρχές της στα μοναστήρια της Δύσεως, όπου μοναχοί, συνδέοντας την θεία με την ανθρώπινη γνώση, ερευνούσαν με θρησκευτικό ενδιαφέρον τα μυστικά και τους νόμους της φύσεως.
Η συνένωση, και πολύ περισσότερο η ταύτιση των δύο επιπέδων της γνώσεως, που προωθήθηκε κατά τον μεσαίωνα με την καλλιέργεια της επιστημονικής έρευνας μέσα στους κόλπους του δυτικού μοναχισμού, ήταν αθεολόγητη και συχνά βλαπτική. Αυτή οδήγησε αργότερα, με την παρέμβαση και της εκκλησιαστικής εξουσίας, στην σύγκρουση θεολογίας και επιστήμης, που είχε με την σειρά της τις γνωστές τραγικές συνέπειες. Αλλά η σύγκρουση αυτή, που ήταν σχεδόν άγνωστη στην Ανατολή, αμβλύνθηκε στην εποχή μας.
Πέρα όμως από την θετική στάση της για την κοσμική γνώση και επιστήμη, η θεολογία δεν παύει να επισημαίνει την σχετικότητα και την προσκαιρότητα που τις διακρίνει. Η κοσμική γνώση είναι χρήσιμη, όχι όμως και πάντοτε απαραίτητη για την καταξίωση και την εκπλήρωση του σκοπού του ανθρώπου6. Πάνω και πέρα από αυτήν βρίσκεται η αλήθεια που οδηγεί στην θεογνωσία και την σωτηρία. Και η αλήθεια αυτή δεν πηγάζει από τα αντικείμενα ούτε είναι αντικειμενική. Είναι αλήθεια ζωής  και κοινωνίας, αγάπης και ειρήνης, κάλλους και ελευθερίας · είναι αλήθεια που προσιδιάζει στα πρόσωπα· αλήθεια προσωπική. Αυτή είναι η αλήθεια του Χριστού, η ακριβέστερα, αυτή η αλήθεια είναι ο ίδιος ο Χριστός: «Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος7».
Ο προσωπικός αυτός χαρακτήρας της αλήθειας έχει κεφαλαιώδη σπουδαιότητα για τον άνθρωπο. Η ζωντανή αλήθεια δεν μπορεί να αντικειμενοποιηθεί, γιατί η αντικειμενοποίησή της ισοδυναμεί με αποστέωση και απονέκρωσή της. Η γνώση της αλήθειας αυτής είναι εμπειρία ζωής. «Είναι καρπός ενώσεως στο ίδιο Είναι δύο υποκειμένων: του Θεού και του ανθρώπου. Κανένας από αυτούς δεν γίνεται “αντικείμενο”·και οι δύο, και ο Θεός και ο άνθρωπος ζουν το γεγονός αυτό ως ενιαία ζωή8». Η επίγνωση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για την σωστή προσέγγιση και αξιολόγηση κάθε επιμέρους αλήθειας που αναζητεί ο άνθρωπος στην ζωή του.
Η επιστημονική έρευνα, ως μέσο προσεγγίσεως της κοσμικής αλήθειας, έχει καταρχήν θετική αξία. Το ίδιο ισχύει και για τις κατακτήσεις η τις εφαρμογές της επιστημονικής έρευνας. Όλα αυτά δεν είναι έργα του διαβόλου, αλλά του ανθρώπου που δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα Θεού». Βέβαια ως δημιούργημα «κατ’ εικόνα Θεού» ο άνθρωπος οφείλει να διατηρεί ζωντανή την κατακόρυφη σχέση με τον Δημιουργό του. Πρέπει και ο νους του, που αποτελεί το υψηλότερο στοιχείο της υπάρξεώς του, να φωτίζεται από τον Θεό. Άλλωστε μόνο με την προϋπόθεση αυτή μπορεί ο ανθρώπινος νους να λειτουργεί κατά φύση. Και όταν γίνεται αυτό, το έργο που  παράγεται και σε οριζόντιο επίπεδο είναι θετικό.
Η κοσμική επιστήμη έχει εμπειρικό χαρακτήρα
Όπως επισημαίνει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, «κατά φύσιν ο νους ενεργεί, όταν τα πάθη έχη υποτεταγμένα, και τους λόγους των όντων θεωρή, και προς Θεόν διάγη9».Αλλά και όταν ο άνθρωπος κινείται ανεξάρτητα από τον Θεό ακολουθώντας το δικό του θέλημα, οι κατακτήσεις και τα επιτεύγματά του δεν παύουν να έχουν κάποια  σχέση με το αγαθό. Στο επίπεδο της οντολογίας  από την σκοπιά της χριστιανικής θεολογίας υπάρχει μόνο το αγαθό. Το κακό δεν αποτελεί θέση αλλά άρνηση. Αποτελεί άρνηση του αγαθού ή «παράσιτο στο σώμα του αγαθού10». Και ως άρνηση ή παράσιτο του αγαθού, που είναι και το μόνο υπαρκτό, αγκιστρώνεται σε αυτό. Σε οποιαδήποτε λοιπόν περίπτωση, οτιδήποτε και αν κατορθωθεί από τον άνθρωπο, έχει πάντοτε και κάποιο θετικό στοιχείο. Αποσπώμενο όμως από την κατά φύση προοπτική του, προσλαμβάνει αρνητικό χαρακτήρα. Έτσι και στην περιοχή της επιστημονικής έρευνας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί καταρχήν η αξία οποιουδήποτε επιτεύγματος, αλλά χρειάζεται να ελεγχθεί ο σκοπός και η χρήση του. Και γι’ αυτά αποφασίζει ο ανθρώπινος νους.
Σημαντικό στοιχείο σε σχέση με την επιστημονική έρευνα είναι ο σκοπός, για τον οποίο αυτή πραγματοποιείται. Και, όπως είναι φυσικό, η ποιότητα του σκοπού προσδίδει και αντίστοιχη αξία στην έρευνα. Όταν ο σκοπός είναι εξαρχής αρνητικός, δεν μπορεί η  έρευνα  να θεωρηθεί θετική και να γίνει σεβαστή. Συχνά όμως, ιδιαίτερα στην εποχή μας, η έρευνα γίνεται σεβαστή όχι μόνο ως μέσο για κάποιον σκοπό, αλλά και καθεαυτήν: «Η έρευνα για την έρευνα». Δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία ότι ακόμα και στην περίπτωση αυτή μπορεί να προκύψει κάποιο απροσδόκητο καλό, όπως βέβαια και κάποιο απροσδόκητο κακό. Αλλά μια τέτοια αυτονόμηση της έρευνας την αποσυνδέει τελείως από κάθε ηθικό φραγμό.
Στις λεγόμενες θετικές επιστήμες, όπου δεσπόζει η αρχή της αντικειμενικότητας, κυριαρχούν οι αριθμοί και οι ποσότητες, ενώ ταυτόχρονα παραμερίζονται τα πρόσωπα και οι ηθικές ποιότητες και σχέσεις. Την ίδια μάλιστα τακτική ακολουθούν συχνά και οι κοινωνικές επιστήμες και πρωτίστως η κοινωνιολογία, μολονότι αυτές ασχολούνται με τον άνθρωπο και την κοινωνική του ζωή. Η τακτική αυτή, που επικράτησε στον επιστημονικό κόσμο μετά τον θρίαμβο των θετικών επιστημών, παραβλάπτει  τις κοινωνικές επιστήμες και τις απομακρύνει από τον πραγματικό σκοπό τους. Επιπλέον η τακτική αυτή αδικεί την πρόταξη του προσώπου, που συνιστά την αρχή και την πληρότητα του είναι. Από την στιγμή που παραμερίζεται το πρόσωπο νεκρώνεται  η  ζώσα αλήθεια.
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του πολιτισμού της εποχής μας, όπως και των επιστημονικών ερευνών που πραγματοποιούνται μέσα στο πλαίσιό του, είναι ο παραμερισμός του προσώπου και η υπαγωγή του στο απρόσωπο σύνολο, ή ακόμα και στην άλογη φύση. Ο παραμερισμός αυτός, που εμφανίζεται αφετηριακά ως μεθοδολογικός, είναι και αποδεικνύεται τελικά ουσιαστικός. Ο σύγχρονος πολιτισμός όχι μόνο δεν είναι πνευματοκεντρικός, όπως θα ταίριαζε στον άνθρωπο που ξεχωρίζει μέσα στον κόσμο με το πνεύμα του, αλλά δεν είναι ούτε τεχνοκρατικός, όπως συχνά λέγεται. Βέβαια υπάρχουν πάντοτε τα τεχνοκρατικά στοιχεία, όπως και τα γνωρίσματα εκείνα, που μαρτυρούν  τον πνευματικό παράγοντα  στον άνθρωπο. Αυτά όμως δεν είναι μόνο ατροφικά αλλά και ατελέσφορα.
 Ο πολιτισμός μας έγινε μηχανοκρατικός. Και η μηχανοκρατία δεν έγκειται στην αύξηση της δυναμικής των μηχανών ή των διευκολύνσεων που παρέχουν αυτές στον άνθρωπο, αλλά στην επικράτηση του ψυχρού πνεύματος που καλλιεργούν· έγκειται στην κυριαρχία της μηχανιστικής λογικής που προωθούν και εμπεδώνουν. Και η εποχή μας είναι μηχανοκρατική, γιατί διαμορφώνει τους ανθρώπους «κατ’  εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» των μηχανών· στεγνώνει την καρδιά, μηχανοποιεί τον νου και ισοπεδώνει την προσωπικότητά τους. Όλοι οι άνθρωποι και όλες οι δραστηριότητές τους ανάγονται σε αριθμούς, περιγράφονται με αριθμούς και εγκλωβίζονται στους αριθμούς.
Αλλά ο άνθρωπος παραμένει άνθρωπος, όσο υπάρχει και αναπτύσσεται ως πρόσωπο. Η αρχή του προσώπου είναι η θεμελιώδης αρχή της ορθόδοξης  χριστιανικής ανθρωπολογίας, όπως άλλωστε και της θεολογίας. Όταν καταλύεται το πρόσωπο, τότε ούτε ο άνθρωπος παραμένει ως άνθρωπος ούτε ο Θεός λατρεύεται ως ζων Θεός. Εξάλλου ουσιώδες γνώρισμα της «κατ’ εικόνα Θεού» δημιουργίας του ανθρώπου είναι η κυριαρχική του εξουσία. Ο άνθρωπος δεν υπόκειται σε τίποτε και σε κανέναν, αλλά υπάρχει ως δεδομένο ακόμα και για τον ίδιο τον Θεό. Γι’  αυτό και οι σχέσεις του με τον Θεό στηρίζονται στην αρχή της ελευθερίας. Καθετί που τον υποδουλώνει και μειώνει την αξία του ως προσώπου προσλαμβάνει αρνητική αξία.
Μέσα στο πλαίσιο αυτό είναι φυσικό να προβάλλουν επιτακτικά ορισμένα ερωτήματα για τον σκοπό και την έκταση της εφαρμογής των επιστημονικών ερευνών. Αλλά πριν από όλα χρειάζεται να τεθεί το ερώτημα του Σωκράτη προς τους φιλοσόφους της εποχής του, που προσπαθούσαν να μελετήσουν την φύση: «Άραγε, έλεγε,  γνώρισαν οι άνθρωποι αυτοί όσο έπρεπε τα ανθρώπινα πράγματα και επιδόθηκαν στα άλλα, ή άφησαν τα ανθρώπινα και ερευνούν άλλα πράγματα, νομίζοντας μάλιστα πως κάνουν και το καθήκον τους11
Πρώτιστο καθήκον του ανθρώπου είναι η έρευνα και γνώση του εαυτού του. Και το μεγαλύτερο λάθος του έγκειται στο ότι συνήθως αδιαφορεί τελείως για την εξέταση και επίγνωση του εαυτού του και ασχολείται μόνο με την έρευνα του κόσμου. Δεν κάνει δηλαδή απλώς μια άδικη κατανομή του ενδιαφέροντός του σε βάρος του εαυτού του, αλλά προχωρεί συχνά σε αποκλειστική μονομέρεια και πλήρη εγκατάλειψη του εαυτού του εν ονόματι της έρευνας του κόσμου.
Το επόμενο ερώτημα που ανακύπτει αναφέρεται στα όρια των ερευνών και των εφαρμογών τους: Επιτρέπεται να κάνει ο άνθρωπος όλα, όσα μπορεί να κάνει; Δεν οφείλει να έχει κάποιους φραγμούς στις έρευνες και στις εφαρμογές τους; Αν ναι, πως μπορούν να καθοριστούν οι επιλογές και οι φραγμοί του αυτοί; Ποιά κριτήρια πρέπει να ισχύσουν; Ποιοί κανόνες χρειάζεται να υπάρξουν; Ιδίως στην εποχή μας, που οι επιστημονικές έρευνες βρίσκονται σε έξαρση και κινούνται σε τεράστιο φάσμα, έχοντας συμπεριλάβει και καταστήσει αντικείμενο πειραματισμού και επεξεργασίας και την ίδια την προσωπικότητα του ανθρώπου, τα ερωτήματα αυτά προσλαμβάνουν τεράστια σπουδαιότητα. Αυτό γίνεται εμφανέστερο στην περιοχή της Βιοτεχνολογίας, όπου διερευνάται η τεχνητή μετατροπή του γενετικού υλικού για την δημιουργία οργανισμών με νέες ιδιότητες και ικανότητες.
Η Βιοτεχνολογία, και ιδιαίτερα η Βιοϊατρική, διάνοιξαν νέες προοπτικές με ευεργετικές συνέπειες για την υγεία και την ζωή του ανθρώπου. Έτσι άλλωστε  κατανοείται και το μεγάλο ενδιαφέρον που παρουσιάζουν αυτές στην εποχή μας. Παράλληλα όμως προκάλεσαν και σοβαρές αμφισβητήσεις, που αφορούν την ορθότητα και την νομιμότητα των ερευνών τους σε ορισμένους τομείς. Ο τρόπος αντιμετωπίσεως των ανθρωπίνων εμβρύων, οι πειραματισμοί που γίνονται σε αυτά, η προσπάθεια κατασκευής ειδικών κατηγοριών ανθρώπων, όπως και άλλα συναφή εγχειρήματα, εγγίζουν αδιάκριτα τον άνθρωπο και την ζωή. Εδώ πλέον δεν διακυβεύονται κάποια συμφέροντα ή έστω και η ίδια η ζωή του ανθρώπου, αλλά η ιδιατερότητα και τελικά η ταυτότητά του.
Η ορθόδοξη θεολογία δεν έχει λόγο να εξετάσει ή να αξιολογήσει την επιστημονική έρευνα καθεαυτήν. Οφείλει όμως να το κάνει αυτό σε σχέση με το αντικείμενο που προσεγγίζει και με τον σκοπό που επιδιώκει. Εφόσον η επιστημονική έρευνα εξυπηρετεί τον άνθρωπο και την ζωή του, είναι φυσικό να την χαιρετίζει και να την επαινεί. Αλλά η έρευνα δεν έχει βούληση ή συνείδηση. Και η εξυπηρέτηση του ανθρώπου δεν εξαρτάται από αυτήν, αλλά από τους στόχους που θέτει και τις διαθέσεις που έχει ο ερευνητής. Το άλλο σοβαρό πρόβλημα που ανακύπτει εδώ είναι ότι ο ερευνητής δεν είναι συνήθως  κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο που ενεργεί αυτόνομα και κατά συνείδηση, αλλά διάφοροι απρόσωποι οργανισμοί με δικούς τους στόχους και σκοπούς, που είναι σχεδόν πάντοτε κερδοσκοπικοί ή εξουσιαστικοί.
Αλλά πέρα από αυτά γνωρίζουμε ότι η επιστημονική έρευνα δεν αναζητεί την αλήθεια καθεαυτήν. Δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια που υπερβαίνει την προσκαιρότητα και τις σωματικές αισθήσεις. Κριτήριο της αλήθειας στο επιστημονικό επίπεδο είναι χρηστικότητα και η αντοχή της στην διαψευσιμότητα12. Αυτό σημαίνει ότι κάθε επιστημονική αλήθεια είναι σχετική, και αναγνωρίζεται ως αλήθεια μέχρις ότου διαψευσθεί ή συμπληρωθεί. Η επιστήμη προχωρεί κάθε φορά χρησιμοποιώντας κάποια αλήθεια που διαπιστώνει. Και η επιστημονική έρευνα αποσκοπεί στην επισήμανση και την αξιοποίηση της χρηστικής αυτής αλήθειας. Αλλά η χρήσιμη και συμβατική αλήθεια δεν πρέπει καθόλου να συγχέεται με την θεολογική. Η θεολογική αλήθεια είναι απόλυτη δεν προέρχεται καν από το επίπεδο του κτιστού που είναι συμβατικό, αλλά του ακτίστου που είναι απόλυτο. Χρησιμοποιώντας την αριστοτελική ορολογία θα μπορούσαμε να πούμε ότι η θεολογία αποσκοπεί στα «μη ενδεχόμενα άλλως έχειν», ενώ η επιστήμη στα «ενδεχόμενα άλλως έχειν»13.
Η αλήθεια κατά την ορθόδοξη θεολογία δεν ανακαλύπτεται από τον άνθρωπο, αλλά προσφέρεται απευθείας από τον Θεό. Ο άνθρωπος δεν δημιουργεί την αλήθεια, αλλά την αποδέχεται και την ζει με την τήρηση της θείας εντολής, που είναι «ζωή αιώνιος»14. Έτσι εντάσσεται ο άνθρωπος στο έργο του Θεού και γίνεται συνεργός του για την ανόρθωση και την τελείωσή του. Η αλήθεια λοιπόν αυτή, που ταυτίζεται τελικά με τον Θεό, δεν προσφέρεται ως αντικειμενική γνώση, αλλά ως προσωπική σχέση. Το λάθος όμως, που εμπεδόθηκε στην συνείδηση του νεωτερικού και μετανεωτερικού ανθρώπου με την απολυτοποίηση της επιστήμης, είναι η αναγωγή της επιστημονικής αλήθειας σε απόλυτη αλήθεια· είναι η αδιαφορία και η πλήρης περιφρόνηση της οντολογικής, όπως και κάθε υπερφυσικής αλήθειας.
Η επιστημονική έρευνα με την μεθοδολογική αντικειμενικότητα, που είναι υποχρεωτική και επιβάλλεται στις επιστημονικές έρευνες, οδηγεί αβίαστα στην λήθη της προτάξεως του προσώπου και της αξίας του προσωπικού. Εύκολα τον καθηλώνει στα πράγματα και τον αλλοτριώνει από τον εσωτερικό του κόσμο, από τον «κρυπτόν της καρδίας άνθρωπον»15. Και όταν ο άνθρωπος υποκύπτει στον πειρασμό αυτόν, δεν είναι δυνατό να σκέφτεται και να ενεργεί σωστά ούτε για τον εαυτό του ούτε για τους άλλους·νεκρώνεται πνευματικά και εκπέμπει γύρω του οσμή θανάτου. Ψηλαφητή αποτύπωση του φαινομένου αυτού έχουμε σήμερα όχι μόνο στην κατάσταση της κοινωνίας αλλά και στο φυσικό περιβάλλον. Η μόλυνση και η καταστροφή, που σημειώνονται στο φυσικό περιβάλλον, αντανακλούν την μόλυνση και την καταστροφή, που προηγήθηκαν στον ανθρώπινο νου.
Η επέκταση της μεθοδολογίας των θετικών επιστημών σε ολόκληρο το επιστημονικό φάσμα, απ’  όπου δεν εξαιρέθηκαν ούτε οι κοινωνικές επιστήμες, άνοιξε ολισθηρό δρόμο για την επιστήμη και την επιστημονική έρευνα. Η μεθοδολογία αυτή, χωρίς να είναι καθ’ εαυτήν κακή, αφού άλλωστε εξυπηρετεί ανθρώπινες ανάγκες, αφήνει στο περιθώριο τα κεφαλαιώδη θέματα της ζωής, όπως είναι η αγάπη, ο πόνος, ο θάνατος. Όλα αυτά κινούνται πέρα από την αντικειμενικότητα, γιατί αφορούν τον άνθρωπο ως πρόσωπο και την σχέση του με τα άλλα πρόσωπα και τον κόσμο. Όταν αυτά τοποθετούνται στην προκρούστεια κλίνη της θετικής μεθοδολογίας, είναι φυσικό να ακρωτηριάζονται.
Παραταύτα αξίζει να σημειωθεί ότι όχι μόνο στις κοινωνικές, αλλά και σε αυτές ακόμα τις λεγόμενες θετικές επιστήμες υποχωρεί το μηχανιστικό κοσμοείδωλο και εμφανίζονται θεωρίες που προβάλλουν την οντολογική σπουδαιότητα του ανθρώπου για την προσέγγιση του φυσικού κόσμου. Στην προοπτική αυτήν ολόκληρος ο φυσικός κόσμος  κατανοείται περισσότερο ως «διαστρωμάτωση πολλών οντολογικών επιπέδων, όπου το ένα αναφέρεται στο άλλο, χωρίς όμως να χάνει το δικό του οντολογικό περιεχόμενο και την δική του ιδιαιτερότητα. Βέβαια το επίπεδο του ανθρώπου ξεπερνά ασυγκρίτως τα προηγούμενα επίπεδα (φυσικοχημικό, μοριακό, βιολογικό, ψυχικό), εμφανίζοντας νέα οντολογικά χαρακτηριστικά»16, που ανάγονται τελικά στην αρχή του προσώπου. Η αρχή αυτή, που έχει ως κύριο περιεχόμενο την αγάπη, αποτελεί και τον μόνο ουσιαστικό παράγοντα για τον θετικό η τον αρνητικό προσανατολισμό της επισημονικής  πορείας και έρευνας.
Η επιστημονική έρευνα δεν θα μπορέσει ποτέ να λύσει η να εξηγήσει τα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου σε σχέση με το νόημα και τον σκοπό της ζωής του για δύο βασικούς λόγους: α) Επειδή αυτά δεν μπορούν να αντικειμενοποιηθούν, και β) επειδή «η λογική αυτού του κόσμου δε θα μπορέσει να κατανοήσει ποτέ πλήρως την αλήθειά του, γιατί ακριβώς αποτελεί μέρος του», ενώ κάθε σύστημα, όπως και ο κόσμος ως σύστημα, μπορεί να κατανοηθεί «μόνο από ένα άλλο σύστημα που το υπερβαίνει»17. Εδώ ακριβώς προβάλλει και η αρμοδιότητα της θεολογίας.
Κατά παράδοξο ίσως για τους θετικούς επιστήμονες τρόπο η θεολογία προσφέρει με μεθοδολογία θετικής επιστήμης εξηγήσεις και λύσεις στα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου «υπερβαίνοντας» το σύστημα του κόσμου. Η χριστιανική θεολογία δεν δημιουργείται με την προσπάθεια του ανθρώπου να υπερβεί τον κόσμο, όπως συμβαίνει με την μυθολογία η την ανθρωπογενή θρησκεία, αλλά με την «εν ταπεινώσει» αποδοχή της υπερκόσμιας αλήθειας που φανερώνει ο Θεός. Δεν λειτουργεί ως θρησκευτικό εργαλείο αλλά ως οδοδείκτης. Η χριστιανική θεολογία έχει εξαγγελτικό ή αφηγηματικό χαρακτήρα· εξιστορεί την αλήθεια της φανερώσεως και του έργου του Θεού μεταξύ των ανθρώπων.
 Η αλήθεια του Θεού δεν επιβάλλεται αναγκαστικά στον άνθρωπο ούτε απαιτεί την άκριτη αποδοχή της εκ μέρους του. Η αποδοχή ή μη αποδοχή της εξαρτάται από την ελευθερία του ανθρώπου. Και αν η πεμπτουσία της αλήθειας αυτής είναι η ανάσταση («ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών»)18, η αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση για την αποδοχή της είναι η ελευθερία. Το δεύτερο λησμονείται μερικές φορές από τους εκπροσώπους του Χριστιανισμού. Αλλά αυτό είναι απαράδεκτο, γιατί χωρίς την προϋπόθεση της ελευθερίας ολόκληρο το έργο της θείας οικονομίας γίνεται ακατανόητο.
Η «διδαχή» του Χριστιανισμού, όπως δηλώνεται από τον ίδιο τον Χριστό, προτείνεται στον άνθρωπο ως υπόθεση προς επαλήθευση και αποδοχή ή απόρριψη, όπως ακριβώς συμβαίνει στις θετικές επιστήμες σε ένα άλλο βέβαια επίπεδο. Ενώ δηλαδή το επίπεδο στο οποίο κινούνται οι θετικοί επιστήμονες είναι ο αντικειμενικός κόσμος, το επίπεδο στο οποίο κινείται η θεολογία είναι το πρόσωπο. Και ενώ οι θετικοί επιστήμονες αναζητούν την αντικειμενική αλήθεια, η θεολογία εξετάζει  την αλήθεια της ζωής· την αλήθεια των εντολών που φανερώνεται στο επίπεδο των προσώπων, παρέχει ζωή και ελευθερώνει19.
Η διδαχή του Χριστού δεν μερίζεται, όπως μερίζονται οι διάφορες περιοχές του επιστημονικού επιστητού, αλλά είναι ενιαία και αδιαίρετη. Και αυτό συμβαίνει, γιατί είναι αλήθεια ζωής, και η ζωή είναι ενιαία και αδιαίρετη. Η επιλεκτική αποδοχή και τήρηση της διδαχής του Χριστού, και προπαντός ο παραμερισμός ή ο μετριασμός των εντολών εκείνων, που φαίνονται δύσκολες ή ακατόρθωτες, δεν μπορεί να ευνοήσει τον πραγματικό πειραματισμό της χριστιανικής διδαχής. Άλλωστε όσα παραμερίζονται ή μετριάζονται από την διδαχή αυτήν, είναι συνήθως εκείνα που συνιστούν την ειδοποιό διαφορά της. Έτσι η αγάπη προς τους εχθρούς, όπως και το «μίσος» προς την φιλαυτία, το λεγόμενο «αυτομίσος», αποτελούν ιδιάζοντα στοιχεία της χριστιανική διδαχής, χωρίς τα οποία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί η πλήρης εμπειρική επαλήθευσή της20.
Η αγάπη προς τους εχθρούς και το αυτομίσος είναι τα κατεξοχήν όργανα για τον εμπειρικό πειραματισμό της διδαχής του Χριστού. Το μίσος αυτό δεν είναι αναιρετικό της αγάπης, αλλά αντιθέτως ουσιαστικό γνώρισμά της. Είναι μίσος που διασφαλίζει την αγάπη από παρείσακτα αρνητικά στοιχεία και αποτρέπει την παραφθορά της από την ανθρώπινη φιλαυτία. Ατενίζοντας ο άνθρωπος από την μία πλευρά την αγάπη του Θεού, και από την άλλη την δική του κατάσταση, αισθάνεται αποστροφή και μίσος προς τον αμαρτωλό εαυτό του. Το μίσος αυτό, όπως και η αγάπη που φανέρωσε ο Χριστός, έχoυν κενωτικό χαρακτήρα και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την εμπειρική επαλήθευση της χριστιανικής αλήθειας.
Η εμπειρική επαλήθευση εδώ, όπως και σε όλες τις εντολές δεν συνιστά αποτέλεσμα εξωτερικής διαδικασίας, αλλά άμεση προσωπική εμφάνεια, που δεν υπόκειται σε καμία εξωτερική ακύρωση ή αμφισβήτηση. Βέβαια όλοι δεν προσεγγίζουν την χριστιανική διδαχή με τον προσωπικό αυτόν πειραματισμό. Αλλά και στο επίπεδο των θετικών επιστημών δεν έχουν όλοι άμεση γνώση των επιστημονικών πορισμάτων. Προσωπική εμπειρία της επιστημονικής αλήθειας έχουν μόνο οι ερευνητές και όσοι ακολούθως επιδοθούν στον πειραματισμό της. Όλοι όμως είναι σε θέση να αποδεχθούν και να απολαύσουν τους καρπούς της. Παρομοίως και στο επίπεδο της θεολογίας προσωπική εμπειρία της θεολογικής αλήθειας έχουν μόνο οι άγιοι που την έζησαν και όσοι ακολούθως επιδίδονται με αυταπάρνηση στην βίωσή της. Αλλά και όλοι  όσοι την αποδέχονται και την τηρούν μπορούν κατά το μέτρο της δεκτικότητάς τους να απολαύσουν τους καρπούς της.
 Αυτονόητο βέβαια πρέπει να θεωρείται ότι, όπως στις θετικές επιστήμες χρειάζονται τα απαραίτητα μέσα ή όργανα πειραματισμού, έτσι και στον θεολογικό χώρο χρειάζονται τα σχετικά μέσα ή όργανα προσεγγίσεως της αλήθειας. Και πάλι όμως τα μέσα αυτά δεν πρέπει να αναζητηθούν στο επίπεδο του  αντικειμενικού κόσμου, όπως συμβαίνει στις θετικές επιστήμες, αλλά στο επίπεδο των προσώπων. Και τα μέσα αυτά είναι· α) η ταπείνωση, για να μπορέσει ο άνθρωπος να δεχθεί την αποκάλυψη του Θεού, κατ’ εικόνα του οποίου δημιουργήθηκε και να μη δημιουργήσει ο ίδιος θεό κατά την δική του εικόνα, και β) η καθαρότητα της καρδιάς, για να δεχθεί σωστά και να μην παραμορφώσει η συσκοτίσει την θεία αλήθεια. Αυτά τα μέσα είναι πρόσφορα όχι μόνο για την αποδοχή της αλήθειας της θείας αποκαλύψεως, αλλά και για την αποφυγή του κινδύνου της θρησκειοποιήσεως.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Χριστός μακαρίζει τούς «καθαρούς τη καρδία», γιατί αυτοί θα δουν τόν Θεό 21. Η καθαρότητα δηλαδή της καρδιάς, που είναι ταυτόσημη με την καθαρότητα του νου, παρουσιάζεται ως προϋπόθεση της θεοπτίας, που αποτελεί την πηγή της εμπειρικής θεολογίας. Η σύνδεση αυτή της καθαρότητας της  καρδιάς με την θεοπτία δεν αφορά μόνο τον μέλλοντα αλλά και τον παρόντα αιώνα. Ο μακαρισμός δεν προσδιορίζει χρονικούς περιορισμούς για την θεοπτία, αλλά την συνδέει άμεσα με την καθαρότητα της καρδιάς. Όπως τονίζει και ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, όταν αποκτάται η καθαρότητα αυτή, έρχεται και η θεοπτία. Βέβαια η καθαρότητα της καρδιάς ως αδιάπτωτη κατάσταση αναμένεται στον μέλλοντα αιώνα. Το ίδιο ισχύει και για την θεοπτία. Στον βαθμό όμως που κατορθώνεται μέσα στον κόσμο η καθαρότητα αυτή, ακολουθεί και η θεοπτία22. Η θεολογία της Εκκλησίας είναι σε τελική ανάλυση καρπός θεοπτίας· καρπός αλήθειας που παρέχει ζωή και ελευθερώνει. Και οι αυθεντικοί θεολόγοι της Εκκλησίας ήταν θεόπτες.
*Το παρόν άρθρο υπήρξε εισήγηση σε Ημερίδα Θεολόγων καθηγητών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Μαγνησίας, Βόλος 12 Μαρτίου 2012 και δημοσιεύεται για πρώτη φορά στην Πεμπτουσία.
Παρατηρήσεις:
1.      Γρηγορίου Παλαμά, Θεοφάνης 19, εκδ. Π. Χρήστου, Γρηγορίου του Παλαμά, Συγγράμματα, τομ. 2, Θεσσαλονίκη 1966, σ. 244-245.
2.      Ιω. 7,17.
3.      Ψαλμ. 33,9.
4.      Ματθ. 11,29.
5.      Ο Γέροντας Σωφρόνιος παρατηρεί: «Μπορούμε να πούμε ότι η σύγχρονη επιστήμη καταδίκασε τον εαυτό της σε φυλάκιση: να μην κινηθεί πέρα από εκείνο το όριο, πίσω από το οποίο δεν εφαρμόζεται, υλικά εκλαμβανόμενη, η εμπειρική μέθοδος». Το μυστήριο της χριστιανικής ζωής, Έσσεξ Αγγλίας 22011, σ. 218.
6.      «Πόσοι γαρ στάδιοι γης η θαλάσσης, και πόσοι κινούνται των αστέρων, και πόσον έτερος του ετέρου προέχει τω τάχει, εάν μη ειδώμεν την εν τούτοις αλήθειαν, ουδέν ημίν εμποδίσει προς το επιτυχείν της εν επαγγελία μακαριότητος». Μ. Βασιλείου, Εις Ψαλμόν 14, PG 29,256.
7.      Αποκ. 1,8.
8.      Αρχιμ. Σωφρονίου, ο.π., σ. 124.
9.      Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια περί αγάπης 4,45, PG 90,1057C.
10.    Βλ. Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Ο Έσσεξ Αγγλίας  102003, σ.151.
11.    Βλ. Ξενοφώντος, Απομνημονεύματα l,1,11-12.
12.    Αναλυτικά για το θέμα αυτό βλέπε στο έργο του K. Popper, TheLogicofScientificDiscovery, Routledge, London- New York 2002, σ.17-21 και 57-73.
13.    Βλ. Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια VI,2,1139a 7-8·  Φυσικά Δ,12, 221b – 222 a 9.
14.    Βλ.  Ιω.10,50.
15.    Αʹ Πέτρ. 3,24.
16.    Γ. Παύλου, Νόστος ασύμμετρος προσώπου, τομ.1, Αθήνα 1994, σ. 59.
17.    Π. Παναγιωτόπουλου, Φυσικές επιστήμες και θεολογία, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 55.
18.    Αʹ Κορ. 15,14.
19.    Βλ. Ιω. 8,31-32· 12,50.
20.    Βλ. π.χ. Ματθ. 5,46.
21.    Ματθ. 5,8.
22.    Βλ. Συμεών Νέου Θεολόγου, Ηθικά 5,106-125, εκδ. J. Darrouzès, «Sources Chrétiennes», τομ. 129, σ. 86-88.

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

Κυριακή Σταυροπροσκυνήσεως: Ο Σταυρός του Χριστού η Ωραιότης της Εκκλησίας!

 "Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί τη σωτηρία μας. Αυτός είναι η ωραιότητα της Εκκλησίας και η καθέδρα της ορθοδόξου θεολογίας".
 (Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη)
Την τρίτη Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία μας προβάλλει στους πιστούς της τον Σταυρό του Κυρίου. Κατά το συναξάρι της ημέρας: «Επειδή με τη σαρανταήμερη νηστεία, κατά κάποιο τρόπο σταυρωνόμαστε και εμείς με τη νέκρωση από τα πάθη, κι έχουμε μια αίσθηση πικρίας με το να μας δημιουργείται ακηδία και κατάπτωση, μπαίνει μπροστά μας ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός, σαν αναψυχή και στήριγμά μας, και σαν υπόμνηση του Πάθους του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και παρηγοριά: αν ο Θεός μας σταυρώθηκε για μας, πόσα πρέπει να κάνουμε εμείς για χάρη Του; Ανακουφιζόμαστε λοιπόν από τους κόπους μας, με την παράθεση των δεσποτικών θλίψεων και με την υπόμνηση και ελπίδα της δόξας που ήρθε μέσα από τον Σταυρό». Κι είναι πράγματι μία επιπλέον ευκαιρία που δίνει η Εκκλησία για να προβληματιστούμε πάνω στο μέγιστο μυστήριο της Σταυρικής Θυσίας του Κυρίου μας.


1. Ο Σταυρός του Χριστού: ιστορικό γεγονός.
Στο Σύμβολο της Πίστεως, εκεί που αναφέρεται στον Σταυρό του Κυρίου, λέει: «Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου». Ο Χριστός σταυρώθηκε στην Ιουδαία επί της ηγεμονίας του Ποντίου Πιλάτου. Η σταύρωση δηλαδή έχει ιστορικές συντεταγμένες. Δεν αποτελεί ένα μύθευμα – συνέβη «μια φορά κι έναν καιρό», δηλαδή ποτέ. Ούτε πάλι κατανοείται ως πιθανή ψευδαίσθηση ορισμένων πιστών. Πρόκειται για γεγονός της ιστορίας, που προκαλεί τον οιονδήποτε, πιστό ή αμφισβητία, να ερευνήσει το γεγονός, να το ψηλαφήσει με ανθρώπινα μέσα, να το εντάξει μέσα σε ευρύτερα πλαίσια. Με άλλα λόγια, η αποδοχή της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού και των παθών Του είναι αναμφισβήτητη. Μόνον κακοπροαίρετοι και ελλειμματικοί κατά τον νου προκαλούν ερωτηματικά πάνω στα αυτονόητα. Η ίδια η ιστορία όμως τους διαψεύδει. Ο Χριστός έπαθε «επί Ποντίου Πιλάτου».
Για τους πιστούς όμως υπάρχει και η οραματική επιβεβαίωση του γεγονότος της Σταύρωσης και από πολλούς αγίους. Δεν είναι λίγοι οι άγιοι που «είδαν» με τη χάρη του Θεού τα γεγονότα του Πάθους. Θυμόμαστε για παράδειγμα το περιστατικό του Γεροντικού με τον όσιο Ποιμένα. Σε έκσταση ευρισκόμενος αλλοιώθηκε το πρόσωπό του, ενώ δάκρυα το αυλάκωναν πυκνά. Και πιεζόμενος από τους μαθητές του ομολόγησε: «Ήμουν κάτω από τον Σταυρό του Κυρίου με την Παναγία Μητέρα Του και τον άγιο Ιωάννη. Πόσο θα ήθελα διαρκώς να κλαίω έτσι μαζί τους!» Παρόμοιο όραμα – και όχι μία μόνο φορά – έζησε και ο μεγάλος Γέροντας της εποχής μας π. Πορφύριος. Κι εκείνος Μεγάλη Πέμπτη βράδυ, αλλά και άλλη φορά, «είδε» τον Εσταυρωμένο και συγκλονισμένος, τόσο που δεν μπορούσε να συνεχίσει την ακολουθία, έζησε στιγμές από το άγιο Πάθος Του.
2. Ο Σταυρός: μυστήριον μέγα.
Αν όμως η ιστορικότητα της Σταύρωσης του Κυρίου είναι αναμφισβήτητη, εκείνο που δημιουργεί πρόβλημα αποδοχής είναι το είδος του σταυρικού μαρτυρίου του Χριστού. Το μαρτύριο του Χριστού δεν είναι κάτι το εξωτερικό: βάσανα που φαίνονται. Τέτοια βάσανα σωματικής μορφής πέρασαν άνθρωποι, προ Χριστού και μετά Χριστόν. Το μαρτύριο του Χριστού είναι ποιοτικό, έχει δηλαδή βάθος που δεν μπορεί να προσεγγιστεί παρά μόνον με την πίστη. Διότι επάνω στον Σταυρό δεν πάσχει ένας άνθρωπος, αλλ’ ο ίδιος ο Υιός του Θεού ως άνθρωπος.
Η εν πίστει προσέγγιση – δείγμα της χάρης του Θεού – διανοίγει τους οφθαλμούς της καρδιάς για να δει ο άνθρωπος την πραγματικότητα: την άρση της αμαρτίας του κόσμου από τον Χριστό. Ο Χριστός πάνω στον Σταυρό «αίρει την αμαρτίαν του κόσμου», γεγονός που σημαίνει ότι καταργείται για τον άνθρωπο «το σώμα της αμαρτίας» – δεν αμαρτάνει αναγκαστικά πια ο άνθρωπος – και συμφιλιώνεται με τον Θεό. Με τον Σταυρό του Χριστού έτσι διανοίχτηκε η κλειστή θύρα της Βασιλείας των Ουρανών. Ο Ουρανός έγινε φιλικός και πάλι προς αυτόν. Ό,τι έχασε ο άνθρωπος από την ανυπακοή των πρωτοπλάστων, το κέρδισε πολύ περισσότερο τώρα, με τη μέχρι θανάτου υπακοή του Χριστού, του νέου Αδάμ. «Παρ’ ότι ήμασταν εχθροί με τον Θεό, μας συμφιλίωσε μαζί Του ο σταυρικός θάνατος του Υιού Του…Κι όπως η παρακοή του ενός ανθρώπου έκανε όλη την ανθρωπότητα αμαρτωλή, έτσι και με την υπακοή του ενός θα αναγνωριστούν όλοι δίκαιοι από τον Θεό» (Ρωμ. 5, 10. 19). «Άρα ουκέτι εστέ ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφ. 2, 19).
Η άρση της αμαρτίας του κόσμου δεν σχετίζεται με ορισμένες μόνον εποχές. Ο Χριστός «αίρει την αμαρτίαν» σύμπαντος του κόσμου: του προ Αυτού, του κατά την εποχή Του και του μετά από Αυτόν. Έτσι δεν υπάρχει κανείς που να μην είναι ενταγμένος στην κίνηση αγάπης Του, ενώ, ακριβώς γι’ αυτό, δεν υπάρχει αμαρτία ασυγχώρητη. Εκείνος που θα επικαλεστεί μετά τη σταύρωση του Κυρίου τις πολλές και μεγάλες αμαρτίες του για να δικαιολογήσει την απομάκρυνσή του από τον Θεό, ουσιαστικά βλασφημεί τον Σταυρό Εκείνου. Είναι ευνόητο μετά τα παραπάνω ότι οποιαδήποτε λογική προσπάθεια κατανοήσεως του μαρτυρίου του Χριστού διαστρέφει το μαρτύριο και το πάθος Του. Διότι το υποβαθμίζει σε κάτι το φυσικό και ανθρώπινο μόνο. Ο Σταυρός του Χριστού, που αποκορυφώνει το όλος πάθος της ζωής Του, είναι μυστήριο μεγάλο. Αποτελεί θέα των πιστών που κατ’ αναλογία της πίστεώς τους βιώνουν τη χάρη του Θεού μέσα στην καρδιά τους.
3. Ο Σταυρός: φανέρωση της αγάπης του Θεού.
Η αποδοχή του Σταυρού του Κυρίου ως μυστηριακού γεγονότος οδηγεί στην υπέρβαση της παγίδας των «αναλύσεων». Οι αναλύσεις σχετικοποιούν το μυστήριο του Σταυρού και το υποβιβάζουν, όπως είπαμε, στο επίπεδο της ανθρώπινης λογικής. Στην παγίδα αυτή δυστυχώς έπεσαν στο παρελθόν η Δυτική θεολογία και όσοι από τους ορθοδόξους θεολόγησαν με Δυτικά κριτήρια. Δεν ξεχνάμε για παράδειγμα την προσπάθεια του Ανσέλμου Κανταουρίας, που προβληματιζόταν πάνω στο ερώτημα «γιατί έγινε άνθρωπος ο Θεός και γιατί έπαθε». Και η απάντηση που έδινε αποκάλυπτε τη δικανική- νομική κατανόηση της σωτηρίας του ανθρώπου από τον Θεό: να εξιλεωθεί ο Θεός με το πάθος του Υιού Του.
Η ορθόδοξη Εκκλησία απέφυγε τον πειρασμό. Προβληματίστηκε μόνο πάνω στο «έδει παθείν τον Χριστόν», έπρεπε να πάθει ο Χριστός, που σήμαινε γι’ αυτήν κυρίως δύο πράγματα: 1. Το μέγεθος της αμαρτίας του ανθρώπου, τέτοιας που η διδασκαλία μόνη του Χριστού ή και τα θαύματά Του δεν ήταν ικανά προς σωτηρία. Έπρεπε να θυσιαστεί για να αρθεί το χάσμα που η αμαρτία είχε θέσει μεταξύ ανθρώπου και Θεού. 2. Την άπειρη αγάπη του Θεού, που δεν διστάζει να θυσιάσει και τον μονογενή Του Υιό για να σωθεί ο κόσμος. «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν Αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. 3, 16).
Ο προβληματισμός πάνω στην αγάπη του Θεού έθετε για την Ορθόδοξη Εκκλησία και το θέμα της δικαιοσύνης Του. Η δικαιοσύνη του Θεού φανερώθηκε στον Σταυρό ως αγάπη, που σήμαινε κατ’ άνθρωπον αδικία. Και τούτο γιατί ανθρώπινα δεν μπορεί να νοηθεί η καταδίκη του αθώου – του Χριστού που πάσχει υπέρ του αμαρτωλού κόσμου - και η δικαίωση των ενόχων – των ανθρώπων που απαλλάσσονται από την καταδίκη. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη απαιτεί το αντίθετο: την καταδίκη του ενόχου και την απαλλαγή του αθώου. Έτσι με τον Σταυρό ιδίως του Χριστού διαπιστώθηκε ότι η θεία δικαιοσύνη δεν λειτουργεί με τα μέτρα τα ανθρώπινα. Αν λειτουργούσε έτσι, το ανθρώπινο γένος θα έπρεπε λόγω της αμαρτίας του να αφανιστεί. Ευτυχώς για εμάς μέτρο της δικαιοσύνης του Θεού είναι η άπειρη αγάπη Του.
Η πατερική παράδοση επεσήμανε την αλήθεια αυτή, όπως για παράδειγμα την εκφράζει ο μεγάλος Ισαάκ ο Σύρος: «Μην ονομάζεις τον Θεό δίκαιο. Διότι η δικαιοσύνη του Θεού δεν γνωρίζεται στα έργα σου… Πώς θα ονομάσεις τον Θεό δίκαιο, όταν διαβάζεις στο ευαγγέλιο για τον μισθό των εργατών; Φίλε, λέγει, δεν σε αδικώ, θέλω να δώσω και σ’ αυτόν τον τελευταίο όσα έδωσα και σ’ εσένα. Εάν ο οφθαλμός σου είναι πονηρός, όμως εγώ είμαι αγαθός. Πώς θα ονομάσει κανείς δίκαιο τον Θεό, όταν διαβάζει στο ευαγγέλιο τα περί του ασώτου υιού, που εσκόρπισε τον πατρικό πλούτο σε ασωτείες, και όταν έδειξε μόνο κατάνυξη, πώς έτρεξε ο πατέρας και έπεσε στον τράχηλό του, και του έδωσε εξουσία πάνω σ’ όλον τον πλούτο…Πού είναι η δικαιοσύνη του Θεού; Διότι ήμασταν αμαρτωλοί, και ο Χριστός απέθανε για χάρη μας;»
4. Ο Σταυρός: κλήση προς μετοχή.
Η απορροή τόσων μεγάλων δωρεών για τον άνθρωπο από τον Σταυρό του Χριστού - κατάργηση της αμαρτίας, συμφιλίωση με τον Θεό, επανένταξη στη Βασιλεία του Θεού – είναι γνωστό ότι προϋποθέτει και την αποδοχή του ανθρώπου. Αν ο άνθρωπος δεν πιστέψει στον Χριστό, αν δεν γίνει μέλος του μυστικού σώματός Του, της Εκκλησίας, οι δωρεές αυτές παραμένουν ανενέργητες γι’ αυτόν και κενές περιεχομένου. Διότι προς σωτηρία του ανθρώπου απαιτείται όχι μόνο η χάρη του Θεού, αλλά και η δική του η θέληση. Πώς λοιπόν πιο συγκεκριμένα μετέχει κανείς στο Χριστό, δηλαδή γίνεται μέτοχος των δωρεών της σταυρικής Του θυσίας;
1. Με το βάπτισμα. Το βάπτισμα αποτελεί συμμετοχή στον θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου. Όταν τριττώς καταδύεται και τριττώς αναδύεται ο άνθρωπος από την κολυμβήθρα, την «κοιλιά» της Εκκλησίας, συμμετέχει στον θάνατο και την Ανάσταση Εκείνου. Με τη συμμετοχή του αυτή καθαρίζεται, «πεθαίνει», από κάθε αναγκαστική ροπή αμαρτίας και βγαίνει νέος, αναστημένος άνθρωπος. Ο Χριστός γεννιέται μέσα του και γίνεται μέλος του σώματός Του. «Πραγματικά, το βάπτισμά μας σημαίνει πώς συμμετέχουμε στον θάνατο και στην ταφή του Χριστού. Κι όπως ο Πατέρας Θεός με τη δύναμή Του ανέστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, το ίδιο κι εμείς μπορούμε να ζήσουμε μία νέα ζωή. Όπως δηλαδή ενταχτήκαμε οργανικά στο σώμα του Χριστού με μία πράξη που συμβολίζει συμμετοχή στον θάνατό του, έτσι θα συμμετάσχουμε πραγματικά και στην ανάστασή Του» (Ρωμ. 6, 4-5).
2. Με τη θεία Κοινωνία. Η μετοχή του ανθρώπου στον Σταυρό δεν σταματά με το βάπτισμα και το συνακόλουθο βεβαίως χρίσμα. Συνεχίζεται διαρκώς με την εν μετανοία μετοχή του πιστού στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Διότι η Θεία Ευχαριστία προσφέρει τη διακράτηση και την αύξηση της χάρης του Θεού, που εισήλθε στο βάθος της ψυχής διά του βαπτίσματος. Έτσι χωρίς το σώμα και το αίμα του Χριστού ο πιστός αδυνατίζει και μαραίνεται πνευματικά, που σημαίνει ότι οι δωρεές του Σταυρού με την Θεία Ευχαριστία ανανεώνονται και πολλαπλασιάζονται.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μιλώντας για τη Θεία Ευχαριστία τονίζει τον σταυροαναστάσιμο χαρακτήρα αυτής: «Όταν προσίης τω φρικτώ ποτηρίω, ως απ’ αυτής πίνων της πλευράς, ούτω προσίης», όταν προσέρχεσαι δηλαδή στο φρικτό ποτήριο, να προσέρχεσαι σαν να πίνεις από την ίδια την πλευρά του Σωτήρος.
3. Με τον αγώνα για πνευματική ζωή. Ο Χριστιανός δεν γίνεται πνευματικός, μέτοχος δηλαδή των δωρεών του Πνεύματος του Θεού, μόνο με τη συμμετοχή του στα μυστήρια. Μία τέτοια θεώρηση θα έδειχνε ότι η σωτηρία είναι αποτέλεσμα μόνο της χάρης του Θεού χωρίς την ανθρώπινη συνέργεια. Γίνεται και με τον αγώνα του για τήρηση των εντολών του Χριστού. Η τήρηση των εντολών, κυρίως της πίστεως στον Χριστό και της αγάπης στον συνάνθρωπο, τον καθιστά «ανοιχτό» στη χάρη του Θεού και του δημιουργεί τις συνθήκες ορθής μετοχής του στα μυστήρια. Η τήρηση όμως αυτή δεν είναι εύκολη. Απαιτεί σκληρό αγώνα κατά των παθών και των αμαρτιών, ακόμη δε και κατά του αρχεκάκου διαβόλου, που μας πειράζει μέσω των παθών. Έτσι η πνευματική ζωή αποτελεί κυριολεκτικά «μάτωμα» της ψυχής, δόση αίματος, κατά το «δος αίμα και λάβε Πνεύμα», μ’ ένα λόγο κατανοείται ως συσταύρωση με τον Χριστό. «Ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού καθ’ ημέραν και ακολουθείτω μοι» (Λουκ. 9, 23).
Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί τη σωτηρία μας. Αυτός είναι η ωραιότητα της Εκκλησίας και η καθέδρα της ορθοδόξου θεολογίας. Κατά τον υμνογράφο «Σταυρός ο φύλαξ πάσης της οικουμένης, Σταυρός η ωραιότης της Εκκλησίας, Σταυρός βασιλέων το κραταίωμα, Σταυρός πιστών το στήριγμα, Σταυρός αγγέλων η δόξα και των δαιμόνων το τραύμα». Δεν έχουμε παρά να Τον ζούμε καθημερινά με τον τρόπο που είπαμε. Η καθημερινή διαπίστωσή μας θα είναι η συνεχής μεταμόρφωσή μας, όχι από πλευράς ασφαλώς φύσεως, αλλά από πλευράς τρόπου ζωής. Με τον τρόπο αυτό θα ανήκουμε και εμείς σε εκείνους που χαρμονικά θα προσμένουν το «σημείον» του Υιού του ανθρώπου, τον Σταυρό, όταν ως σύμβολό Του θα εμφανιστεί κατά τη Δευτέρα Του Παρουσία.
--------------------------------------------
πηγή: agiameteora
πηγή φωτό: www.saint.gr

Αποστολική περικοπή Γ΄ Κυριακής των Νηστειών (Σταυροπροσκυνήσεως)



Προς Εβραίους δ´ 14 - 16 και ε΄ 1-6
14 Ἔχοντες οὖν ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τοὺς οὐρανούς, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας. 15 οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, πεπειρασμένον δὲ κατὰ πάντα καθ’ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας. 16 προσερχώμεθα οὖν μετὰ παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν. 1Πᾶς γὰρ ἀρχιερεὺς ἐξ ἀνθρώπων λαμβανόμενος ὑπὲρ ἀνθρώπων καθίσταται τὰ πρὸς τὸν Θεόν, ἵνα προσφέρῃ δῶρά τε καὶ θυσίας ὑπὲρ ἁμαρτιῶν, 2 μετριοπαθεῖν δυνάμενος τοῖς ἀγνοοῦσι καὶ πλανωμένοις, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς περίκειται ἀσθένειαν· 3 καὶ διὰ ταύτην ὀφείλει, καθὼς περὶ τοῦ λαοῦ, οὕτω καὶ περὶ ἑαυτοῦ προσφέρειν ὑπὲρ ἁμαρτιῶν.
4 καὶ οὐχ ἑαυτῷ τις λαμβάνει τὴν τιμήν, ἀλλὰ καλούμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, καθάπερ καὶ Ἀαρών. 5 οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς οὐχ ἑαυτὸν ἐδόξασε γενηθῆναι ἀρχιερέα, ἀλλ’ ὁ λαλήσας πρὸς αὐτόν· υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε· 6 καθὼς καὶ ἐν ἑτέρῳ λέγει· σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.


Ερμηνευτική απόδοση υπό Ι. Θ. Κολιτσάρα
(Δ΄)14 Αφού, λοιπόν, έχομεν Αρχιερέα μέγαν, που έχει διαβή τους ουρανούς και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού, τον Ιησούν, τον Υιόν του Θεού, ας κρατώμεν σφικτά την ομολογίαν της πίστεώς μας. 15 Διότι δεν έχομεν Αρχιερέα, ο οποίος-λόγω αγνοίας εκείνων που συμβαίνουν εις ημάς-δεν ημπορεί να αισθανθή συμπάθειαν προς τας πνευματικάς και ηθικάς ημών ασθενείας και αδυναμίας. Τουναντίον έχομεν Αρχιερέα, ο οποίος έχει πειρασθή και δοκιμασθή εις όλα, όσα είναι δυνατόν να πειρασθή η ανθρωπίνη φύσις, ομοίως με ημάς, χωρίς όμως να παρασυρθή εις καμμίαν απολύτως αμαρτίαν. 16 Λοιπόν ας προσευχώμεθα με θάρρος και ακλόνητος πεποίθησιν στον θρόνον της χάριτος, δια να λάβωμεν έλεον και συγχώρησιν των αμαρτιών μας και δια να εύρωμεν την θείαν χάριν, που θα μας βοηθή αποτελεσματικώς εις κάθε περίστασιν πειρασμών και κινδύνων.
(Ε΄)1 Διότι κάθε αρχιερεύς, που λαμβάνεται και ξεχωρίζεται από τους ανθρώπους, όπως συμβαίνει μεταξύ των Ιουδαίων, γίνεται και εγκαθίσταται αρχιερεύς υπέρ των ανθρώπων, δια να προσφέρη δώρα και θυσίας προς συγχώρησιν των αμαρτιών του λαού. 2 Και ημπορεί αυτός να συμπαθή και να φέρεται με μετριοπάθειαν προς αυτούς, που παρασύρονται εις την αμαρτίαν από άγνοιαν και πλάνην, διότι και αυτός σαν άνθρωπος περιβάλλεται και διαποτίζεται και φέρει την ανθρωπίνην ασθένειαν. 3 Ακριβώς δε εξ αιτίας αυτής της ασθενείας και ενόχης του ως ανθρώπου έχει καθήκον να προσφέρη θυσίας και δια τον εαυτόν του, δια την συγχώρησιν των αμαρτιών του, όπως προσφέρει υπέρ του λαού. 4 Και κανείς δεν παίρνει μόνος του και αυθαιρέτως την μεγάλην τιμήν του αρχιερατικού αξιώματος, αλλά την λαμβάνει, όταν προσκαλήται από τον Θεόν, όπως είχε προσκληθή και ο Ααρών. 5 Ετσι και ο Χριστός, ο μέγας Αρχιερεύς, δεν εδόξασε μόνος του τον εαυτόν του στον να γίνη Αρχιερεύς, δεν απέμεινε αυτός στον εαυτόν του το αξίωμα, αλλ' ο Θεός, ο οποίος ελάλησε προς αυτόν και του είπε· “συ είσαι Υιός μου, εγώ σε εγέννησα σήμερα, που σου έδωκα την ανθρωπίνην φύσιν”. 6 Καθώς και εις άλλο χωρίον της Γραφής λέγει· “συ είσαι ιερεύς στον αιώνα, έχεις αιωνίαν και ακατάλυτον την αρχιερωσύνην, σύμφωνα με τον τύπον, που προφητικώς εδόθη εν τω προσώπω του Μελχισεδέκ εις την Π. Διαθήκην”.

------------------------------------------------------
πηγή: saint.gr

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

Νά στρέφετε τήν κάθε θλίψη στή γνώση τοῦ Χριστοῦ, στήν ἀγάπη Του, στή λατρεία Του. ( Ἅγιος Πορφύριος )

 Η ψυχή σας να δίδεται στην ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», για όλες σας τις έγνοιες, για όλα και για όλους.
Η ευαισθησία δεν έχει διόρθωση.
Μπορεί μόνο να μετασχηματισθεί, να μεταποιηθεί, να μετατραπεί, να μεταμορφωθεί, να μεταστοιχειωθεί, να γίνει αγάπη, χαρά, θεία λατρεία.

Πώς; Με τη στροφή προς τα άνω. Να στρέφετε την κάθε θλίψη στη γνώση του Χριστού, στην αγάπη Του, στη λατρεία Του.
Κι ο Χριστός που συνεχώς περιμένει με λαχτάρα να μας βοηθήσει, θα σας δώσει την χάρη Του και τη δύναμή Του και θα μεταστρέφει τη θλίψη σε χαρά, σε αγάπη για τούς αδελφούς, σε λατρεία προς τον ίδιο.Έτσι θα φύγει το σκοτάδι..

Να θυμάστε τον Απόστολο Παύλο. Τί έλεγε; «Νυν χαίρω εν τοις παθήμασί μου»
Η ψυχή σας να δίδεται στην ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ,ελέησον με», για όλες σας τις έγνοιες, για όλα και για όλους.
Μην κοιτάζετε αυτό πού σας συμβαίνει, αλλά να κοιτάζετε το φως, τον Χριστό, όπως το παιδί κοιτάζει την μητέρα του, όταν κάτι του συμβεί. Όλα να τα βλέπετε χωρίς άγχος, χωρίς στενοχώρια, χωρίς πίεση, χωρίς σφίξιμο. Δεν είναι ανάγκη να προσπαθείτε και να σφίγγεστε.

Όλη σας ή προσπάθεια να είναι ν’ ατενίσετε προς το φως, να κατακτήσετε το φως. Έτσι, αντί να δίδεσθε στη στενοχώρια, που δεν είναι του Πνεύματος του Θεού, θα δίδεσθε στη δοξολογία του Θεού.
Αγιος Πορφύριος
  Πηγή: agapienxristou.blogspot.gr

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014

Πότε ἡ ὑπηρεσία μας πρός τούς ἄλλους εἶναι εὐπρόσδεκτη ἀπό τόν Θεό.

 

 Γράφει ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος:

   «Εκείνοι που από ανωριμότητα δεν μπορούν ακόμη να επιδοθούν τελείως στο έργο της προσευχής, αυτοί πρέπει να αναλάβουν την υπηρεσία των αδελφών με ευλάβεια και πίστη και φόβο Θεού, σαν να υπηρετούν εντολή του Θεού και πνευματική υπόθεση, και όχι σαν να περιμένουν μισθό και δόξα ή ευχαριστία από ανθρώπους. Επίσης να μη γογγύζουν διόλου, ούτε να υψηλοφρονούν ή να αμελούν και να χαλαρώνουν. Έτσι δε θα σπιλώνεται και δε θα διαφθείρεται το αγαθό αυτό έργο, αλλά μάλλον με την ευλάβεια, το φόβο και τη χαρά, θα γίνεται ευπρόσδεκτο από το Θεό»[1].Ἑπομένως:
-Πότε ἡ ὑπηρεσία μας πρός τούς ἄλλους εἶναι ἀρεστή στόν Θεό;
1)Ὅταν γίνεται μέ εὐλάβεια, πίστη καί φόβο Θεοῦ.
2)Ὅταν τήν πραγματώνουμε ὡς ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ἀνθρωπάρεσκα.
3)Ὅταν διακονοῦμε ὄχι ἐπειδή νομίζουμε ὅτι θά λάβουμε μισθό ἀπό τούς ἀνθρώπους, οὔτε ἀναμένοντας τιμή καί εὐχαριστία ἀπό αὐτούς, ἀλλά περιμένοντας τήν Θεία ἀνταπόδοση.
 4)Τέλος, γιά νά εἶναι θεάρεστη ἡ διακονία μας θά πρέπει νά μήν γίνεται μέ γογγυσμό ἤ ὑψηλοφροσύνη ἤ ἀμέλεια ἤ χαυνότητα. Τότε, ὅταν ὑπάρχουν αὐτά ἤ ἔστω ἕνα ἀπό τά ἀνωτέρω, τότε τό ἔργο μας μολύνεται καί καταστρέφεται.
Συνοψίζοντας: τότε ἡ διακονία μας εἶναι εὐπρόσδεκτη ἀπό τόν Θεό ὅταν γίνεται μέ εὐλάβεια, φόβο Θεοῦ καί χαρά.
ΤΩ ΔΕ  ΘΕῼ ΗΜΩΝ ΔΟΞΑ ΠΑΝΤΟΤΕ ΝΥΝ ΚΑΙ ΑΕΙ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΑΣ ΑΜΗΝ!
Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης
http://Hristospanagia3. Blogspot.com



[1] Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου, Παράφρασις Συμεών τοῦ Μεταφραστοῦ εἰς ρν κεφάλαια, εἰς τούς Πεντήκοντα λόγους τοῦ Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου, Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, Μετάφραση Ἀντώνιος Γαλίτης, Τόμος Γ΄, Ἐκδόσεις Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας.
Τό πρωτότυπο κείμενο: «κδ΄. Τούς μήπω δυναμένους ἄκρως τῷ τῆς εὐχῆς ἔργῳ διά νηπιότητα ἑαυτούς ἐπιτρέπειν, τούτους τήν ὑπηρεσίαν τῶν ἀδελφῶν μετ’ εὐλαβείας καί πίστεως, φόβου τε θείου, καταδέξασθαι χρή, ὡς τοῦ Θεοῦ ἐντολῇ καί ὡς πνευματικῷ πράγματι διακονουμένους, ἀλλ’ οὐχ ὡς παρ’ ἀνθρώπων μισθόν ἤ τιμήν καί εὐχαριστίαν προσδοκωμένους, μή διδόντας χώραν ὅλως γογγυσμῷ ἤ ὑψηλοφροσύνῃ ἤ ἀμελείᾳ καί χαυνότητι· ὡς μή τό ἀγαθόν τοῦτον ἔργον σπιλοῦσθαι καί παραφθείρεσθαι, διά δέ τῆς εὐλαβείας μᾶλλον καί τοῦ φόβου καί τῆς χαρᾶς, εὐπρόσδεκτον τῷ Θεῷ γίνεσθαι». (Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου, Παράφρασις Συμεών τοῦ Μεταφραστοῦ εἰς ρν κεφάλαια, εἰς τούς Πεντήκοντα λόγους τοῦ Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου Φιλοκαλία, τόμος Γ΄, σελ. 179-180, ἐκδ. Ἀστέρος).
Η καταχώρηση δημοσιεύτηκε από τον/την hristospanagia5 στην κατηγορία ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΣΑΒΒΑΣ

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

2014.09.06 IPS Serafim de Pireu - «Noua Eră» cea veșnic tânără a lui Hri...

ΣΕΒ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ.κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, «Η ΑΓΕΡΑΣΤΗ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΛΑΙΑ «ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ» ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ» [ΚΕΙΜΕΝΟ & ΒΙΝΤΕΟ]

Σεραφείμ Πειραιώς2.jpg
«Η ΑΓΕΡΑΣΤΗ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΛΑΙΑ «ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ» ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ» [ΚΕΙΜΕΝΟ & ΒΙΝΤΕΟ]
ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ.κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ 6 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2014 ΣΤΗ ΜΑΓΓΑΛΙΑ ΜΕ ΘΕΜΑ : «Η ΑΓΕΡΑΣΤΗ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΛΑΙΑ «ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ» ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ»
Σεβασμιώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Τόμιδος κ.κ. Θεοδόσιε,                                                       Σεβαστοί Πατέρες,                                                                                                           Ἐξοχώτατε κ. Δήμαρχε,                                                                                                   Ἀγαπητοί ἀδελφοί,
Ἡ νέα ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ, ἡ νέα κτίση καὶ οἱ νέοι ἄνθρωποι. Τὸ ἀνακαινιστικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας.        
Ἄρχισε πρίν λίγες ἡμέρες, τήν 1η Σεπτεμβρίου, τὸ νέο ἐκκλησιαστικό ἔτος. Στήν εὐαγγελική περικοπή τῆς ἑορτῆς περιέχεται ἡ μεσσιανική προφητεία τοῦ πέμπτου Εὐαγγελιστοῦ, τοῦ προφήτου Ἠσαΐου[1]. Στὸ τέλος τῆς προφητείας, παρουσιάζεται ὁ Μεσσίας Χριστὸς νὰ λέγει ὅτι ἀνάμεσα στὶς πολλὲς ἄλλες πτυχὲς τοῦ σωτηριώδους ἔργου Του ἦταν καὶ τό «κηρῦξαι ἐνιαυτὸν Κυρίου δεκτόν», νὰ κηρύξει τὴν ἔναρξη τοῦ νέου ἔτους τοῦ Κυρίου (ἐνιαυτὸς = ἔτος), ποὺ εἶναι ἀρεστὸ στὸ Θεὸ καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ στὸ νέο ἔτος, στόν «ἐνιαυτὸν Κυρίου», εἶναι καὶ ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὥρισαν νὰ ἀναγινώσκεται αὐτὴ ἡ περικοπὴ τήν 1η Σεπτεμβρίου, ποὺ ἀρχίζει τὸ νέο ἐκκλησιαστικὸ ἔτος. Ἐκτὸς, ὅμως, ἀπὸ τὴν στενὴ αὐτή ἔννοια, ποὺ περιορίζει τόν «ἐνιαυτὸν Κυρίου» χρονικά σὲ ἕνα ἔτος, οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἑρμηνευτάς, παλαιοὺς καὶ νέους, δίνουν εὐρύτερη χρονικὴ ἔννοια μὲ χριστολογικὸ χαρακτήρα· ὁ «ἐνιαυτὸς Κυρίου», ποὺ ἐκήρυξε ὁ Χριστὸς σημαίνει τὴν νέα ἐποχή, τὴν νέα περίοδο, ποὺ ἐγκαινιάζει ὁ Χριστός, τὴν περίοδο δηλαδὴ τῆς ἀπολυτρώσεως, ἀπὸ τὴν ἐνανθρώπησή Του μέχρι τὴν δευτέρα παρουσία Του.
Μὲ βάση, λοιπὸν, αὐτὴν τὴν προσφυέστερη καὶ πιὸ ταιριαστὴ ἑρμηνεία, ὁ Χριστὸς στὴν Ναζαρέτ, διδάσκων ὅτι ἡ προφητεία τοῦ Ἠσαΐου ἀναφέρεται εἰς Αὐτόν, «σήμερον πεπλήρωται ἡ γραφὴ αὕτη, ἐν τοῖς ὠσὶν ὑμῶν», ἐκήρυξε τὴν ἔναρξη τῆς νέας ἐποχῆς, τῆς νέας περιόδου στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος, τὴν περίοδο τῆς σωτηρίας καὶ τῆς ἀπολυτρώσεως τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θάνατο. Αὐτὴ ἡ νέα ἐποχὴ, ποὺ ἄρχισε μὲ τὴν διδασκαλία καὶ τὸ σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ, συνεχίζεται διὰ τῶν αἰώνων μὲ τὴν ὈρθόδοξηἘκκλησία, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν πολὺ ὡραία διατύπωση, εἶναι «ὁ Χριστός, ὁ εἰς τοὺς αἰῶνας ἐπεκτεινόμενος». Τὴν Όρθόδοξη Ἐκκλησία ζωογονεῖ, συγκροτεῖ, φωτίζει καὶ ἁγιάζει τὸ διαρκῶς παρὸν εἰς αὐτὴν Ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ μεταδίδει στοὺς πιστοὺς τὴν ἄκτιστη καὶ ζωοποιό Του Χάρη. Ἡ μεταδιδόμενη αὐτὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦ ἔργου καὶ τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς δράσεως καὶ ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν εἶναι κτιστή, ἀλλὰ ἄκτιστη, εἶναι θεϊκὴ ἐνέργεια, ὅπως ἐδίδαξαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ἰδιαίτερα δὲ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Δὲν παλιώνει οὔτε γερνᾶ, ὅπως παλιώνουν οἱ διδασκαλίες καὶ τὰ ἔργα τῶν κτιστῶν ἀνθρώπων. Πόσες θεωρίες καὶ διδασκαλίες ἀνέπτυξαν ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι, ἠθικολόγοι, νομικοί, πολιτικοὶ μεταρρυθμιστές, οἱ ὁποῖες ὡς ἔργα καὶ προϊόντα ἀνθρώπων ξεπεράστηκαν καὶ ἔσβησαν;  Ὅλα τὰ κτιστὰ φθείρονται καὶ ἀλλοιώνονται. Ἡ ἄκτιστη, ὅμως, χάρη καὶ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ποὺ δρᾶ μέσα στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἄφθαρτη καὶ ἀγέραστη, δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀνανεώσεως, πολὺ περισσότερο ἀντικαταστάσεως ἀπὸ ἀνθρώπινα κατασκευάσματα, ποὺ γρήγορα παλιώνουν καὶ γερνοῦν, ἀντικαθιστάμενα ἀπὸ ἄλλα. Ἡ ἀφθαρσία δὲ αὐτὴ καὶ θεϊκή της διαχρονικότητα, ὁ πάντοτε νέος καὶ ἀνακαινιστικός της χαρακτήρας, συντελεῖ ὥστε νὰ ἀνταποκρίνεται στὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν ἐποχῶν, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἔχουν ἀνάγκη τῆς θείας ἐνεργείας καὶ βοηθείας, γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ τὸν θάνατο, ποὺ εἶναι συνδεδεμένα μὲ τὴν πεπτωκυΐα φύση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος διεκήρυξε ὅτι ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ θὰ παρέλθουν, θὰ περάσουν, οἱ λόγοι Του ὅμως θὰ ἰσχύουν αἰώνια[2]. Οὔτε ἕνα γιώτα, οὔτε ἕνα κόμμα, τὸ παραμικρὸ δηλαδὴ στοιχεῖο ἀπὸ τὴν διδασκαλία Του, δὲν πρόκειται νὰ ἀλλάξει[3]. Καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς, ἐπισημαίνοντας τοὺς κινδύνους ἀπὸ τὴν πιθανὴ ἀνθρώπινη προσπάθεια ἀλλαγῆς ἢ νοθεύσεως τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, λέγει πρὸς τοὺς Γαλάτες ὅτι ἀκόμα καὶ ἂν ἐγὼ ὁ ἴδιος ἢ ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ σᾶς διδάξει διαφορετικὰ ἀπὸ αὐτὰ, ποὺ σᾶς ἐδίδαξα, νὰ εἶναι ἀναθεματισμένος : «Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ᾽ ὃ εὐηγγελισά μεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω»[4].  

Ὁ Χριστὸς διακηρύσσει ἀκόμη ὅτι τὰ κάνει ὅλα καινούργια. «Ἰδοὺ καινὰ ποιῶ τὰ πάντα». Ἐξαλείφει ὅλα τὰ παλαιά, τὰ δάκρυα, τὸν πόνο, τὸ θάνατο, τὴν κυριαρχία τοῦ κακοῦ· «ὅτι τὰ πρῶτα ἀπῆλθον»[5]. Διὰ τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, «εἴ τις ἐν Χριστῷ, καινὴ κτίσις· τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε καινὰ πάντα»[6]. Οἱ ἄνθρωποι πρέπει νὰ ἀποθέσουν τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο, ποὺ φθείρεται ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες του, καὶ νὰ ἐνδυθοῦν τὸν νέο ἄνθρωπο, ποὺ ἔχει κτισθῆ κατὰ Θεὸν μὲ καινούργια ὑλικά : «Ἀποθέσθαι ὑμᾶς κατὰ τὴν προτέραν ἀναστροφὴν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον τὸν φθειρόμενον κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης, ἀνανεοῦσθαι δὲ τῷ πνεύματι τοῦ νοὸς ὑμῶν καὶ ἐνδύσασθαι τὸν καινὸν ἄνθρωπον τὸν κατὰ Θεὸν κτισθέντα ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ὁσιότητι τῆς ἀληθείας»[7].
Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ, ποὺ ἐκήρυξε καὶ ἐγκαινίασε ὁ Χριστὸς αὐτὴν τὴν νέα ἐποχή, τὴν νέα περίοδο τῆς ἀπολυτρώσεως, σύμφωνα μὲ τὴν προφητεία τοῦ Ἠσαΐα, ποὺ ὁ Ἴδιος διάβασε στὴν συναγωγὴ τῆς Ναζαρέτ, «κηρῦξαι ἐνιαυτὸν Κυρίου δεκτόν», μέχρι σήμερα καὶ μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων ἐγέμισε καὶ θὰ γεμίζει ὁ κόσμος ἀπό «καινοὺς ἀνθρώπους», ἀπὸ νέους ἀνθρώπους, ἀπὸ ἁγίους ἀνθρώπους, κτισμένους μὲ τὰ καινούργια ὑλικὰ τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν φθείρονται, οὔτε παλιώνουν, ἀλλὰ κρατοῦν τοὺς ἀνθρώπους σὲ διαρκῆ πνευματικὴ νεότητα, ἔστω καὶ ἂν σωματικὰ γερνοῦν καὶ φθείρονται· «Εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται, ἀλλ᾽ ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ καὶ ἡμέρᾳ»[8]. Ἡ πνευματικὰ στεῖρα, ἄγονη καὶ ἄκαρπη πρὸ Χριστοῦ ἀνθρωπότητα, ἄρχισε νὰ καρποφορεῖ, νὰ παράγει ἁγίους. Χιλιάδες ἁγίους παρουσιάζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὸ Ἁγιολόγιό της καὶ ἑκατομμύρια σεσωσμένων ἄλλων ἐναρέτων ἀνθρώπων ἀριθμεῖ ἡ οὐράνια Ἐκκλησία. Ὅλοι μας, λίγο ἢ πολύ, νεώτεροι καὶ παλαιότεροι, εἴχαμε καὶ ἔχουμε τὴν εὐλογία νὰ συναναστραφοῦμε, νὰ γνωρίσουμε τέτοιους ὁσίους ἀνθρώπους στὶς ἡμέρες μας, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ποὺ ἀποδεικνύουν τὴν διαχρονικὴ παρουσία τῆς ἀνακαινιστικῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.
      Ἡ «Νέα Ἐποχή» τῶν Μασόνων, τῶν Σιωνιστῶν, τῶν Ἀποκρυφιστῶν καὶ ἄλλων    ἀντιδρᾶ στὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας.
Ἔπραξε καὶ πράττει τὰ πάντα ὁ φθονερὸς Διάβολος, γιὰ νὰ παρεμποδίσει τὸ ἔργο αὐτὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, παρὰ τὸ ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς τὸν ἐνίκησε καὶ τὸν ἐξευτέλισε μὲ τὴν ἁγία ζωή Του, τὰ πάθη, τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του. Ὅλες οἱ ἑωσφορικὲς δυνάμεις τοῦ σκότους, τοῦ ἑβραϊκοῦ καὶ ρωμαϊκοῦ κατεστημένου, συνεμάχησαν ἐναντίον Του γιὰ νὰ Τὸν συντρίψουν. Ἦταν, ὅμως, δυνατὸν νὰ νικήσουν τὸν Θεό; Γιὰ πρώτη φορὰ ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς δείχνει στοὺς ἀνθρώπους τὸν δρόμο τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἐξόδου ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία καὶ τὴ δουλεία τοῦ κακοῦ, καὶ συντρίβει τοὺς ἐμπαθεῖς δυνατούς «ὡς σκεύη κεραμέως»[9].
Ἐπὶ δύο χιλιάδες χρόνια μὲ φρικτοὺς ἐξωτερικοὺς διωγμοὺς καὶ μαρτύρια τῶν Χριστιανῶν, ποὺ συνεχίζονται μέχρι σήμερα ἀπὸ τὸ αἱμοσταγὲς καὶ ἀντίχριστο Ἰσλάμ, τὸ ὁποῖο συμπαθοῦν καὶ ἐπαινοῦν μερικοὶ «δικοί» μας, καὶ μὲ ἐσωτερικὴ διάβρωση μέσῳ τῶν αἱρέσεων προσπαθοῦν οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους νὰ ἀκυρώσουν, νὰ παρεμποδίσουν τὸ ἀνακαινιστικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Φάνηκε νὰ τὸ ἐπιτυγχάνουν τὸν 20ὸ αἰώνα, ὅταν ἐπέβαλαν στὶς κατὰ πλειοψηφίαν ὀρθόδοξες χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης, καὶ ἰδιαίτερα στὴν μεγάλη ἁγία Ρωσία, τὰ ἄθεα καὶ ἐκκλησιομάχα μαρξιστικά κομμουνιστικὰ καθεστῶτα, ποὺ ἀνανέωσαν τοὺς φρικτοὺς διωγμοὺς τῶν πρώτων χριστιανικῶν χρόνων καὶ προσέφεραν στὴν Ἐκκλησία πλῆθος νεομαρτύρων, τῶν ὁποίων τὸ αἷμα τρέφει τώρα καὶ ζωογονεῖ τὴν θριαμβεύουσα στὶς χῶρες αὐτὲς καὶ ἀναγεννημένη Ἐκκλησία. Σὰν χάρτινος πύργος κατέρρευσαν ἐν μιᾷ νυκτὶ οἱ θεομάχοι καὶ ἐκκλησιομάχοι ἡγέτες τοῦ Κομμουνισμοῦ καὶ συνετρίβησαν πάλι μὲ τὴν δύναμη τοῦ Σταυροῦ «ὡς σκεύη κεραμέως». 
Τὸ πολυκέφαλο, ὅμως, θηρίο τοῦ κακοῦ, σὰν τὴν Λερναία Ὕδρα, ἐξακολουθεῖ νὰ δρᾶ μὲ ἄλλες κεφαλὲς πιὸ ἐπικίνδυνες, διότι, μετασχηματιζόμενο εἰς ἄγγελο φωτὸς, διδάσκει στοὺς ἀνύποπτους καὶ ἀδαεῖς ὅτι ἡ νέα ἐποχὴ, ποὺ ἐκήρυξε ὁ Χριστὸς καὶ πραγματοποιεῖ ἡ  Ἐκκλησία, ἀπέτυχε νὰ βοηθήσει τοὺς ἀνθρώπους. Ἔληξε, λέγουν, ἡ ἐποχὴ τοῦ ἰχθύος, τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἀρχίζει ἡ ἐποχὴ τοῦ ὑδροχόου, τοῦ νέου Χριστοῦ, ποὺ εἶναι, ὅμως, ὁ Ἀντίχριστος. Καὶ ἐπειδὴ γνωρίζουν ὅτι κάθε τι νέο, καινούργιο, ἐντυπωσιάζει καὶ προσελκύει τοὺς ἀνθρώπους, ὀνόμασαν τὸ ἀντίχριστο, ἄθεο καὶ ἐκκλησιομάχο κίνημά τους «Νέα Ἐποχή», ποὺ θά ἐγκαταστήσει τὴν πολυδιαφημισμένη «Νέα Τάξη» πραγμάτων, ἡ ὁποία δικαιολογεῖ καὶ νομιμοποιεῖ ὅλες τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ πάθη τῶν ἀνθρώπων, πρὸς τὰ ὁποῖα χειραγωγεῖ καὶ τὴν νεολαία˙ πορνεῖες, μοιχεῖες, ὁμοφυλοφιλία, ἀκόμη καὶ κτηνοβασία, μὲ τὴν λεγομένη σεξουαλικὴ ἀπελευθέρωση καὶ σεξουαλικὴ ἀγωγή, διάλυση τῆς οἰκογενείας, μὲ τὴν διευκόλυνση τῶν διαζυγίων καὶ τὰ σύμφωνα ἐλεύθερης διαβίωσης καὶ τοὺς γάμους τῶν ὁμοφυλοφίλων, σατανιστικὴ μουσικὴ καὶ ψυχαγωγία, ἄμβλυνση τοῦ πατριωτισμοῦ, τὴν δυσφήμηση τῶν πατρίδων, καὶ τὴν ἀναθεώρηση τῆς ἱστορίας καὶ τῆς παραδοσιακῆς πίστεως, καὶ πλεῖστα ἄλλα, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός.  
Οἱ προωθοῦντες τήν «Νέα Ἐποχή». Οἰκουμενισμὸς καὶ Οἰκολογία. Βασικοί τους στόχοι.
Θὰ μνημονεύσουμε ὀνομαστικὰ μερικὲς ἀπὸ τὶς κεφαλὲς αὐτῆς τῆς Λερναίας Ὕδρας, τοῦ Ἀντιχρίστου καὶ θὰ ἐπισημάνουμε δύο μόνο γνωρίσματα τῆς δῆθεν «Νέας Ἐποχῆς», ποὺ θέλει νὰ ἐπιστρέψει τὴν ἀνθρωπότητα στὸν γερασμένο καὶ διεφθαρμένο κόσμο τῆς πρὸ Χριστοῦ ἐποχῆς, στὴν δουλεία καὶ τυραννία τοῦ Ἑωσφόρου, νὰ διαγράψει, ἂν μπορέσει, τὴν «καινὴ κτίση» καὶ τὸν «καινὸ ἄνθρωπο» τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, νὰ παύσει ἡ Ἐκκλησία νὰ παράγει ἁγίους, οἱ ὁποῖοι ἐνοχλοῦν καὶ ἀποδιώκουν τὸν Σατανᾶ καὶ τὰ ὄργανά του. Συνδιαμορφωταί, λοιπόν, αὐτῆς τῆς παλιᾶς «Νέας Ἐποχῆς», εἶναι ὁ Σιωνισμός, ἡ Μασονία, ὁ Ἀποκρυφισμός, ἡ Θεοσοφία, ἡ Νεοειδωλολατρία, καὶ τέκνα ὅλων αὐτῶν εἶναι ὁ Οἰκουμενισμὸς καὶ ἡ Οἰκολογία, ἡ ὁποία ἔχει σχέση καὶ μὲ τὴν σημερινὴ ἑορτὴ τῆς Ἰνδίκτου, ὅπως θὰ δοῦμε.
παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ κατατρώγει καὶ φθείρει ἐσωτερικὰ τὴν Ἐκκλησία καθ᾽ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ 20οῦ αἰῶνος, καὶ ἡ καταστροφική της δύναμη ἔχει κορυφωθῆ στὶς ἡμέρες μας, ἀφοῦ ἔχει κατορθώσει νὰ προσηλυτίσει μεγάλο ἀριθμὸ κληρικῶν καὶ θεολόγων, διακηρύσσει ὅτι οὔτε ὁ Χριστὸς οὔτε ἡ Ἐκκλησία εἶναι οἱ μοναδικοὶ δρόμοι σωτηρίας,  μὲ τὶς διαχριστιανικὲς καὶ διαθρησκειακὲς σχέσεις, ποὺ ὑποστηρίζει καὶ ἀναπτύσσει, βοηθούμενος ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ κέντρα ποὺ ἀναφέραμε, διδάσκει ὅτι οἱ ἄνθρωποι σώζονται καὶ στὶς ἄλλες θρησκεῖες, Ἰουδαϊσμό, Ἰσλάμ, Βουδδισμό, ἀκόμη καὶ στὴν εἰδωλολατρία, ἀλλὰ καὶ στὶς χριστιανικὲς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ, τοῦ Προτεσταντισμοῦ καὶ τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ. Ἐξισώνει δηλαδὴ σωτηριολογικὰ τὸν Χριστιανισμὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία μὲ τὶς θρησκεῖες καὶ τὶς αἱρέσεις καὶ καταπολεμεῖ μὲ σφοδρότητα τὴν θέση ὅτι μόνον ὁ Χριστὸς σώζει, εἶναι τὸ φῶς, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή, ὅτι δὲν ὑπάρχει πουθενὰ ἀλλοῦ ἡ σωτηρία, καὶ ὅτι μόνο ἡ ᾽Ορθόδοξη Ἐκκλησία, ποὺ ἐκράτησε ἀνόθευτο καὶ ἀπαραχάρακτο τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων, ταυτίζεται μὲ τὴν σώζουσα καὶ ταμιοῦχο τῆς Χάριτος Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Ὅσοι ἐξακολουθοῦμε, σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, νὰ προβάλλουμε καὶ νὰ κηρύσσουμε τὴν σωτηριολογικὴ μοναδικότητα καὶ ἀποκλειστικότητα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς Ἐκκλησίας χαρακτηριζόμαστε ὡς φανατικοί, μισαλλόδοξοι, στερούμενοι ἀγάπης. Πολλοὶ καὶ πολλάκις συκοφαντούμεθα καὶ ὑβριζόμεθα καὶ μὲ πολλοὺς τρόπους διωκόμεθα. Ἂν μάλιστα ψηφισθεῖ στὴν Ἑλλάδα καὶ ὁ περιβόητος ἀντιρατσιστικὸς νόμος, ποὺ ἰσχύει στὴν Ἀμερική, καὶ ποὺ ἀπαγορεύει νὰ χρησιμοποιήσεις γιὰ κάποιους ἀπαξιωτικοὺς ὅρους, ὅπως αἵρεση, πλάνη κ.τ.λ., θὰ ὁδηγούμαστε καὶ στὶς φυλακές.
Καὶ ὅλο βέβαια αὐτὸ τὸ διαθρησκειακὸ καὶ διαχρονιστικὸ συνονθύλευμα, ὅλος αὐτὸς ὁ συγκρητισμός, δὲν εἶναι κάτι καινούργιο, ἀλλὰ πολὺ παλιό, ποὺ ἀποδυναμώθηκε μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ καὶ ποὺ στόχος του εἶναι ὄχι νὰ βοηθήσει τοὺς ἀνθρώπους νὰ σωθοῦν, ἀλλὰ νὰ τοὺς στερήσει τὴν σωτηρία, καθησυχάζοντάς τους ὅτι καὶ ἐκεῖ ποὺ εἶναι σώζονται καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ βαδίσουν τὸν μόνο δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν σωτηρία, τὸν δρόμο τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ νὰ παραμείνουν στὸ σκοτάδι τῶν θρησκειῶν καὶ τῶν αἱρέσεων, ὡς νέα Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, ποὺ δὲν βλέπει, ὅμως, τὸ μέγα φῶς, τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ καὶ κάθεται εἰς τὸ σκότος : «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς»[10].
Θὰ τελειώσουμε μὲ τὸ δεύτερο, μετὰ τὸν Οἰκουμενισμὸ, γνώρισμα τῆς «Νέας Ἐποχῆς» τοῦ Ἀντιχρίστου, μὲ τὸ κίνημα τῆς Οἰκολογίας. Ἀπό θεολογικῆς καὶ πνευματικῆς πλευρὰς ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος νὰ παρασυρθεῖ καὶ ἡ ᾽Ορθόδοξη Ἐκκλησία στὴν καλλιεργουμένη μεθοδικὰ ἀπὸ τοὺς οἰκολόγους φυσιολατρία καὶ κτισματολατρία, σὲ νέα εἰδωλολατρία δηλαδή, καὶ νὰ λατρεύσει τὴν κτίση παρὰ τὸν κτίσαντα. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι οἱ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς οἰκολογικοὶ σύλλογοι καὶ οἱ οἰκολογικὲς πολιτικὲς ὀργανώσεις κυριαρχοῦνται ἀπὸ ἀθέους καὶ ἐκκλησιομάχους. Βελτιώνει πολὺ τὸ προφίλ τους καὶ καθησυχάζει τοὺς Χριστιανοὺς ἡ ἀνάμειξη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἰς τὰ τῆς προστασίας τοῦ περιβάλλοντος. Στενοχωρηθήκαμε καὶ ἐκπλαγήκαμε πολλοί, ὅταν σὲ φωτογραφίες τοῦ Διαδικτύου εἴδαμε σὲ κάποιο οἰκολογικὸ συνέδριο τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη νὰ συμπροσεύχεται μὲ ἐκπροσώπους ἄλλων θρησκειῶν μὲ τὰ χέρια ἑνωμένα στὸ στῆθος σὲ στάση προσευχῆς, μπροστὰ σὲ μία σφαῖρα τῆς Ὑδρογείου, προφανῶς γιὰ νὰ σωθεῖ ἡ γῆ ἢ ἀπὸ μερικοὺς καὶ πρὸς τὴν θεὰ γῆ. Διότι, γιὰ τοὺς περισσοτέρους τῶν ἐκπροσώπων τῆς «Νέας Ἐποχῆς», τὸ σύμπαν ὅλο εἶναι Θεός, καὶ ἡ γῆ εἶναι ἔμψυχη καὶ ζωντανή, καὶ θὰ τὴν ἀφυπνίσουν οἱ προσευχές τους, ἀφοῦ τέτοια εἶναι ἡ θεϊκή της δύναμη, ὥστε νὰ μὴ καταλαβαίνει ὅτι κινδυνεύει καὶ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ ἀντιδράσει στὸν κίνδυνο τῆς καταστροφῆς της. Εἶναι εὐχάριστο τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ καθορισθεῖσα ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ὡς ἡμέρα τοῦ περιβάλλοντος 1η Σεπτεμβρίου, ἡ ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου, ἀμάρτυρη, ἄγνωστη καὶ ἀδιανόητη γιὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρες, δὲν βρῆκε ἐκκλησιαστικὴ ἀπήχηση οὔτε ἑορτολογικὴ ἐφαρμογή.
Ἡ καλλιεργουμένη φοβία γιὰ τὴν οἰκολογικὴ καταστροφὴ εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ. Προσβάλλει ἐν πρώτοις τὴν πίστη στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν διακυβέρνηση καὶ συντήρηση τοῦ κόσμου. ῾Ο Θεὸς εἶναι ὁ δημιουργὸς καὶ συντηρητὴς τοῦ κόσμου, καὶ ὅλα εὑρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴν κραταιά Του δύναμη καὶ κατεύθυνση. Ἐμεῖς καὶ νὰ θέλαμε νὰ καταστρέψουμε τὴν γῆ μὲ τὴν ἀλόγιστη σπατάλη καὶ ἐκ μετάλλευση, δὲν θὰ μπορούσαμε. Δὲν εἶναι στὶς δικές μας δυνατότητες, δὲν ἀνήκει εἰς τά «ἐφ᾽ ἡμῖν», ἀλλὰ εἰς τά «οὐκ ἐφ᾽ ἡμῖν». Βεβαίως ἡ κτίση «συστενάζει καὶ συνωδίνει»[11] μὲ τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο προσαρμοζόμενη παιδαγωγικὰ στὴ συμπεριφορά του. Ἐπαναστατεῖ ἐναντίον τοῦ αὐξανομένου κακοῦ καὶ τῆς ἁμαρτίας μὲ τὶς ποικίλες ἐκδηλώσεις τοῦ φυσικοῦ κακοῦ, σεισμούς, καταποντισμούς, καταιγίδες, ἀσθένειες· εἰρηνεύει, ὅμως, καὶ ὑποτάσσεται μπροστὰ σὲ ἁγίους ἀνθρώπους. Ἑπομένως, ἡ ρίζα τῶν οἰκολογικῶν καταστροφῶν βρίσκεται στὴν πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων. Ἂν οἱ ἄνθρωποι εἶχαν διδαχθῆ νὰ ζοῦν μὲ λιτότητα καὶ ὀλιγάρκεια καὶ δὲν σπαταλοῦσαν τοὺς φυσικοὺς πόρους στὴν πολυτέλεια, τὴν τρυφὴ καὶ τὴν κραιπάλη, δὲν θὰ ὑπῆρχαν οἰκολογικὰ δεινά. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὅσα προγράμματα προστασίας τοῦ περιβάλλοντος καὶ ἂν ἐκπονηθοῦν καὶ ὅσα οἰκολογικὰ συνέδρια καὶ ἂν ὀργανωθοῦν, δὲν πρόκειται νὰ ἀλλάξει ἡ οἰκολογικὴ εἰκόνα, ἂν δὲν προηγηθεῖ ἀλλαγὴ νοοτροπίας καὶ συμπεριφορᾶς τῶν ἀνθρώπων, ἂν δὲν προστατευθεῖ καὶ δὲν καθαρισθεῖ πρῶτα τὸ πνευματικὸ περιβάλλον, γιὰ τὸ ὁποῖο, ὅμως, δὲν ἐνδιαφέρονται οἱ ὀργανώσεις τῆς «Νέας Ἐποχῆς» τοῦ Ἀντιχρίστου, ἀντίθετα ἐπιδιώκουν νὰ καταστρέψουν τὶς θεολογικὲς καὶ πνευματικὲς ἀρχὲς τοῦ Χριστιανισμοῦ, τὴν πίστη δηλαδὴ σὲ Θεό, δημιουργὸ καὶ συντηρητὴ τοῦ σύμπαντος, καὶ σὲ ζωὴ ἀσκητικὴ καὶ ὀλιγαρκῆ[12].
Ἐπίλογος
Μέσα στοὺς ὕμνους τῆς ἑορτῆς τῆς Ἰνδίκτου καμμία οἰκολογικὴ ἀνησυχία δὲν βρίσκει χῶρο, ἀλλὰ αἰτήματα γιὰ νὰ μᾶς ἐξασφαλίζει ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεὸς τὸν καθημερινὸ ἄρτο, νὰ μᾶς δίδει ὡς πρὸς τὶς κλιματικὲς συνθῆκες εὐκράτους καὶ εἰρηνικοὺς καιρούς, στὴν γῆ εὐφορία καρπῶν καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἤπιες βροχές, νὰ δώσει στοὺς βασιλεῖς νίκες ἐναντίον τῶν ἀθέων Ἀγαρηνῶν, νὰ καταβάλει τὶς αἱρέσεις, νὰ μᾶς γεμίσει μὲ τὴν θεία διδασκαλία Του, ὅπως ἔκανε στὴν συναγωγὴ τῆς Ναζαρέτ, νὰ ὁλοκληρώσουμε τὴν πορεία στὸ νέο ἔτος θεαρέστως μὲ «κρείττονα μεταβολήν» καὶ πνευματικὰ ἔργα, καὶ νὰ μὴ παύσει νὰ μᾶς σκεπάζει μὲ τὸ ἔλεος καὶ τὴν φιλανθρωπία Του.
Σεβασμιώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Τόμιδος κ.κ. Θεοδόσιε,                                                       Σεβαστοί Πατέρες,                                                                                                           Ἐξοχώτατε κ. Δήμαρχε,                                                                                              Ἀγαπητοί ἀδελφοί,
Ἄς προσθέσουμε καὶ ἐμεῖς, βάσει τῶν ὅσων ἀναπτύξαμε, τὰ αἰτήματά μας. Νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ὁ Ἁγιος Τριαδικός Θεός, μέ τίς εὐχές Σας, Σεβασμιώτατε, ἀπὸ τὴν ψευδώνυμη «Νέα Ἐποχή» τοῦ Ἀντιχρίστου καὶ τὰ παρακλάδια της, ποὺ μπῆκαν στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸν μιαίνουν μὲ τὸν Οἰκουμενισμό, καὶ νὰ βοηθήσει γιὰ τὴν προστασία τοῦ πνευματικοῦ περιβάλλοντος, ποὺ θὰ σώσει καὶ τὸ φυσικὸ περιβάλλον.
Μετά πατρικῶν εὐχῶν
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ ὁ Πειραιῶς Σεραφείμ