Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Kατηγορώ την υποκρισία.

Kατηγορώ την υποκρισία.(Ομιλία του Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κυρού Μελίτωνος Χατζή (1913-1989) στον Μητροπολιτικὸ Ναὸ Αθηνών,

16 Μαρ

καρνάβαλος


Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου, 8η Μαρτίου 1970.
Εἶναι γνωστὴ ὡς ἡ ὁμιλία γιὰ τὸν καρνάβαλο.


Ἀδελφοί μου,
Τίποτε δὲν καυτηρίασε ὁ Κύριος τόσο πολύ, ὅσο τὴν ὑποκρισία.
Καὶ ὀρθῶς, εἰς αὐτὴν εἶδεν, ὅτι ὑπάρχει πάντοτε ὁ μεγαλύτερος παραπλανητικὸς κίνδυνος, δηλαδὴ τὸ ἑωσφορικὸν ἀγγελοφανὲς φῶς. Εἶναι πράγματι φοβερὴ ἡ δύναμις τῆς ὑποκρισίας. Τόσο γι᾿ αὐτὸν ποὺ τὴ ζῇ καὶ τὴν ἀσκεῖ, ὅσο καὶ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ τὴν ὑφίστανται. Καὶ εἶναι ἐπικίνδυνη ἡ ὑποκρισία, διότι ἀνταποκρίνεται πρὸς βαθύτατον ψυχολογικὸν αἴτημα τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ ἄνθρωπος θέλει νὰ φανῆ αὐτὸς ποὺ δὲν εἶναι. Ἀκόμη καὶ ἐνώπιον τοῦ ἐαυτοῦ του καὶ ἐνώπιον τοῦ θεοῦ. Καὶ ἔτσι ξεφεύγει ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἁπλότητα καὶ φυσικὰ καὶ ἀπὸ τὴν μετάνοιαν καὶ τὴν σωτηρίαν.
Σὲ λίγες ὧρες ἔξω ἀπὸ αὐτὸν τὸν ναόν, ἔξω ἀπὸ τὴν γαλήνην του, εἰς τοὺς δρόμους αὐτῆς τῆς Πολιτείας, θὰ παρελάσῃ ὁ Καρνάβαλος. Μὴ τὸν περιφρονήσετε καὶ μὴ τὸν χλευάσετε καὶ μὴ μὲ κατακρίνετε, ποὺ τὸν ἀναφέρω αὐτὴ τὴ στιγμή. Δὲν εἶναι καθόλου ἄσχετος μὲ τὸ μέγιστο πρόβλημα τῆς ὑποκρισίας. Νὰ τὸν προσέξετε ἐφέτος τὸν Καρνάβαλο μὲ σεβασμὸ καὶ βαθὺ στοχασμό. Εἶναι πανάρχαιο τὸ φαινόμενο καὶ εἶναι φαινόμενο βαθυτάτου καὶ ἀγχώδους αἰτήματος τῆς ψυχῆς τοῦ ἄνθρωπου, νὰ λυτρωθῇ ἀπὸ τὴν καθημερινή του ὑποκρισία μὲ μίαν ἔκφρασιν ἀνωνύμου, διονυσιακῆς νέας ὑποκρισίας.
Εἶναι τραγικὴ μορφὴ ὁ Καρνάβαλος.
Ζητεῖ 
νὰ λυτρωθῆ ἀπὸ τὴν ὑποκρισίαν ὑποκρινόμενος.
Ζητεῖ νὰ καταλύσῃ ὅλες τὶς ποικίλες προσωπίδες, ποὺ φορεῖ κάθε μέρα μὲ μία νέα, τὴν πιὸ ἀπίθανη.
Ζητεῖ νὰ ἐκκενώσῃ ὅ,τι ὑπάρχει ἀπωθημένο μέσα στὸ ὑποσυνείδητό του καὶ νὰ ἐλευθερωθῇ, ἀλλὰ ἐλευθερία δὲν ὑπάρχει, ἡ τραγωδία τοῦ Καρνάβαλου παραμένει ἄλυτη. Τὸ βαθύτατο αἴτημά του εἶναι νὰ μεταμορφωθῆ.
Ἐδῶ, λοιπόν, εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἐκκλησίας, κοντὰ στὸν Καρνάβαλο. Σ᾿ αὐτὸν ποὺ ζητεῖ μεταμόρφωση, τὸ κεντρικὸ κήρυγμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὴν μεταμόρφωσι.
Νὰ μὴ τὸν καταδικάσουμε, λοιπόν, τὸν Καρνάβαλο, ἀλλὰ νὰ σταθοῦμε καὶ κάτω ἀπὸ τὴν προσωπίδα του νὰ ἀκούσωμε τὴν ἀγωνία του, τὴν ἔκκλησί του καὶ τὸ δάκρυ του.
Ἐπαναλαμβάνω, τῆς Ὀρθοδοξίας τὸ βαθύτερο κήρυγμα ζητεῖ ὁ Καρνάβαλος, περιφερόμενος εἰς τοὺς δρόμους τῆς Πολιτείας: Τὴ μεταμόρφωσι.
Καὶ εἶναι ὁ εἰλικρινέστερος καὶ ἐντιμότερος τῶν ὑποκριτῶν.

Ἴσως θὰ νομίσετε, ὅτι ἀστειεύομαι. Ἀπολύτως ὄχι. Δὲν ὑπάρχει σοβαρώτερο πρόβλημα αὕτη τὴν ὥρα διὰ τὴν Ἐκκλησίαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἐκκλησία, καὶ μάλιστα ἡ Ὀρθόδοξος, ἡ δική μας Ἐκκλησία, νὰ νοηθῇ ὡς ἄσχετη πρὸς τὴ ζωή, πρὸς τοὺς καιρούς, πρὸς τὴν ἀγωνίαν αὐτῆς τῆς ὥρας, πρὸς τὰ φλέγοντα προβλήματα αὐτῆς τῆς στιγμῆς, ἁπλῶς ὡς πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη καὶ θεωροῦσα τὰ περὶ αὐτήν. Ὡς Ἐκκλησία εἴμεθα ἐμπεπλεγμένοι εἰς τὴν πορείαν τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, εἰς τὴν μεγάλην αὐτὴν περιπέτεια, ποὺ ὀνομάζεται Ἱστορία, ἄγουσα εἰς τὴν τελείωσιν τῶν ἐσχάτων.
Ὑποκρινόμενοι τὴν χθές, ἀπουσιάζομεν ἀπὸ τὴν σήμερον καὶ ἡ αὔριον ἔρχεται ἄνευ ἡμῶν.
Ὁμιλῶν εἰς τὴν 4ην Πανορθόδοξον Διάσκεψιν τῆς Γενεύης, εἶχον εἰπεῖ: «Ἡ χθὲς παρῆλθε πρὸ πολλοῦ, οὔτε κἂν τὴν σήμερον ζῶμεν, μᾶς προέλαβεν ἡ μεθαύριον». Τὸ ἐπαναλαμβάνω αὐτὸ σήμερον ἐντονώτερον. Διότι εἶναι ἡ πέραν τῆς αὐτάρκους ὑποκρισίας ἀλήθεια, ἡ ἁπλή, ἡ εὐκολωτέρα ἀντιμετώπισις τῶν προβλημάτων εἶναι νὰ τὰ χλευάσῃ καὶ νὰ τὰ κατακρίνῃ κανεὶς καὶ νὰ ἀντιπαρέλθῃ, ὅπως ὁ Ἱερεὺς καὶ ὁ λευΐτης τῆς Σαμαρειτικῆς παραβολῆς. Ἀλλὰ ἡ πληγὴ εἶναι ἐδῶ καὶ κράζει.
Ποιὸς μπορεῖ ὑπευθύνως νὰ μᾶς πῇ, ὅτι εἶναι ἔξω κάθε ἱστορικῆς, ἐξελικτικῆς πραγματικότητας ὅλα αὐτὰ τὰ συνταρακτικὰ γεγονότα καὶ φαινόμενα τῆς νέας γενεᾶς τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ἔξαλλος μουσική, οἱ ἔξαλλοι χοροί, ἡ ἔξαλλος ἐπένδυσις, ὅλη αὐτὴ ἡ παγκόσμιος ἐπανάστασις τῆς νεολαίας;
Άν ὅλοι οἱ μικρόνοες, ὅλοι οἱ ἐθελοτυφλοῦντες, ὅλοι οἱ παρελθοντολόγοι καὶ ἐγκαυχώμενοι διὰ τὴν ἀρετὴν τῆς ἐποχῆς των συνωμοτήσουν, διὰ νὰ κατακρίνουν ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, ἡ Ἐκκλησία ἔχει χρέος νὰ σταθῇ μὲ θεανδρικὴν κατανόησιν, ἐνανθρωπιζομένη ὅπως ὁ Κύριός της ἐν μέσῳ ἑνὸς νέου κόσμου, ποὺ ἔρχεται μακρόθεν, καὶ νὰ ἀκούση αὐτὴ τὴν ἀγωνιώδη κραυγήν, ποὺ ἀναπηδᾶ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ θεωρούμενα ἀπὸ ἐμᾶς ἔξαλλα πράγματα. Κάτι ἔχει νὰ μᾶς πῇ μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ φαινόμενα αὐτὸς ὁ κόσμος, ποὺ ἔρχεται νέος εἰς τὸ προσκήνιον τῆς Ἱστορίας.
Τὰ νομιζόμενα ἔξαλλα δι᾿ ἡμᾶς τοὺς παλαιούς, ὅταν λάβωμεν ὑπ᾿ ὄψιν τὸ φοβερὸν γεγονός, ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἐποχῆς μας εἶναι ἡ τεραστία ἀπόστασις, ποὺ ὑπάρχει στὴ διαδοχὴ τῶν γενεῶν, δηλαδὴ ἡ γενεά, ἡ ὁποία ἔρχεται ἔπειτα ἀπὸ ἐμένα ἔχει ἀπόστασιν τριῶν γενεῶν. Πῶς ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ τὴν κατανοήσωμεν ἡμεῖς αὐτὴν τὴν νέαν γενεάν, ποὺ ἔρχεται, ἐὰν δὲν εἴμεθα Ἐκκλησία Χριστοῦ συνεχῶς ἐνανθρωπίζομενη, συνεχῶς μεταμορφουμένη καὶ συνεχῶς μεταμορφώνουσα;

Δὲν θὰ ἐπιζήσωμεν ὡς χριστιανικαὶ ἐπὶ μέρους Ἐκκλησίαι καὶ Ὁμολογίαι τοῦ κύματος αὐτοῦ τῶν ἐπερχομένων, ἐὰν δὲν ἑνωθῶμεν ὅλοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Εἶναι πλέον ἡ ὥρα νὰ λυτρωθῶμεν ἐκ τῆς ἀντιπατερικῆς ἰδέας, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μόνον μέχρις ἑνὸς ὁρισμένου σημείου τῆς Ἱστορίας ἦτο δυνατὸν νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν θείαν Ἀποκάλυψιν. Πρέπει, ἐπὶ πλέον τοῦ πατερικοῦ πνεύματος, νὰ ἀναλάβωμεν ὡς Ἐκκλησία τὴν θείαν ὑπευθυνότητα καὶ τόλμην καὶ γενναιότητα τῶν Πατέρων καὶ νὰ θεολογήσωμεν τὸν Χριστόν, τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὴν Ἐκκλησίαν. Ὄχι μὲ νομοκρατικὴν φαρμακίδειον, φερ᾿ εἰπεῖν, σωματειακὴν ἀντίληψιν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ, ζῶντος ἐν τῇ ἀναστάσει.
Ἀδελφοί μου,
Τώρα εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἁγίαν Τεσσαρακοστὴν καὶ στὸ βάθος μᾶς ἀναμένει τὸ δράμα, τὸ θαῦμα καὶ τὸ βίωμα τῆς Ἀναστάσεως, τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν βίωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἂς πορευθῶμεν πρὸς αὐτὸ τὸ ὅραμα καὶ βίωμα, ὄχι ἀσυγχώρητοι, ὄχι μὴ συγχωρήσαντες, ὄχι ἐν νηστείᾳ ἁπλῶς κρέατος καὶ ἐλαίου, ὄχι ἐν ὑποκρισίᾳ, ἀλλὰ ἐν θείᾳ ἐλευθερίᾳ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ. Ἐν τῷ πνεύματι τῆς ἀληθείας, ἐν τῇ ἀληθείᾳ τοῦ πνεύματος.
Ὁ Χαλκηδόνος ΜΕΛΙΤΩΝ
Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κυροῦ Μελίτωνος,
Λόγοι καὶ Ὁμιλίαι, 1991, ἐκδ. Πανσέληνο

Συνοδικό της Ορθοδοξίας και οι Αναθεματισμοί.

ο Συνοδικό της Ορθοδοξίας και οι Αναθεματισμοί.

03 Μαρ

 Α.Τι είναι το Συνοδικό της Ορθοδοξίας.
Το συνοδικό υπέρ της Ορθοδοξίας συντάχθηκε από τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 843 με πρωτοβουλία του πατριάρχη Μεθοδίου και με τη συναίνεση της Βασίλισσας Θεοδώρας. Χαρακτηρίσθηκε “ως ετήσιος ευχαριστία” και καθιερώθηκε με την εορτή της νίκης και του θριάμβου της Ορθοδοξίας κατά της εικονομαχίας και πασών των αιρέσεων.
Η λέξη «Συνοδικόν» σημαίνει ειδικότερα την απόφαση της Οικουμενικής κυρίως Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία περιλαμβάνει έκτος από τους κανόνες της εκκλησιαστικής ζωής και τις θεολογικές αλήθειες, που καθορίζουν το δόγμα της Εκκλησίας του Χριστού και καταδικάζουν τις αιρέσεις στη διδασκαλία, άλλα και τα ονόματα των αιρετικών, οι όποιοι έχουν συνταράξει την Εκκλησία με την παρανόηση και διαστρέβλωση του περιεχομένου των Γραφών.Το Συνοδικό της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, όπως αυτό διαμορφώθηκε από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και υστέρα, αναγιγνώσκεται αποσπασματικώς βέβαια, την Κυριακή της Ορθοδοξίας και περιλαμβάνει μεταξύ των άλλων και τον αναθεματισμό αιρέσεων και αιρεσιαρχών, κακοδοξιών της θύραθεν —ελληνικής και άλλης – φιλοσοφίας, και διαφόρων ειδωλολατρικών αντιλήψεων που αναβιώνουν και εμφανίζονται παράλληλα προς τον βίο και τη διδασκαλία της Ορθοδόξου Χριστιανικής Εκκλησίας.
Το «Συνοδικό» που περιέχεται στο Τριώδιο, στο κυριότερο μέρος του, με τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου (787 μ.Χ.) και με μικρές συμπληρώσεις ονομάτων της ενδημούσης Συνόδου του έτους 843 μ.Χ., άλλα και των μετέπειτα τοπικών συνόδων, κατά πα-σών εν γένει των αιρέσεων και ιδιαίτερα κατά της εικονομαχίας.Οι συμπληρώσεις αυτές έχουν γίνει σε αλλεπάλληλα στάδια κατά καιρούς, σύμφωνα με την πορεία των αγώνων της Εκκλησίας εναντίον των αιρέσεων, που προέκυψαν και μετά την εικονομαχία μέχρι και το κίνημα του Ησυχασμού, στα τέλη του 14ου αιώνος, οπότε ολοκληρώθηκαν με την τελική αυτή νίκη οι αγώνες υπέρ της αληθείας και η ορθή κατανόηση των διδαγμάτων του Ιησού Χριστού, με πλήρη θρίαμβο της Ορθοδοξίας.Το «Συνοδικό της Ορθοδοξίας», όπως ονομάσθηκε αυτό, έχει τοποθετηθεί στο τέλος της ακολουθίας της Α’ Κυριακής των Νηστειών, γιατί την ημέρα αυτή (11 Μαρτίου του 843 μ.Χ.) έχει θεσπισθεί και ξεκίνησε, με πρωτοβουλία της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, η εορτή της Ορθοδοξίας εις ανάμνηση του θριάμβου της Ορθοδόξου πίστεως, με την οριστική αναστήλωση και την τιμητική προσκύνηση των ιερών εικόνων.
Τα περιεχόμενα του Συνοδικού και η χρήση του.
Στο πρώτο και αρχικό κείμενο του «Συνοδικού της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου» του 9ου αιώνος περιέχονται και ονόματα των διαφόρων αιρεσιαρχών, που είχαν προηγηθεί, όπως ο Άρειος, ο Νεστόριος, ο Σαβέλλιος, Ευτυχής κ.ά.
Στα επόμενα τμήματα με τις συμπληρώσεις καταδικάζονται υπό τοπικών συνόδων οι αιρέσεις και αιρετικοί που εμφανίσθηκαν κατά τους μετέπειτα αιώνες (10ο-14ο).Προφανώς έχουν συμπληρωθεί και τα κατά την περίοδο του Ησυχασμού (14ο αι.) προκύψαντα ονόματα με θέματα διδασκαλίας, όπως τα περί του «ακτίστου φωτός», με αναδρομή στην πατερική διδασκαλία περί της εννοίας των όρων ουσία και ενέργεια του. Μακαρίζονται και εδώ οι Ορθόδοξοι περί τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά και αναθεματίζονται οι αιρετικοί περί τον Βαρλαάμ Καλαβρό και τον Γρηγόριο Ακίνδυνο. Η οριστική και τελική διαμόρφωση και σύνταξη του σημερινού κειμένου τοποθετείται στο β’ ήμισυ του 14ου αιώνος. Μετά τη θεία Λειτουργία της ημέρας αυτής τελείται ή λιτάνευση τών ιερών εικόνων εντός και εκτός του ναού, πού επανέφερε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος (1923-1938), αντί της παλαιότερης απλής «επιμνημόσυνου δεήσεως πάντων των απ’ αιώνος κεκοιμημένων Ορθοδόξων Βασιλέων, Πατριαρχών κλπ.». Απαγγέλλονται και περικοπές στο τέλος από το «Συνοδικό» τούτο.
Τα μηνύματα του «Συνοδικού» εκφέρονται με αναφωνήσεις και υπό του κλήρου και λαού, όπως είναι οι μακαρισμοί των ευσεβών Βασιλέων, Πατριαρχών, κληρικών και λαϊκών ονομαστικά (με «αιωνία η μνήμη») και ο αναθεματισμός αντίθετα (το «ανάθεμα» των απ’ αιώνος αιρετικών).
Τα αναθέματα και η ιστορική αλήθεια.
Η λέξη «ανάθεμα» (εκ του ρ. ανατίθημι) με την καλή της σημασία εννοεί το αφιερωμένο στο Θεό πρόσωπο (ανάθημα) ή το προσφερόμενο αντικείμενο (το τάμα). Κυριάρχησε όμως περισσότερο η αρνητική σημασία της με το χωρισμένο και απομονωμένο πρόσωπο, τον αιρετικό άνθρωπο, από τον Θεό και τότε σημαίνει την εγκατάλειψη του στο έλεος του Θεού για τη συναίσθηση των ευθυνών του και την καταδίκη της Εκκλησίας και κατάρα.
Στις μέρες μας οι φωνές κατά της Ορθοδόξου χριστιανικής πίστεως εμφανίζονται κατά πολλαπλασιαστικό τρόπο, αδόκιμες και άλογες. Μόλις γράψει κάποιος εναντίον της Ορθοδοξίας εμφανίζεται πλειάδα συγχορδίας για αναπαραγωγή του θέματος και διαστρέβλωση της αλήθειας. Πολλοί από αυτούς ενοχοποιούν την Ορθοδοξία ότι δήθεν έβλαψε τον ελληνισμό, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι μάλλον το αντίθετο συνέβη. Το λυπηρό είναι ότι στο άρμα αυτό της διαστρέβλωσεως και απαξίωσης της αλήθειας προσδένονται και θεσμικά κορυφαία πρόσωπα του δημόσιου βίου, για να φάνουν ίσως αρεστά και στο χώρο της νεοειδωλολατρίας ή να μην υστερήσουν στον νεοπροοδευτισμό της εποχής μας
.Για λόγους ιστορικής αλήθειας και επιστημονικής δεοντολογίας υπενθυμίζουμε, σε όσους σκόπιμα λησμονούν τη συμβολή του Χριστιανισμού στην ανθρωπότητα και ιδιαίτερα στον ελληνισμό, ότι η Ορθοδοξία διέσωσε τον ελληνισμό• και διότι προσέλαβε την ελληνική γλώσσα, τη μεταστοιχείωσε, την ανέδειξε ως γλώσσα της χριστιανικής αλήθειας και τη διεφύλαξε μαζί με τα ελληνικά κείμενα από του Ομήρου μέχρι σήμερα• άλλα και διότι απάλλαξε τον ελληνισμό από τα ειδωλολατρικά μυθεύματα, τους θεούς του Ολύμπου και προσέλαβε τον περασμένο ορθό λόγο των Ελλήνων και τον υπερέβη —με τη επένδυση του— με τη χάρη του Θεού και την πίστη της θείας Αποκαλύψεως.
Με αυτή την έννοια παρέλαβε και ανέδειξε το Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και πολλούς άλλους σε προ Χριστού χριστιανούς και μάλιστα τους απεικόνισε με το χρωστήρα του αγιογράφου στους νάρθηκες ιερών ναών και μοναστηριών. Ασφαλώς, όμως καταδίκασε τα περί ψυχής και μετεμψυχώσεως και άλλων ελληνικών ειδωλολατρικών θεωριών, αντικειμένων στη χριστιανική διδασκαλία, αμφισβήτησε το θεσμό της δουλείας που υποστηρίζει ο Αριστοτέλης, καθώς και κάθε ειδωλολατρική εκδήλωση της ζωής.
Αυτή η κάθαρση του ελληνικού πνεύματος από τον χριστιανισμό σε καμία περίπτωση δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως αρνητική. Η Εκκλησία προσέλαβε διακριτικά και επιλεκτικά από τον ελληνισμό ότι ωφέλιμο και απέρριψε τα ειδωλολατρικά μυθεύματα της ελληνοειδωλολατρίας.
ΠΗΓΕΣ:Ιστολόγια .ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ-ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

1619 - Όσιος Γερόντιος (14ος αι.)

1619 - Όσιος Γερόντιος (14ος αι.)


Αγιορείτης Άγιος
Μνήμη 26 Ιουλίου
Διετέλεσε τελευταίος ηγούμενος της αγιορειτικής μονής των Βουλευτηρίων, όπου σήμερα το Κελλί του Αγίου Ελευθερίου. Οι επιδρομές των Σαρακηνών πειρατών έφεραν τον Γέροντα Γερόντιο με τους μοναχούς του στις ψηλότερες βραχώδεις και δυσπρόσιτες πλαγιές του Όρους και αποτελέσθηκε έτσι ο πρώτος πυρήνας της μετέπειτα σκήτης της Θεοπρομήτορος Άννης, της οποίας ο όσιος θεωρείται πρώτος οικιστής.
Ο όσιος μ' ένα μοναχό, για μεγαλύτερη ησυχία, ανέβηκε ψηλότερα της σκήτης και σύστησε το ησυχαστήριο του Αγίου Παντελεήμονος, που σώζεται μέχρι σήμερα. Κοντά στο ασκητήριό του, ύστερα από θερμή προσευχή και σύσταση της Θεοτόκου, έβγαλε πόσιμο και ιαματικό νερό, που δεν υπήρχε. Για την παράχρησή του, η ουράνια δωρήτριατο διέκοψε και το ξανάδωσε, για να υπάρχει μέχρι σήμερα ως αγίασμα και ευλογία και, το θαυμαστό, να μένει πάντοτε σταθερό. Ούτε λιγοστεύει ούτε αυξάνει, χειμώνα καλοκαίρι.
Ο όσιος Γερόντιος έζησε μια υπερθαύμαστη ζωή και κοιμήθηκε σε μεγάλη ηλικία. Συνδέονταν με πνευματική φιλία με τον όσιο Μάξιμο τον Καυσοκαλύβη, καθώς φαίνεται στον βίο του. Η σκήτη που ίδρυσε ανέδειξε περί τους δεκαπέντε γνωστούς αγίους και πολλούς μεγάλης αρετής πατέρες. Ασματική ακολουθία συνέθεσε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης.

  Πηγή:  ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, Μοναχού Μωυσέως, Αγιορείτου

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ-”῎Αραγε γινώσκεις ἅ ἀναγινώσκεις;” του μακαριστού Ιωάννη Κορναράκη


Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ-”῎Αραγε γινώσκεις ἅ ἀναγινώσκεις;” του μακαριστού Ιωάννη Κορναράκη

 

Πολλές φορές, κατά το παρελθόν, έχει άκουσθή καί έχει γραπτώς διατυπωθή ή ιδέα, ότι, για να προσληφθή εύκολώτερα το λυτρωτικό μήνυμα της Εκκλησίας, εκ μέρους
του πληρώματος της, ιδιαίτερα κατά την τέλεση της Θ. Λατρείας, πρέπει να του προσφέρεται, αυτό το μήνυμα, μέσω μιας απλούστερης γλωσσικής μορφής.
Πρέπει δηλ. κατά την τέλεση της Θ. Λειτουργίας, το ευαγγελικό πρωτότυπο κείμενο, να του προσφέρεται στην απλή δημοτική γλώσσα καί μάλλον στη «γλώσσα του λάου» (!). Άλλα, προστίθεται, πρέπει να απλοποιηθούν φραστικώς οι ϋμνοι καί τα τροπάρια των ακολουθιών της Θ. Λατρείας, με σχετικές μεταφραστικές επεμβάσεις στην υπάρχουσα σήμερα γλωσσική
τους μορφή.
Τέτοιες ιδέες σαν αυτές, υποδηλώνουν βέβαια, ότι, όπως μέχρι σήμερα μεταδίδεται το λυτρωτικό μήνυμα της Εκκλησίας, στον κόσμο γενικώς, είναι απρόσφορο καί αναποτελεσματικό, επειδή είναι δυσκατάληπτο, λόγω της παλαιότητας της γλωσσικής του μορφής.
“Αρα, σύμφωνα με τις ιδέες αυτές, το απολύτως αναγκαίο σήμερα, για μια ουσιαστική λυτρωτική επίδραση της Εκκλησίας, επί του πληρώματος της καί επί του κόσμου γενικώς, είναι ή γλωσσική απλοποίηση του νοήματος του λυτρωτικού μηνύματος της Εκκλησίας.
Άλλα αυτό, το προβαλλόμενο ως απολύτως αναγκαίο, φαίνεται να βρίσκεται σε αντίθεση με τις καταπληκτικές επιστημονικές καί τεχνολογικές επιτεύξεις του «σύγχρονου κόσμου», σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης ζωής. Ένας τέτοιος κόσμος, εξελιγμένος καί προοδευμένος στις επιστήμες, στις τέχνες καί στα γράμματα, με δυνατότητες καλλιέργειας καί πλουτισμού του διανοητικού του δυναμικού, από τη βρεφική του μάλιστα ηλικία, όταν ζητάει γλωσσική απλούστευση των κειμένων της λατρείας της Εκκλησίας, φαίνεται να παραδέχεται μια νοητική ανεπάρκεια καί αντιληπτική ανικανότητα ασυμβίβαστη με το κλίμα του σύγχρονου μορφωτικού πλουραλισμού σε μορφωτικά ιδρύματα καί σε δυνατότητες προσεγγίσεως μιας μεγάλης ποικιλίας μορφωτικών αγαθών.
Αύτη ή αντίφαση μεταξύ, άφ’ ενός του αιτήματος της ύποβαθμίσεως του γλωσσικού μέσου εκφράσεως των υψηλών νοημάτων του λυτρωτικού μηνύματος της Εκκλησίας, σε μεταφραστικές πεζότητες άποδυναμώσεως της χαρισματικής δυναμικής των νοημάτων αυτών και άφ’ ετέρου του μορφωτικού πλουραλισμού του σύγχρονου προοδευμένου καί εξελιγμένου διανοητικώς κόσμου, υποδηλώνει ασφαλώς απωθημένα, αλλά πάντοτε ενεργά, συμπλέγματα πνευματικής μειονεξίας καί ενοχής για την αδυναμία βιωματικής ανταποκρίσεως στο μήνυμα αυτό της Εκκλησίας! 

Ιδιαίτερα όμως, όταν ή ιδια ή Εκκλησία βρίσκει ότι, για την καλύτερη λατρευτική της διακονία, πρέπει να προχώρηση οέ μέτρα «άναμορφώσεως» της διακονίας της αυτής, σύμφωνα με απαιτήσεις, πού οι αφετηρίες τους (στην καλύτερη περίπτωση) προδίδουν τη δραστική παρουσία της «αρχής της ήσσονος προσπάθειας», ολισθαίνει (στην καλύτερη επίσης περίπτωση) στην άπολυτοποίηση του γράμματος σε βάρος του πνεύματος, λησμονούσα, ότι έργο της είναι να διακηρύσση, μετά του απ. Παύλου, ότι εμείς οι λειτουργοί του υψίστου• «ούχ ικανοί έσμέν άφ’ εαυτών λογίσασθαί τι ως εξ εαυτών, άλλ’ ή ικανότης ημών εκ του Θεού, ός καί ίκάνωοεν ημάς διακόνους καινής διαθήκης, ου γράμματος αλλά πνεύματος το γαρ γράμμα άποκτέννει, το δε πνεύμα ζωοποιεϊ» (Β Κορ. 3,5 – 6).
Έξαλλου ή εξάρτηση του σωτηριώδους έργου της Εκκλησίας από την άπολυτοποίηση του γράμματος, δηλ. της άνυψώσεως σε υπεραξία του μεταφρασμένου λόγου των ιερών κειμένων της Θ. Λατρείας της, δείχνει εκκλησιαστική αποθέωση του διανοητισμοϋ. Σέ μια τέτοια περίπτωση δικαιώνει μια από τις πιο λανθάνουσες καί ύπουλες νευρώσεις μέσα στο χώρο της εκκλησιαστικής ζωής την άπολυτοποίηση της χριστιανικής θεωρητικής γνώσεως σε βάρος του βιώματος καί της χάριτος!
Αναμφιβόλως θα ήταν ευχής έργον ή δυνατότητα της προσφοράς του λυτρωτικού μηνύματος της Εκκλησίας με τρόπο σύστοιχο προς τη μορφωτική κατάρτιση όλου του πληρώματος της, με γλωσσικό όργανο ευθυγραμμισμένο με το πλέον ολιγογράμματο μέλος του, αλλά εάν στην πρόσληψη του μυστηρίου της σωτηρίας μας, «το πνεύμα εστί το ζωοποιοϋν», τότε, το σε κάποιο πολύ σχετικό μέτρο υπαρκτό πρόβλημα της νοηματικής προσεγγίσεως στα ιερά κείμενα της Θ. Λατρείας μας, μηδενίζεται με τον πρώτιστο καί απολύτως αναγκαίο όρο της σωτηρίας μας• τη συνεπή εφαρμογή του θελήματος του Θεοϋ! Διότι είναι βεβαιωμένο από την πνευματική εμπειρία των αγίων μας, ότι, όπου πληρώνεται ό όρος αυτός της σωτηρίας μας, ό φωτισμός του άγ. Πνεύματος είναι ή άμεσώτερη ευλογία στην ψυχή του αγωνιζομένου χριστιανού ανθρώπου.
Είναι χαρακτηριστικό εν προκειμένη ότι, κατά την ήμερα της Πεντηκοστής, οί ακροατές του απ. Πέτρου, δεν του έζήτησαν ερμηνευτικές εξηγήσεις σε όσα τους εξέθεσε, αλλά του έθεσαν ευθέως το βασικό ερώτημα της σωτηρίας• «τί ποιήσομεν, άνδρες αδελφοί;» (Πράξ. 2,37}.
Οπωσδήποτε όμως το γλωσσικό αυτό πρόβλημα στη Θ. Λατρεία, πού έρχεται καί πάλι στην επικαιρότητα, με επίσημες εξαγγελίες, δείχνει φυγή της Εκκλησίας από την ποιμαντική της αυτοσυνειδησία, αφού ό πρώτιστος παράγων λυτρωτικής επιδράσεως επί του κόσμου είναι πάντοτε αυτός ό ίδιος ό ποιμένας, δηλ. ή προσωπική σχέση του με το ποίμνιο του.
Αυτό δείχνει τουλάχιστον ό καταστατικός ποιμαντικός λόγος του Κυρίου «Ό ποιμήν ό καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων… και τα πρόβατα της φωνής αυτού ακούει, και τα ίδια πρόβατα καλεί κατ’ όνομα καί εξάγει αυτά… καί τα πρόβατα αυτού ακολουθεί, ότι οϊδασι την φωνήν αυτού» (Ίωάν. 10,1 -14).
Αυτή ή σχέση του ποιμένα με το ποίμνιο του είναι το Α καί το Ω της ποιμαντικής του διακονίας καί άρα το μοναδικώς αναγκαίο, για την ουσιαστική προσφορά του λυτρωτικού μηνύματος της Εκκλησίας στο χριστεπώνυμο πλήρωμα της αλλά καί στον κόσμο γενικώς.
Έξαλλου τη μέθοδο της λειτουργίας αυτής της σχέσεως την βλέπουμε έξεικονιζομένη στη συνάντηση του διακόνου Φιλίππου με τον αίθίοπα ευνούχο άρχοντα της βασιλίσσης των Αιθιόπων. Όταν ό Φίλιππος γαντζώθηκε στο άρμα του αίθίοπος άρχοντος καί τον άκουσε να διαβάζη τον προφήτη Ήσαία. τον ερώτησε” καταλαβαίνεις αυτά πού διαβάζεις; Καί εκείνος του απήντησε ευλόγα1 πώς θα μπορούσα να τα καταλάβω μόνος μου, εάν δεν με βοηθήση κάποιος;


Σ’ αυτή ακριβώς την περίπτωση ό Φίλιππος δεν του έδωσε μετάφραση του κειμένου του προφήτη Ήσαία, αλλά, άφοϋ ανέβηκε στο άρμα καί έκάθισε δίπλα του, «άνοίξας το στόμα αυτού καί άρξάμενος από της γραφής ταύτης εύηγγελίσατο αύτώ τον Ίησοϋν» (Πράξ. 8,26).
Είναι ϊσως καιρός να άντιληφθή για μια ακόμη φορά, ό εκκλησιαστικός ποιμένας, ότι ή ποιμαντική του αυτοσυνειδησία πρέπει να είναι ή φωνή του άγ. Πνεύματος στην καρδία του καί αυτή τη φωνή του άγ. Πνεύματος πρέπει να κάνη δική του γλώσσα («ου γράμματος αλλά πνεύματος») για να «λαλή» καί εκείνος τα ρήματα του Κυρίου, πού κατά τη διαβεβαίωση Του, «πνεύμα εστί καί ζωή εστίν» (Ίωάν. 6,63).
Στήν περίπτωση πού ό εκκλησιαστικός ποιμένας λαλεί τη γλώσσα του άγ. Πνεύματος, τότε, «όταν τα ίδια πρόβατα έκβάλη, έμπροσθεν αυτών πορεύεται, καί τα πρόβατα αύτώ ακολουθεί, ότι οί’δασι την φωνήν αυτού»! Γνωρίζω τη γλώσσα του!
Αντίθετα” «Άλλοτρίω δε ου μη άκολουθήσωσιν, αλλά ψεύξονται απ’ αυτού, ότι ουκ οϊδασι των αλλότριων την φωνήν»!
Πάντοτε, ιδιαίτερα όμως σε κάθε δύσκολη περίοδο της ζωής της Εκκλησίας, ό ποιμένας της πρέπει να λαλή γλώσσα άγιοπνευματικού φωτισμού! Το μπέρδεμα της γλώσσας της Εκκλησίας με τη γλώσσα του κόσμου συγχέει καί ταράσσει την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία του προβάτου. Καί τότε ζητάει… μετάφραση του έκκοσμικευμένου μηνύματος της Εκκλησίας, διότι δεν «γινώσκει ά άναγινώσκει» στο μήνυμα αυτό!
Καί τότε ακριβώς υπάρχει ό κίνδυνος, πού επισημαίνει ό κυ
ριαρχικός λόγος• να μην ακόλουθη το πρόβατο τον ποιμένα,
αλλά να φεύγη μακριά από αυτόν…!
του ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΟΡΝΑΡΑΚΗ
καθηγητού πανεπιστημίου
πηγή-περιοδικό ”Πειραική Εκκλησιά”
Πηγή:http://proskynitis.blogspot.com

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Ντοστογιέβσκη: Η μετάλλαξη των πεποιθήσεων

Ντοστογιέβσκη: Η μετάλλαξη των πεποιθήσεων

Συγγραφέας: kantonopou στις 9th Δεκεμβρίου 2013
«Στην Σιβηρία η τέραστια εσωτερική διεργασία του συγγραφέα, από τον οποίο στέρησαν την πένα και το χαρτί, ούτε για μια στιγμή δεν σταμάτησε. Αργά, πολυ αργά, όλες οι πρώτες ιδεολογικές προτιμήσεις υποβάλλονταν σε μια αυστηρή επανεκτίμηση. Υπό τον ήχο των τραγουδιών των συλληφθέντων και την κλαγγή των αλυσίδων διεξαγόταν η βαθιά επανεξέταση από το πρώην μέλος του κύκλου του Πετρασέφσκι όλων των πεποιθήσεων της νιότης. «Θα μου ήταν πολύ δύσκολο να διηγηθώ την ιστορία αναγέννησης των πεποιθήσεων μου», έγραψε το 1783 ο Ντοστογιέβσκη, έχοντας υπόψη του την μετάβαση από τον ουτοπιστικό σοσιαλισμό της δεκαετίας του 1840 στις πεποιθήσεις της περιόδου μετά την αποφυλάκιση του από το κάτεργο.Παρ’όλα αυτά όμως άφησε ορισμένες αυθεντικές υποδείξεις για τον μελλοντικό ερευνητή της ζωής του. Γνωρίζουμε, σύμφωνα με τις προσωπικές του παραδοχές, ότι κατά την διάρκεια των τεσσάρων ετών εγκλεισμού του στην φυλακή του Όμσκ, επανεξέτασε όλη την προηγούμενη ζωή του, υπέβαλε τον εαυτό του στην δοκιμασία της αυστηρής κρίσης και ριζικά αναθεώρησε την προηγούμενη κοσμοθεωρία του. Την διαδικασία αυτή θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε ως δίκη κατά του εαυτού του σε συνθήκες υπόγειες, σε πλήρη αποξένωση από την κοινωνία, σε πλήρη πνευματική μοναξιά. Σύντομα έγραψε:
«Μόνος πνευματικά, επανεξέτασα όλη την προηγούμενη ζωή μου, εξέτασα ακόμη και την παραμικρή λεπτομέρεια, σκέφτηκα καλά το παρελθόν μου, έκρινα τον εαυτό μου ανελέητα και αυστηρά, και μάλιστα ορισμένες στιγμές ευγνωμονούσα την μοίρα επειδή μου χάρισε αυτή την μοναξιά, δίχως την οποία δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αυτή η δική του εαυτού μου, ούτε και η αναθεώρηση της προηγούμενης ζωής μου». 
Ιδιαίτερα δύσκολα βίωσε ο συγγραφέας την αλλοτρίωση από το λαό, έτσι όπως την έζησε στο κάτεργο. Αυτή έπρεπε να ξεπεραστεί οπωσδήποτε. Την αναγκαιότητα αυτή την συνειδητοποίησε όχι απλά ο κατάδικος δεύτερης κατηγορίας, αλλά ο συγγραφέας του Φτωχό-κοσμου. Ο Ντοστογιέβσκη αντιλήφθηκε ότι θα μπορούσε να πετύχει τον στόχο του μέσω της άρνησης των σοσιαλιστικών του πεποιθήσεων, οι οποίες τώρα πλέουν του φαίνονται αντιλαϊκές, κοσμοπολίτικες και μή ρώσικες. Πίστεψε πως οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις των δουλοπάροικων χωρικών και η Ορθόδοξη λατρεία που ακολουθούσαν αποκαλύπτουν στον χθεσινό οπαδό του Φουριέ τον μοναδικό δρόμο πρός τις λαϊκές ρίζες, δηλαδή προς την πρώιμη κοσμοαντίληψη του Ντοστογιέβσκη-πρός τις παραδόσεις της αρχαίας Μόσχας, πρός το «γόνιμο έδαφος», πρός τις πατριαρχικές δοξασίες της οικογένειας του-«πρός όλα εκείνα που ήταν ρωσικά κι ευλογημένα». [...]
«Οι σκέψεις και οι πεποιθήσεις αλλάζουν, αλλάζει ολόκληρος ο άνθρωπος», έγραφε ο Ντοστογιέβσκη στις 24 Μαρτίου 1856. Στα λόγια αυτά ακούγεται η θλίψη. Είναι ο πόνος του αποχωρισμού από τις πεποιθήσεις της νιότης, από την πίστη στην απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τα δεσμά του αυταρχικού παρελθόντος, και από την ευγενική αντίληψη για τον προορισμό του καλλιτέχνη-να καλεί και να οδηγεί τις γενιές στην αναμόρφωση του κόσμου, στην αλήθεια και τη δικαιοσύνη. Ο δρόμος της επιστροφής στο παρελθόν έκλεισε οριστικά. Υπήρχε μόνο η νέα αναγκαιότητα οικοδόμησης καινούργιων ιδανικών, και για τους ανθρώπους της πνευματικής ιδιοσυγκρασίας του Ντοστογιέβσκη αυτό σήμαινε: ιδανικά αντίθετα με τα προηγούμενα. Με την συνήθη ανελέητη ειλικρίνεια του παραδέχτηκε ότι άλλαξε τις προηγούμενες πεποιθήσεις του (στην επιστολή πρός τον Α.Ν.Μάικοφ από 2/8/1868). Αποτέλεσμα των προβληματισμών του στο κάτεργο ήταν και η επιστολή του Ντοστογιέβκση πρός την σύζυγο του Δεκεμβριστή Ν. Ντ. Φονβίζιν αμέσως μετά την αποφυλάκιση του:
«Θα σας μιλήσω για μένα, λέγοντας πως είμαι παιδί του αιώνα μου, παιδί της αθεϊας και της αμφισβήτησης μέχρι σήμερα και μάλιστα (αυτό το γνωρίζω καλά) μέχρι τον τάφο. Πόσα τρομερά βάσανα άξιζε και αξίζει αυτή η δίψα μου για πίστη, η οποία τώρα πια ολοένα και μεγαλώνει μέσα στην ψυχή μου, ολοένα, και με οδηγεί σε αντίθετα συμπεράσματα». [...]
Τίθεται το ερώτημα: πότε βίωσε την θρησκευτική του κρίση;
Θέλουμε να πιστεύουμε ότι για τον Ντοστογιέβσκη η κρίσιμη στιγμή ήταν η θανατική καταδίκη της 22 Δεκεμβρίου 1849. Ήταν μια πλήρης εσωτερική ανατροπή, για την οποία ο ίδιος έγραψε πολλές φορές. «Εκείνο το κεφάλι το οποίο το οποίο δημιουργούσε, ζούσε την ανώτερη ζωή της τέχνης, το οποίο συνειδητοποιούσε και ικανοποιούσε τις ανώτερες ανάγκες του πνεύματος, εκείνο το κεφάλι έχει ήδη κοπεί από τους ώμους μου», ανακοίνωνε στον αδελφό του την ημέρα της εικονικής εκτέλεσης. Μετά από είκοσι χρόνια, περιγράφοντας αυτή την τελετή, θυμόταν το σταυρό, τον οποίο συχνά και μάλιστα «ανά πάσα στιγμή» έφερνε στα χείλη του ο ιερέας, ο μελλοθάνατος «βιαζόταν να τον φιλήσει, σαν να ήθελε να έχει κάτι εφεδρικό, κάτι, όπως λέμε, για καλό και για κακό. Αμφιβάλλω όμως αν τη στιγμή εκείνη ένιωθε κάποιο βαθύτερο θρησκευτικό συναίσθημα». Η στιγμή μιας τέτοιας τρομερής δοκιμασίας της πίστης άλλαξε τον Ντοστογιέβσκη. [...] Στις 23 Ιανουαρίου 1854 τελείωσε η ποινή των καταναγκαστικών έργων του Ντοστογιέβσκη. Τον Φεβρουάριο θα άφηνε πίσω του για πάντα το κάτεργο του Όμσκ».
Ντοστογιέβσκη-Βιογραφία
Εκδόσεις «Αρμός»

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι – Επιστολή προς Φονβίζιν

Συγγραφέας: kantonopou στις 30th Νοεμβρίου 2013

«…Δεν ξέρω, αλλά μαντεύω από το γράμμα σας ότι επιστρέψατε στην πατρίδα με κάποια θλίψι. Αυτό το καταλαβαίνω. Σκέφθηκα μερικές φορές ότι αν κάποτε επέστρεφα στην πατρίδα μου, θα ένοιωθα μεγάλη οδύνη και χαρά. Δεν έζησα την ζωή σας και αγνοώ γι’ αυτήν πολλά πράγματα, όπως κάθε άνθρωπος για την ζωή τού άλλου.
Αλλ’ η ανθρώπινη ευαισθησία είναι κοινή σε όλους και φρονώ ότι, επιστρέφοντας στην πατρίδα του ο κάθε εξόριστος, πρέπει να ζήση εκ νέου, μέσα στην μνήμη του, όλη του την παρελθούσα δυστυχία. Αυτό μοιάζει με μια ζυγαριά, με την οποία ζυγίζομε και γνωρίζομε το αληθινό βάρος όλων όσων υποφέραμε, ανεχθήκαμε, χάσαμε και μάθαμε από τους άλλους. Αλλ’ είθε ο Θεός να σας χαρίζειμακροημέρευσι.
Άκουσα από πολλούς ότι είστε πολύ πιστός. Όχι επειδή είστε πιστός, αλλ’ επειδή εγώ έζησα κι εδοκίμασα όσα θα σας πω σε παρόμοιες στιγμές, διψάμε για πίστι σαν το “ξερό χορτάρι”. Κι εν τέλει την βρίσκομε, επειδή η αλήθεια γίνεται φανερή μέσα στην δυστυχία.
Για μένα, έχω να πω ότι είμαι παιδί του αιώνος μου, τέκνο της αμαρτίας και της αμφιβολίας. Έτσι είμαι τώρα κι έτσι θα είμαι, (το ξέρω), μέχρι τον τάφο. Τι φρικτά βάσανα μού στοίχισε, και μου στοιχίζει ακόμη σήμερα, αυτή η δίψα για πίστι, που είναι τόσο έντονη μέσα στην ψυχή μου, όσο υπάρχουν μέσα μου ενάντια επιχειρήματα.
Εν τούτοις, ο Θεός μού χαρίζει στιγμές όπου είμαιολότελα γαλήνιος. Εκείνες τις στιγμές αγαπώ και νοιώθω ότι αγαπιέμαι από τους άλλους. Και αυτές τις στιγμές ακριβώς εσχημάτισα μέσα μου ένα πιστεύω, όπου όλα είναι φωτεινά και ιερά για μένα.
Αυτό το πιστεύω είναι απλό: Πιστεύω ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο όμορφο, πιο βαθύ, πιο συμπαθητικό, πιο λογικό, πιο ζωντανό και τέλειο από τον Χριστό. Και λέω στον εαυτό μου, με ζηλόφθονη αγάπη, όχι μόνο ότι δεν υπάρχει τίποτε, αλλ’ ότι δεν μπορεί να υπάρχη.
Επί πλέον, αν κάποιος μου απεδείκνυε ότι ο Χριστός δεν ταυτίζεται με την αλήθεια κι ότι, στην πραγματικότητα, η αλήθεια είναι εκτός Χριστού, θα προτιμούσα τότε να παραμείνω με τον Χριστό, παρά να πάω με την αλήθεια…».
 * Η επιστολή γράφτηκε το 1854

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Ὅσιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος – Περί Θεολογίας

Ὅσιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος – Περί Θεολογίας
                                   
    Στις 12 Οκτωβρίου η Ορθόδοξος Εκκλησία εορτάζει τήν μνήμη του οσίου καί θεοφόρου πατρός ημών Συμεώνος του νέου Θεολόγου.
    Ο όσιος Συμεών ήκμασε στά τέλη του 10ου καί στίς αρχές του 11ου αιω. στήν Κων/λη. Γεννήθηκε τό 957 καί κοιμήθηκε τό 1035. Ήταν ηγούμενος της  Ιεράς Μονής του Στουδίου.
    Γιατί, όμως, ονομάσθηκε «νέος θεολόγος»; Ονομάσθηκε από τούς μαθητές του «νέος» γιά νά ξεχωρίζει από τούς παλαιούς θεολόγους˙ τόν άγιο Ιωάννη τόν Θεολόγο καί τόν άγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο.
    Όπως είναι γνωστό η Ορθόδοξος Εκκλησία έδωσε τόν τίτλο «θεολόγος» καί αναγνωρίζει μόνο τρεις αγίους ως «θεολόγους»˙ τόν άγιο Ιωάννη τόν Θεολόγο, τόν άγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί τόν  όσιο Συμεώνα τόν νέο Θεολόγο.

Μόνο αυτοί οι τρεις είναι οι πιό γνήσιοι καί πιό αυθεντικοί θεολόγοι, μετά, βεβαίως, από τόν ίδιο τόν Θεό Λόγο, τόν Χριστό. Γιατί, θεολόγος αποκαλείται αυτός πού έχει δει τόν Θεό Λόγο, πού έχει εμπειρία του Θεού Λόγου. Θεολόγος εν πρώτοις είναι ο θεόπτης, ο αυτόπτης καί αυτήκοος του Θεού Λόγου. Θεολογία είναι η θεοπτία. Με την έννοια αυτή οι πρώτοι θεολόγοι είναι οι άγιοι Απόστολοι, που είδαν, έζησαν και βίωσαν με τον Χριστό.
Θεολόγος, κατά δεύτερον, είναι ο «επόμενος τοις αγίοις πατράσι», είναι αυτός που ακολουθεί πιστά και με πνεύμα ταπεινώσεως τους γνησίους και αυθεντικούς θεολόγους και θεόπτες, τους αγίους Αποστόλους και τους αγίους Πατέρες. Θεολόγος, επίσης, είναι καί όποιος προσεύχεται. «Ει προσεύχη, θεολόγος ει», λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.
Το Ορθοδόξως θεολογείν είναι το αλιευτικώς θεολογείν και όχι το αριστοτελικώς και φιλοσοφικώς θεολογείν, όπως συμβαίνει κατ’αρχήν στην αιρετική και εκπεσούσα Δύση, ιδίως στις αιρετικές παρασυναγωγές του Παπισμού και του Προτεσταντισμού, και κατά δεύτερον στην καθ’ημάς Ανατολή, ιδίως στους κόλπους της παναιρέσεως του συγκρητιστικού Οικουμενισμού.
Θεολόγος δέν καθίσταται όποιος περνά μέ εξετάσεις στις Θεολογικές και Εκκλησιαστικές Σχολές και Ακαδημίες, φοιτά σ’αυτές καί παίρνει τό πτυχίο θεολογίας, το μεταπτυχιακό και το διδακτορικό και ακόμη γίνεται πανεπιστημιακός, ακαδημαϊκός καθηγητής θεολογίας. Γιατί, όπως έχει αποδειχθεί πολλές φορές ιστορικά και αποδεικνύεται και μέχρι σήμερα, πολλοί απ’αυτούς τούς πτυχιούχους καί ακαδημαϊκούς θεολόγους, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, κηρύττουν και πράττουν αντίθετα πράγματα πρός τήν Ορθόδοξη θεολογία και πίστη, το Ευαγγέλιο, την Αγία Γραφή, τους Ιερούς Κανόνες, τους Αγίους Πατέρες και την εν γένει Ορθόδοξη Παράδοση καί καταντούν αθεολόγητοι θεολόγοι ή καλύτερα θολολόγοι, σύμφωνα με τον Γέροντα Παΐσιο, καταντούν αντίχριστοι, άθεοι, αιρετικοί, οικουμενιστές, επειδή τούς λείπει ακριβώς αυτή η εμπειρική σχέση μέ τόν ίδιο τόν Θεό Λόγο.
Επομένως, η θεολογία είναι πρωτίστως εν Χριστώ βίωμα καί εμπειρία καί όχι ξερές ακαδημαϊκές, γνωσιολογικές καί νοησιαρχικές σπουδές και γνώσεις. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η σωστή, ορθόδοξη θεολογία καλλιεργήθηκε καί καλλιεργείται στά μοναστήρια (όσα απ’αυτά παραμένουν ορθόδοξα και δεν έχουν κλίνει γόνυ στον οικουμενισμό) καί ότι από’κει έβγαιναν καί βγαίνουν οι πραγματικοί θεολόγοι καί όχι από τίς σχολές.
    Ένας μεγάλος θεολόγος της περιόδου της Τουρκοκρατίας, ο όσιος και θεοφόρος πατήρ ημών Νικόδημος ο Αγιορείτης ο Νάξιος, στο βιβλίο του «Νέα Κλίμαξ» , ομιλώντας περί θεολογίας, καταθέτει τα εξής αξιοπρόσεκτα :
    «Γνωρίζω ότι το χάρισμα της ιεράς θεολογίας είναι το υψηλότερο και πλατύτερο απ’όλα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Γι’αυτό και τα σκεπάζει όλα, όπως η όρνις (η κότα) σκεπάζει τα νοσσία της (τα κοτοπουλάκια της), όπως έλεγε, παρομοιάζοντας το χάρισμα, ο όσιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης. Γι’αυτό και περισσότερο από τα άλλα χαρίσματα ελκύει και κεντά την καρδιά, την αγάπη και τον έρωτά της.
Γιατί, όπως το υποκείμενο της θεολογίας είναι το πάντων ανώτατο και ερωτικώτατο, επειδή είναι αυτό το υπέρτατο όν και άκρον εφετόν, δηλ. ο άγιος Τριαδικός Θεός, έτσι και η περί αυτού θεολογία είναι η πάντων υπερτάτη και ερασμιωτάτη. Γι’ αυτό έτσι ορίζει την θεολογία ο όσιος Ιωσήφ ο Βρυέννιος στον τρίτο λόγο του περί Τριάδος : «Θεολογία είναι τέχνη τεχνών και επιστήμη κατ’εξοχήν των επιστημών, της οποίας αρχή και υποκείμενο και τέλος είναι αυτός ο Θεός» . Και εξηγεί στον πέμπτο λόγο του περί Τριάδος την αιτία : «Γιατί η θεολογία υπέρκειται κατ’ασύγκριτο λόγο της φιλοσοφίας και δεν υπόκειται σ’αυτή» .
    Στη συνέχεια ο Όσιος Νικόδημος μάς δίνει τις προϋποθέσεις του θεολογείν, μάς συμβουλεύει και μάς παρακινεί όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς : «Εάν, λοιπόν, κι εσύ, αγαπητέ, ποθείς να αποκτήσεις το χάρισμα αυτό, πρέπει να γνωρίζεις και να φυλάττεις τα ακόλουθα οκτώ πράγματα :
    Α) Πρέπει να φυλάττεις τις εντολές του Θεού και διά της πράξεως να ανεβαίνεις στη θεωρία, καθώς μάς συμβουλεύει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στον πρώτο λόγο του περί θεολογίας .
    Β) Πρέπει να υποτάσσεις το σώμα και τα πάθη του σώματος και να καθαίρεις τις αισθήσεις του σώματος και της ψυχής. Προτού να καθάρεις τον εαυτό σου, δεν είναι ασφαλές για’σένα ούτε οικονομία ψυχών να λάβεις ούτε να θεολογείς, όπως παραινεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στον πρώτο λόγο του περί θεολογίας : «Διά τούτο καθαρτέον εαυτόν πρώτον, είτα τω καθαρώ προσομιλητέον».  Εάν δεν έφθασες στην τελεία κάθαρση, αλλά ακόμη καθαίρεσαι, δεν ταιριάζει να θεολογείς : «Ου γαρ του παντός θεολογείν, αλλά των κεκαθαρμένων, ήγουν των καθαιρουμένων, το μετριώτατον». Λέει και ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο συγγραφεύς της Κλίμακος, ότι το τέλος της καθάρσεως είναι υπόθεση θεολογίας, αύξηση φόβου, αρχή αγάπης.
    Γ) Πρέπει να γνωρίζεις ότι η θεολογία είναι διττή : α) προηγουμένη και β) επομένη.                           α) Προηγουμένη θεολογία είναι αυτή, που διαλέγεται περί της υπάρξεως του Θεού. β) Επομένη θεολογία είναι αυτή, που συνάγει, που συμπεραίνει, από τη δημιουργία και την πρόνοια των κτισμάτων, ότι υπάρχει Θεός, που δημιούργησε τα πάντα και προνοεί γι’αυτά. Αλλά και ο Θεοφόρος Μάξιμος ο Ομολογητής  στη β΄ εκατοντάδα των θεολογικών κεφαλαίων διττή λέει ότι είναι η θεολογία : α) καταφατική και β) αποφατική. 
α) Καταφατική θεολογία ή κατάφαση είναι «η των όντων θέσις», δηλ. η απόδοση θετικών ιδιοτήτων στο Θεό, λόγω της αιτιώδους σχέσεώς Του με τον κόσμο. Η καταφατική θεολογία αναφέρεται στην προσιτή, καταληπτή και γνωστή όψη του Θεού. Λέμε π.χ. ότι ο Θεός είναι αγαθός, σοφός, παντοδύναμος, δίκαιος κ.λπ. β) Αποφατική θεολογία είναι απόδοση αποφατικών, αρνητικών ιδιοτήτων στο Θεό, με τα οποία διαφοροποιείται πλήρως από την κτιστή πραγματικότητα και μέσω των οποίων υπογραμμίζεται η υπεροχή του Θεού έναντι των κτιστών όντων. Η αποφατική θεολογία αναφέρεται στην απρόσιτη, ακατάληπτη και άγνωστη όψη του Θεού. Λέμε π.χ. ότι ο Θεός είναι άκτιστος, άναρχος, αόρατος, άχρονος, αΐδιος, ακατάληπτος, απρόσιτος, ανερμήνευτος, υπέρχρονος, υπερέκεινα κ.λπ.
Η αποφατική θεολογία είναι υψηλότερη της καταφατικής. Ο Θεός, όμως, τελικώς, είναι υπεράνω, υπέρκειται τόσο της καταφατικής όσο και της αποφατικής θεολογίας. Και ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης στο «Περί θείων ονομάτων»  έργο του σε δύο διαιρεί την θεολογία : α) σε ενωμένη και β) σε διακεκριμένη. α) Ενωμένη θεολογία ονομάζεται τα φυσικά ιδιώματα της θείας ουσίας, που είναι κοινά σ’αυτή. Δηλ. το υπεράγαθο, το υπέρθεο, το υπερούσιο, το υπέρζωο, το υπέρσοφο, η αγνωσία, το παννόητον, η πάντων θέση, η πάντων αφαίρεση, το υπέρ κάθε θέση και αφαίρεση. Και όλα τα αιτιολογικά, δηλ. το αγαθό, το καλό, το όν, το ζωογόνο, το σοφό. Και όλα όσα προέρχονται από τις αγαθοπρεπείς δωρεές της Θεότητος, δηλ. η πάντων αγαθών αιτία.
β) Διακεκριμένη θεολογία είναι τα υπερούσια ονόματα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, χωρίς να υπάρχει σ’αυτά καμμία αντιστροφή ή να εισάγεται κάποια κοινότητα. Διακεκριμένα είναι επίσης και τα ακοινώνητα υποστατικά ιδιώματα των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος. Δηλ. το αγέννητο για τον Πατέρα, το γεννητό για τον Υιό και το εκπορευτό για το Άγιον Πνεύμα. Διακεκριμένη, επίσης, είναι η παντελής και αναλλοίωτη ύπαρξη του Ιησού.
    Δ) Πρέπει να διαβάζεις και να μελετάς την Παλαιά Γραφή και μάλιστα τη Νέα, γιατί η Αγία Γραφή θεολογία ονομάζεται σε πολλά μέρη από τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Ο ίδιος ο άγιος ονομάζει τους θείους Αποστόλους κυρίως θεολόγους. Μελέτησε επίσης την δογματική θεολογία, ιδίως του οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, την επιτομή των δογμάτων της πίστεως του κυρού Αθανασίου, την δογματική πανοπλία και τους θεολογικούς λόγους του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, του Μ. Βασιλείου, του οσίου Μαξίμου του Ομολογητού, του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του οσίου Ιωσήφ του Βρυεννίου κ.ά.
    Ε)  Πρέπει να γνωρίζεις αυτό, που παραγγέλλει ο όσιος Ιωσήφ ο Βρυέννιος στον πρώτο λόγο του περί Τριάδος  : «Πρέπει αυτός που θεολογεί πριν από κάθε άλλο πράγμα να γνωρίζει επιστημονικώς τους όρους των θείων ονομάτων και επισταμμένως την σημασία τους. Δηλ. τί σημαίνει Μονάδα στον Θεό και τί Τριάδα. Τί Πατήρ, τί Υιός, τί Πνεύμα. Τί Θεότητα, ουσία, φύση, μορφή και είδος, τα οποία όλα ένα και το αυτό δηλώνουν. Τί ιδίωμα, υπόσταση, πρόσωπο, χαρακτήρας και άτομο, τα οποία όλα ένα και το αυτό δηλώνουν. Τί ενούσιο, τί ομοούσιο, τί ενυπόστατο κ.τ.λ.».
    ΣΤ) Πρέπει να γνωρίζεις τον Κανόνα, που παραδίδει ο ίδιος ο όσιος Ιωσήφ ο Βρυέννιος σ’αυτούς, που μελετούν τα θεολογικά βιβλία, λέγοντας στον έκτο λόγο του περί Τριάδος  : «Αυτοί, που ακούνε τις θεολογικές φωνές, αυτό προ πάντων θα πρέπει να λογίζονται, ότι στην θεία Τριάδα υπάρχει μία ουσία και τρείς υποστάσεις. Αυτός είναι ο ακριβής κανόνας για όσους ακούνε συνετώς τα θεολογικά (πράγματα). Ποτέ δεν πρέπει αυτά, που λέγονται εξαιρέτως για την θεία ουσία, να τα προσάπτουμε στις τρεις υποστάσεις, ούτε αυτά, που λέγονται για τις τρεις υποστάσεις, να νομίζουμε ιδίως ότι είναι κοινά και στη θεία φύση». Εδώ βεβαίως γίνεται λόγος περί της διακρίσεως, που διακατέχει την Ορθόδοξη Θεολογία, μεταξύ ουσίας και υποστάσεως, φύσεως και προσώπου.
    Ζ) Εάν αγαπάς να θεολογείς, άκουσε τί σε διδάσκει ο θεοφόρος και θεολόγος όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής, λέγοντας στο κζ΄ κεφ. της β΄ εκατοντάδος των περί αγάπης κεφαλαίων  : «Όταν πρόκειται να θεολογήσεις, μην αναζητήσεις τους λόγους περί της ακαταλήπτου ουσίας και φύσεως του Θεού. Αυτούς δεν πρόκειται να τους βρει ποτέ ανθρώπινος νους. Αλλά αναζήτησε τους λόγους περί των ενεργειών του Θεού, δηλ. τους λόγους περί αϊδιότητος, απειρίας, αοριστίας, αγαθότητος, σοφίας, δημιουργικής και προνοητικής δυνάμεως». Εδώ βεβαίως γίνεται λόγος περί της διακρίσεως, που διέπει την Ορθόδοξη Θεολογία, μεταξύ ακτίστου, αμεθέκτου θείας ουσίας και ακτίστων, μεθεκτών θείων ενεργειών.
    Η) και τελευταίο, φύλαττε για πάντα, δηλ. παρακάλεσε το Άγιον Πνεύμα, αδελφέ, να χαρίσει και σ’εσένα το δώρο της θεολογίας ή καλύτερα της θεοπτείας. Διότι, η θεολογία δίδεται εν Αγίω Πνεύματι. Γιατί, γνώριζε ότι σε όποιου ανθρώπου την καρδιά ενεργεί η Χάρις του Αγίου Πνεύματος, αυτός ευθύς είναι θεολόγος απλανής και ασφαλέστατος. Αντιθέτως, σε όποιου ανθρώπου την καρδιά δεν ενεργεί το Άγιον Πνεύμα, αυτός όσα κι αν θεολογεί, είναι λόγοι που έρχονται έξωθεν, εξ ακοής και όχι από την καρδιά, που ενεργείται από το Άγιον Πνεύμα, όπως λέει και ο Κάλλιστος ο Καταφυγιώτης, ο υψίνους εκείνος θεολόγος, στη Φιλοκαλία . Εάν, λοιπόν, θεολογείς, ενεργούμενος από το Άγιο Πνεύμα, δόξα και τιμή προσφέρεις στον Θεό.
    Αυτές είναι, σύμφωνα με τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, οι οκτώ προϋποθέσεις του ορθοδόξως θεολογείν.
    Όσον αφορά την σημερινή εποχή μας, τις αποκαλυπτικές και έσχατες αυτές ημέρες, που ζούμε, είναι δυστύχημα και θλιβερό να διαπιστώνει κανείς ότι οι παραπάνω πνευματικές προϋποθέσεις του ορθοδόξως θεολογείν δεν τηρούνται από την πλειάδα των θεολόγων. Μόνο ένα ευσεβές λήμα τις διασώζει.
    Είναι απαραίτητο και αναγκαίο να κάνουμε την παρακάτω διάκριση : Να διακρίνουμε τούς παραδοσιακούς, πατερικούς, ορθοδόξους θεολόγους από τους εκσυγχρονιστές, μεταπατερικούς, οικουμενιστές θεολόγους. Οι παραδοσιακοί, πατερικοί, ορθόδοξοι θεολόγοι εκφράζουν την αληθινή, την όντως Ορθόδοξη Θεολογία, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην Αγία Γραφή, στο Ευαγγέλιο, στις άγιες Οικουμενικές και Τοπικές Συνόδους, στους Ιερούς Κανόνες, στα συγγράμματα των αγίων Πατέρων και την εν γένει Ιερά Παράδοση. 
Οι οικουμενιστές θεολόγοι εκφράζουν μία καινή (καινούργια-νεωτεριστική) και κενή (άδεια) θεολογία ή μάλλον ψευδοθεολογία, θολολογία των παθών τους. Προωθούν την παναίρεση του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού Οικουμενισμού, ο οποίος είναι η χειρότερη και μεγαλύτερη εκκλησιολογική αίρεση όλων των εποχών και ο τελευταίος πρόδρομος του Αντιχρίστου, διότι στόχο έχει να ενώσει όλες τις αιρέσεις και θρησκείες, σε μία παγκόσμια θρησκεία, ένα παγκόσμιο θεό, προσβάλλοντας την αποκλειστικότητα και τη μοναδικότητα της σωτηρίας, που κατέχει και παρέχει η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Ορθόδοξος Εκκλησία, και αδιαφορώντας για τις τεράστιες δογματικές και θεολογικές διαφορές.
Οι Οικουμενιστές θεολόγοι πρωτοστατούν στην αποστασία εκ της Πίστεως, στη νόθευση των ιερών μυστηρίων της Εκκλησίας και στην προδοσία των ιερών κανόνων. Συλλειτουργούν με τους αιρετικούς, διοργανώνουν διαχριστιανικές και διαθρησκειακές διασκέψεις, αναγνωρίζουν τους Παπικούς και τους Προτεστάντες ως μέλη κανονικών «Εκκλησιών», προσκαλούν τον Πάπα στις ορθόδοξες έδρες τους, διοργανώνουν συμπροσευχές με τον Πάπα, τον προσφωνούν «αγιώτατο αδελφό», τον υποδέχονται ως «ευλογημένο ερχόμενο», προσπαθούν να περιθωριοποιήσουν την Πατερική θεολογία και τους αγίους Πατέρες με τους θεολογικούς διαλόγους για το πρωτείο του Πάπα και με την καινοφανή αίρεση της μεταπατερικής, νεοπατερικής, συναφειακής «θεολογίας», νοθεύουν το ορθόδοξο μυστήριο της Βαπτίσεως, αναγνωρίζουν τα «μυστήρια» και την «ιερωσύνη» του Βατικανού, προχωρούν στην περιθωριοποίηση του ιερού ράσου και την απαλλαγή του κλήρου απ’ αυτό.
Χωρίς ίχνος ντροπής αποδέχονται την χειροτονία των γυναικών, τις παστόρισσες και τις επισκοπίνες, οι οποίες αρκετές φορές είναι και ομοφυλόφιλοι, και παρακάθονται μαζί τους στο λεγόμενο «Π.Σ.Ε», το προωθημένο όργανο επιβολής του Οικουμενισμού, το οποίο μάλλον πρέπει να λέγεται Παγκόσμιο Συνονθύλευμα Αιρέσεων και Π.Σ.Ε.ύδους, όπως έγινε πρόσφατα, αρχές του περασμένου Σεπτεμβρίου, στην Κρήτη, στην εκεί Οικουμενιστική Ακαδημία Κρήτης (ΟΑΚ). 
Διακηρύσσουν ότι «κατά βάθος μία εκκλησία ή ένα τέμενος (τζαμί) αποβλέπουν στην ίδια πνευματική καταξίωση», ότι το κοράνιο είναι «άγιο» και «σπουδαίο», το οποίο προσφέρουν ως δώρο, αντί της Αγίας Γραφής, ότι οι εβραϊκές συναγωγές είναι «τόποι λατρείας του Θεού» και είναι «ευλογημένες», ότι με τους Εβραίους, τους σταυρωτές του Κυρίου μας, μάς ενώνουν κοινά θεμέλια, οι Ιερές Γραφές, οι Πατριάρχες και οι Προφήτες, κ.ά. φοβερά και τραγικά και βλάσφημα.
Είναι δυστύχημα και πολύ οδυνηρό να διαπιστώνει κανείς ότι στη σημερινή εκκλησιαστική πραγματικότητα-κατάσταση, στο τωρινό εκκλησιαστικό γίγνεσθαι, σε καίριες ηγετικές εκκλησιαστικές θέσεις και αξιώματα κυριαρχούν οι οικουμενιστές θεολόγοι. Και δεν είναι καθόλου υπερβολή να λεχθεί ότι  ορθόδοξη θεολογία διέρχεται μια κρίση. Κρίση οικουμενιστική. Βρίσκεται υπό οικουμενιστική αιχμαλωσία, δεμένη με οικουμενιστικά δεσμά.
Πολλά λέγονται για την κατάργηση ή μη των Θεολογικών, εκκλησιαστικών Σχολών, των Ακαδημιών, το άνοιγμα της Σχολής της Χάλκης. Ποιος ο σκοπός όμως της υπάρξεώς τους, όταν η πλειάδα των καθηγητών τους, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, έχουν οικουμενιστική νοοτροπία και διδάσκουν στους φοιτητές ανοικτά πλέον τον οικουμενισμό; Ποια η προσφορά τους; Το να καυχώνται ότι βγάζουν οικουμενιστές θεολόγους;
Προς τι το όφελος για την Ορθοδοξία, όταν η μία Σχολή ανακηρύττει τους αιρετικούς Μονοφυσίτες ως Ορθοδόξους ή όταν αρνείται την ορθόδοξη επιχειρηματολογία εναντίον της χειροτονίας των γυναικών; Ή όταν η μία Ακαδημία διδάσκει την μεταπατερική αίρεση, τη λειτουργική αναγέννηση-ανανέωση, τη μετάφραση των λειτουργικών μας κειμένων, την μετατροπή του κατηχητικού-ομολογιακού χαρακτήρος του μαθήματος των Θρησκευτικών σε θρησκειολογικό-μη ομολογιακό;
Ή όταν η άλλη Ακαδημία φιλοξενεί μετά χαράς την συνέλευση της κεντρικής επιτροπής του Π.Σ.Ε.; Σε τίποτε δεν οφελούν, αλλά μάλλον ζημία γίνεται, με την ακολουθούσα-εφαρμοζόμενη τακτική. Δεν τασσόμαστε βεβαίως υπέρ της καταργήσεως των ανωτέρων σχολών και ακαδημιών, αλλά θεωρούμε επιτακτική ανάγκη την μεταμόρφωσή τους από κέντρα οικουμενισμού σε κέντρα όντως ορθόδοξης, πατερικής θεολογίας.
    Τις παραπάνω, λοιπόν, οκτώ προϋποθέσεις, που μας ανέφερε ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ετήρησε και εφήρμοσε ο όσιος Συμεών και γι’αυτό ανεδείχθη αυθεντικός, γνήσιος και μέγας θεολόγος, θεόπτης.
    Ο όσιος Συμεών ονομάσθηκε «θεολόγος» εξαιτίας του βάθους της διδασκαλίας του. Γι’αυτό καί ο τύπος του ονόματος «Συμεών ο νέος Θεολόγος». Τό ότι αυτός μαζί μέ τούς άλλους δύο, τόν άγιο Ιωάννη τόν Θεολόγο καί τόν άγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, μεταξύ όλων των άλλων εκκλησιαστικών ανδρών ονομάσθηκε Θεολόγος, είναι ενδεικτικό των τάσεών του. Όπως εκείνοι οι δύο, έτσι κι αυτός ομιλεί περί αγάπης, περί φωτός, περί αμέσου εμπειρίας του Θεού. Ο βιογράφος του, Νικήτας Στηθάτος, αναφέρει ότι θεολογούσε όπως ο ηγαπημένος άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος˙ «ως ο ηγαπημένος εθεολόγει».
    Στήν εποχή του οσίου Συμεώνος επικρατούσε η παρακάτω αίρεση. Πολλοί, ακόμη καί μοναχοί της μονής Στουδίου, αρνούνταν τήν δυνατότητα θεωρίας καί θεοπτίας. Ο αγγελικός βίος θεωρούνταν ως υπόθεση του μέλλοντος αιώνος καί η εξομοίωση μέ τούς παλαιούς πατέρες κρινόταν αδύνατη τώρα. Η μυστική οδός είχε λησμονηθεί από αιώνων. Σέ εποχή κατά τήν οποία από αιώνες είχε λησμονηθεί η παλαιότερη τάση γιά μυστική θεωρία του Θεού καί βασίλευε η τελετουργική τάξη, ο όσιος Συμεών ανέλαβε νέα πρωτοβουλία πρός αναζήτηση της εσωτερικής πνευματικής εμπειρίας. Δέν απέρριψε τά εξωτερικά μέσα της λατρείας ούτε περιφρόνησε τήν εκκλησιαστική οργάνωση, αλλά έδωσε τήν πρώτη θέση στήν προσωπική επαφή μέ τόν Θεό.
    Κατά τόν όσιο Συμεώνα, αδυναμία υπάρχει μόνο γιά εκείνους, οι οποίοι δέν επιδιώκουν τήν θεωρία καί τήν θεοπτία. Αυτοί, ισχυριζόμενοι αδυναμία, κλείνουν τήν άνοδο πρός τόν Θεό, τήν οποία άνοιξε ο Χριστός καί είναι πάνω από κάθε αίρεση αιρετικοί. Ο όσιος Συμεών ζητούσε από τούς μοναχούς τήν πράξη, αλλά καί κάτι πέρα απ’αυτήν˙ τήν θεωρία. Απαιτούσε νά καταστούν θεωρητικοί.
    Τα έργα, τα συγγράμματα του οσίου Συμεώνος είναι ουκ ολίγα και μεγίστης σημασίας. Έχει γράψει α) κεφάλαια πρακτικά και θεολογικά εκατόν ένα, β) κεφάλαια γνωστικά και θεολογικά είκοσι πέντε, γ) κεφάλαια θεολογικά και πρακτικά εκατό, δ) κατηχήσεις,  ε) λόγους και στ) θείων ερώτων ύμνους.
    Σύμφωνα μέ τήν πνευματική διδασκαλία του, ο όσιος Συμεών διακρίνει τρία στάδια πνευματικής τελειώσεως, κατά τά οποία επικρατούν αντιστοίχως η πράξη, η γνώση καί η θεολογία. Πράξη είναι κυρίως ο αγώνας γιά τήν απόκτηση της απαθείας. Γνώση είναι ο αγώνας γιά τήν κατανόηση του θείου. Θεολογία είναι η θεωρία των θείων, γι’αυτό καί ο όσιος εναλλάσσει τίς λέξεις θεωρία καί θεολογία. Η θεολογία είναι τό ύψιστο στάδιο τελειώσεως.
    Ο όσιος Συμεών είναι ο ποιητής, ο συγγραφεύς της εβδόμης ευχής της ακολουθίας προ της Θείας Μεταλήψεως, που λέει «Από ρυπαρών χειλέων, από βλερυράς καρδίας, από ακαθάρτου γλώσσης, εκ ψυχής ερρυπωμένης…». Στην ευχή αυτή, που είναι γραμμένη σε στίχο πολιτικό, ο όσιος περιγράφει με ζοφερό τρόπο την κατάσταση της αμαρτωλότητος του ανθρώπου και παρακαλεί τον Θεό να δεχθεί την δέηση.
    Εκεί πού ο όσιος Συμεών πρωτοτυπεί είναι η περί φωτός διδασκαλία, στήν οποία ξεπέρασε τούς παλαιοτέρους. Στή διατύπωση των σκέψεών του σ’αυτό τό σημείο ξεκίνησε από δική του εμπειρία, τήν οποία δοκίμασε σέ νεαρή ηλικία. Περιγράφει κάποιον νεανία, πού στεκόταν στό δωμάτιό του, τήν στιγμή κατά τήν οποία φανερώθηκε άνωθεν πλουσίως θεία έλλαμψη καί γέμισε όλο τόν τόπο.
Ο νεανίας τόσο μεταρσιώθηκε, ώστε λησμόνησε αν βρίσκεται στό σπίτι ή κάτω από στέγη. Έβλεπε μόνο φως καί δέν γνώριζε αν πατούσε στή γη. Δέν αισθανόταν ότι έχει σώμα, αλλά ενωμένος ολόκληρος μέ τό άυλο φως καί γενόμενος κι αυτός φως καί ξεχνώντας όλα τά του κόσμου, γέμισε από δάκρυα, ανέκφραστη χαρά καί αγαλλίαση. Έπειτα ανέβηκε στόν ουρανό καί είδε άλλο φως τρανότερο από τό προηγούμενο.
    Τά συγγράμματα του οσίου Συμεώνος περικλείουν σέ κάθε σχεδόν σελίδα τους τίς λέξεις φως, έλλαμψη καί τίς παρόμοιες. Αλλά ο όσιος Συμεών δέν διδάσκει ότι τελικός σκοπός της πνευματικής ανατάσεως είναι η θεωρία του φωτός. Κατ’αυτόν σκοπός είναι η συνάντηση του προσώπου του Χριστού, του οποίου τό σύμβολο είναι τό φως. Η ένωση μέ τόν Χριστό καί τόν Θεό είναι τό τέρμα της πνευματικής τελειώσεως.
    Η ένωση του θείου καί του ανθρωπίνου στοιχείου στόν Θεάνθρωπο Χριστό είναι γεγονός, τό οποίο επαναλαμβάνεται πάντοτε σέ κάθε άνθρωπο, πού επιδιώκει καί επιτυγχάνει τήν τελείωση. Ο άνθρωπος συλλαμβάνει τόν Λόγο του Θεού στήν καρδιά του, όπως τόν συνέλαβε η Παρθένος στήν κοιλία της. Έτσι ο Χριστός μορφώνεται μέσα του καί αυτός μορφώνεται στόν Θεό. Τά μέλη του είναι καί αυτά Χριστός.
    Τά ανωτέρω σημαίνουν ότι η πνευματική εμπειρία αρχίζει από τόν παρόντα ήδη κόσμο και ολοκληρώνεται, τελειώνεται στον όγδοο αιώνα, σε αντίθεση με τους αιρετικούς Λουθηρανούς, που τοποθετούν τη θέωση μετά θάνατον. Σημαίνουν επίσης ότι η ανάσταση είναι παρούσα πραγματικότητα, είναι πνευματική ανάσταση καί πιό αξιόλογη από τήν ανάσταση των σωμάτων .
    Σήμερα, λοιπόν, πού εορτάζουμε τήν μνήμη του οσίου Συμεώνος, ας τόν ικετεύσουμε νά δώσει καί σ’εμάς λίγο από τό χάρισμα της θεολογίας καί θεωρίας του Θεού, νά μας αξιώσει νά περάσουμε επιτυχώς τά τρία στάδια της πνευματικής τελειώσεως, τήν πράξη, τήν γνώση καί τήν θεολογία, ώστε, μέ τήν θεωρία του φωτός, νά επιτύχουμε του σκοπού της πνευματικής ανατάσεως, πού δέν είναι άλλος από τήν συνάντηση του προσώπου του Χριστού καί τήν ένωσή μας μέ τόν Χριστό καί τόν Θεό. Αμήν!
 Πρεσβυτέρου π. Ἀγγέλου Ἀγγελακοπούλου  

Η ΜΝΗΜΕΙΩΔΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ Ι. ΚΟΡΝΑΡΑΚΗ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΠΡΟΣ ΟΛΟΥΣ!


Η ΜΝΗΜΕΙΩΔΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ Ι. ΚΟΡΝΑΡΑΚΗ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΠΡΟΣ ΟΛΟΥΣ!

«Οι βαρείς λύκοι, λοιπόν, των αιρέσεων, και, μάλιστα, της λοιμώδους νόσου της οικουμενιστικής παναιρέσεως, δεν εξορκίζονται με έναν χαρτοπόλεμο αντιαιρετικών κειμένων -ανιαρό και ανίερο-, ο οποίος χαρτοπόλεμος, κάθε φορά, πληροφορεί το ποίμνιο, απλώς, τι είναι η αίρεσις και ποια καταστροφικά αποτελέσματα προκαλεί στην ζωή της Εκκλησίας»!

«Ο Οικουμενισμός προχωρεί στον χώρο της Εκκλησίας και συνεχώς ισχυροποιείται, επειδή ακριβώς δεν θίγονται οι ορθόδοξοι οικουμενιστές, αφού δεν αποκαλύπτονται τα ονόματά τους».

«Στην όλη σύναξη, κυριάρχησε ομοφώνως η πρόταση να συνταχθεί ένα κείμενο, στο οποίο, επιτέλους, να αποκαλύπτονται όλα τα ονόματα των Οικουμενιστών Ορθοδόξων».

«Γράφετε, σεβαστοί πατέρες, ότι οι οικουμενιστές πατριάρχες και λοιποί, αυτήν την παναίρεση του οικουμενισμού:
«την διδάσκουν "γυμνή τη κεφαλή", την εφαρμόζουν και την επιβάλλουν στήν πράξη κοινωνούντες παντοιοτρόπως μέ τούς αιρετικούς, με συμπροσευχές, ανταλλαγές επισκέψεων και ποιμαντικές συνεργασίες»!

Με το κείμενο αυτό, περιγράφετε κατά λέξη τον ΙΕ΄ κανόνα της πρωτοδευτέρας, ο οποίος σας δίνει το δικαίωμα να διακόψετε το μνημόσυνο των πατριαρχών, αρχιεπισκόπων και επισκόπων.
Δεν το κάνετε όμως, και δεν θα το κάνετε ποτέ»!



 Προς τους σεβαστούς κληρικούς
της Συντακτικής Επιτροπής του κειμένου
ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ κατά του οικουμενισμού

Του ομότιμου Καθηγ
ητού της Θεολογικής Σχολής κ. Ιωάννου ΚΟΡΝΑΡΑΚΗ




προς Γέροντα Ιωσήφ, Αγίου Ορους, π. Γ. Μεταλληνό, π. Θ. Ζήση, π. Μάρκον Μανώλη και π. Σαράντη Σαράντο.


Έλαβα και ανέγνωσα με ιδιαίτερη προσοχή, τόσο το κείμενο τής παρακλήσεώς σας να συμμετάσχω στην αντιοικουμενιστική σας προσπάθεια, όσο και εκείνο τής διακηρύξεώς σας.
Στο κείμενο της παρακλήσεώς σας, απευθύνεσθε προσωπικώς και ονομαστικώς στον υποφαινόμενο, και σημειώνετε:
«Σας παρακαλούμε θερμά, εφ' όσον συμφωνείτε με το περιεχόμενο της ομολογίας, να προσυπογράψετε το κείμενο, προκειμένου να χαροποιήσουμε έτσι και να καθησυχάσουμε τούς πιστούς, πού αγωνιούν για τα τεκταινόμενα και αναμένουν λόγους αληθείας».
Σκοπός, λοιπόν, της αντιοικουμενιστικής σας προσπάθειας είναι η καθησύχαση των πιστών για την συνεχή ισχυροποίηση της οικουμενιστικής λαίλαπας στον χώρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και η καθησύχασίς τους ότι, εσείς εγγυάσθε την προστασία της Εκκλησίας από τις καταστροφικές, γι' αυτήν, συνέπειες της οικουμενιστικής δραστηριότητος των Ορθοδόξων ταγών της.

Δυστυχώς, σας δηλώνω ότι, δεν μπορώ να προσυπογράψω το κείμενο, το οποίο εσείς χαρακτηρίζετε ως «Ομολογία Πίστεως», επειδή η ομολογία αυτή δεν γίνεται με τούς όρους και τις απαιτήσεις του Ταμείου των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας, αλλά και της αγιοπνευματικής πατερικής παραδόσεως του μαρτυρίου αίματος και ψυχής, με το οποίο, και μόνον, οι θείοι Πατέρες, ως δούλοι γνησιώτατοι Χριστού, «όλην συλλεξάμενοι ποιμαντικήν επιστήμην και θυμόν ιερόν κινήσαντες, τους βαρείς εξεδίωξαν και λοιμώδεις λύκους των αιρέσεων, εκσφενδονήσαντες αυτούς, με την σφενδόνα του πνεύματος, έξω του της Εκκλησίας πληρώματος», κατά τον υμνογράφον της Εκκλησίας!

Οι βαρείς λύκοι, λοιπόν, των αιρέσεων, και, μάλιστα, της λοιμώδους νόσου της οικουμενιστικής παναιρέσεως, δεν εξορκίζονται με έναν χαρτοπόλεμο αντιαιρετικών κειμένων -ανιαρό και ανίερο-, ο οποίος χαρτοπόλεμος, κάθε φορά, πληροφορεί το ποίμνιο, απλώς, τι είναι η αίρεσις και ποια καταστροφικά αποτελέσματα προκαλεί στην ζωή της Εκκλησίας!
Μέχρι σήμερα, έχει κυκλοφορήσει μεγάλος αριθμός τέτοιων κειμένων, από την ηγουμενική διοίκηση του Αγίου Όρους, από την δική σας ομάδα κληρικών και μοναχών, αλλά και από άλλες αντιοικουμενιστικές προσπάθειες.
Έχει χυθεί πολύ μελάνι και έχει ξοδευθεί πολύ χαρτί, για τα ίδια θέματα, το ίδιο μοτίβο, το δήθεν «μαχητικό», χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα εις βάρος των εκκλησιαστικών οικουμενιστών.

Ο Οικουμενισμός προχωρεί στον χώρο της Εκκλησίας και συνεχώς ισχυροποιείται, επειδή ακριβώς δεν θίγονται οι ορθόδοξοι οικουμενιστές, αφού δεν αποκαλύπτονται τα ονόματά τους.
Γι' αυτό και δεν ανησυχούν και είναι σίγουροι ότι θα κερδίσουν τους στόχους τους, χάρη στη δική σας ανημποριά να αγωνισθείτε θεοφιλώς με το πνεύμα της θυσιαστικής σταυρώσιμης μαρτυρίας.

Στην προς εμέ πρόσκλησή σας, γράφετε:

«Υπέρ της Ορθοδοξίας αγωνίσθηκαν και ομολόγησαν, πολλά παθόντες, Αγιοι Μάρτυρες, Ιεράρχαι, Όσιοι και Ομολογηταί».
Εσείς, τι πάθατε, μέχρι σήμερα;
Η αντιοικουμενιστική σας προσπάθεια περιορίζεται στα όρια της ασφαλείας σας, ώστε να μείνετε ανέγγιχτοι από συνέπειες δυσάρεστες για σας.
Παράδειγμα: στην σ. 17 του κειμένου σας, γράφετε:

«Αυτήν την παναίρεση (του Οικουμενισμού) έχουν αποδεχθεί εκ των Ορθοδόξων πολλοί πατριάρχες, αρχιεπίσκοποι, επίσκοποι, κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί».
Ποιοι είναι αυτοί;
Δεν τους κατονομάζετε, όπως οφείλατε να το κάνετε.
Σύμφωνα, μάλιστα, με ειλημμένη απόφαση της συνάξεως των κληρικών και μοναχών.

Σας υπενθυμίζω τα γεγονότα:
Μετά από κάποιο χρόνο από το ανοσιούργημα της παπικής εισβολλής στο Φανάρι, με τις ευλογίες και την σύμπραξη του Πατριάρχου, συνήλθε η Ομάδα, παρόντος του υποφαινομένου, στο Πήλιο, στο Μετόχι της αγιορείτικης Μονής της Λαύρας, για να μελετήσει τους νέους στόχους της.
Στην όλη σύναξη, κυριάρχησε ομοφώνως η πρόταση να συνταχθεί ένα κείμενο, στο οποίο, επιτέλους, να αποκαλύπτονται όλα τα ονόματα των Οικουμενιστών Ορθοδόξων.
Στην σύναξη αυτή, επιτρέψατε και σε πολλούς λαϊκούς να παραστούν, άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι ενθουσιάσθηκαν με την πρόταση αυτή και την επικρότησαν, όλοι οι παρόντες.

Απήλθαμε από τον χώρο της συνάξεως εκείνης, τελούντες εν αναμονή λήψεως του κειμένου αυτού, προκειμένου να το υπογράψουμε, για να κυκλοφορήσει το συντομώτερον.
Όμως, ο καιρός περνούσε και καμμία κίνηση δεν εφαίνετο πουθενά, για την συνέχεια τής ζωής της Ομάδος κληρικών και μοναχών.
Ούτε κάποιο κείμενο είχε αποσταλεί.
Έτσι, η δραστηριότητα της Ομάδος περιήλθε στην αβεβαιότητα και στην ακινησίαν για μακρό χρονικό διάστημα.
Το μάκρος αυτής της ακινησίας και της σιωπής, και ήδη, η ματαίωση της κυκλοφορίας του αναμενομένου κειμένου με τα ονόματα των οικουμενιστών ταγών της Εκκλησίας, έδειχνε πειστικώς ότι, ήδη έληγε πλέον η δραστηριότητα της Ομάδος!
Τι μπορεί να συνέβη;
Η απορία αυτή λύθηκε στον υποφαινόμενο, όταν, τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, δημοσιεύθηκε, στον ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΤΥΠΟ, πρωτοσέλιδο άρθρο ενός εξ υμών, με θέμα «Ορθόδοξοι Αντιστάσεις».
Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού με τίτλο «1. Αποδυναμώθηκαν οι αγωνιστές», γράφει:

«Υπάρχει διάχυτη η αίσθηση ότι οι ορθόδοξες αντιστάσεις στην συνεχιζόμενη λαίλαπα του συγκρητιστικού Οικουμενισμού έχουν μειωθεί" ελάχιστες φωνές ακούγονται πλέον. Δυναμικά και συγκροτημένα σύνολα, αποτελούμενα από παραδοσιακούς κληρικούς και μοναχούς, τα οποία αγωνίσθηκαν με σθένος, παρρησία και ομολογιακή διάθεση, και τα οποία με υπογραφές κειμένων, διοργάνωση συνεδρίων, ομιλίες και άλλες εκδηλώσεις, προσπάθησαν να κρατήσουν άγρυπνη την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία, δεν εμφανίζονται στο προσκήνιο" μοιάζει σαν να έχουν αποδυναμωθεί εσωτερικά, σαν να έχουν παραιτηθεί από τον αγώνα».
Ήταν φανερό για τι μιλούσε το άρθρο:
για την «κηδεία» της Ομάδος.
Αποδίδοντας την ευθύνη για την σιωπή, στα μέλη της.
Έπρεπε η Ομάδα να διαλυθεί, για να ησυχάσουν οι οικουμενιστές εκκλησιαστικοί ταγοί!
Αν ξαναζωντάνευσε η δραστηριότητα της Ομάδος κληρικών και μοναχών, με νέο χαρτοπόλεμο, αυτό οφείλεται σε λόγους τους οποίους πρέπει, προς το παρόν, να αποσιωπήσω!

Αυτό, πάντως, το πνεύμα, που επικρατεί στο σύνολο των υπευθύνων της Ομάδος αυτής, αποκαλύπτεται στην ανουσιότητα της αντιοικουμενιστικής προσπάθειας. Στην κενότητα της μαρτυρίας της και στο ατελεσφόρητο, γενικά, του αγώνος της. Χαρτοπόλεμος και τίποτε άλλο! Για το θεαθήναι μόνον!
Το γεγονός επιβεβαιώνεται και από την σ. 17 της διακηρύξεως.
Γράφετε, σεβαστοί πατέρες, ότι οι οικουμενιστές πατριάρχες και λοιποί, αυτήν την παναίρεση του οικουμενισμού:
«την διδάσκουν "γυμνή τη κεφαλή", την εφαρμόζουν και την επιβάλλουν στήν πράξη κοινωνούντες παντοιοτρόπως μέ τούς αιρετικούς, με συμπροσευχές, ανταλλαγές επισκέψεων και ποιμαντικές συνεργασίες»!
Με το κείμενο αυτό, περιγράφετε κατά λέξη τον ΙΕ΄ κανόνα της πρωτοδευτέρας, ο οποίος σας δίνει το δικαίωμα να διακόψετε το μνημόσυνο των πατριαρχών, αρχιεπισκόπων και επισκόπων.
Δεν το κάνετε όμως, και δεν θα το κάνετε ποτέ!
Εν τούτοις, με την στάση σας αυτή, παραλογίζεσθε.
Διότι αποφαίνεσθε ότι, οι οικουμενιστές «θέτουν εαυτούς εκτός της Εκκλησίας», εφ' όσον παραβαίνουν κανόνες της Εκκλησίας.
Αλλά, άραγε, είναι εντός της Εκκλησίας οι ιερείς εκείνοι, οι οποίοι καταγγέλλουν ανωνύμως, απλώς με χαρτοπόλεμο -ανιαρό και ανίερο-, πατριάρχες, αρχιεπισκόπους και επισκόπους;
Επιπλέον, τους αναγνωρίζουν, τους κάνουν, κάποτε, και δώρα, και δημοσίως τούς χαρακτηρίζουν ορθοδόξους θεολόγους;

Την στιγμή πού δεν κάνουν οι ίδιοι χρήση του κανόνος που γνωρίζουν, αλλά συμπορεύονται με αυτούς, τους οποίους αναγνωρίζουν και καταγγέλλουν ως οικουμενιστές, πρέπει να μην είναι, και αυτοί, μέλη της Εκκλησίας.
Θα ήσαν μέσα στην Εκκλησία, εφ' όσον θα διέκοπταν το μνημόσυνο των οικουμενιστών προϊσταμένων τους" και, τότε, σύμφωνα με τον κανόνα αυτόν, θα ήσαν «ορθόδοξοι μετά τιμής της πρεπούσης», επειδή: «ουχί σχίσμα επροξένησαν εις την Εκκλησίαν με τον χωρισμόν αυτό, αλλά μάλλον ελευθέρωσαν την Εκκλησίαν από το σχίσμα και την αίρεσιν των ψευδοεπισκόπων αυτών» (Πηδ. σ. 35).

Σεβαστοί Πατέρες!
Το βασικό πρόβλημα της υπάρξέως μας είναι σε ποιο μέτρο αληθεύει η ζωή μας εν Χριστώ Ιησού.
Ο Χριστός, η κατ' εξοχήν ανυπέρβατη αλήθεια, μας υποχρεώνει, εφ' όσον θέλουμε «οπίσω αυτής περιπατείν», να αληθεύουμε εν παντί.
Όταν δεν το κάνουμε, «παίζουμε εν ου παικτοίς», στο τραπέζι των ευαγγελικών αληθειών.
Οι σκοτεινές μεθοδεύσεις, η κάλυψη της αληθείας με το καπέλο του ψεύδους, οι διπλωματίες και οι ποικίλες σκοπιμότητες αυτοπροστασίας, δεν εξαγιάζονται μ' έναν χαρτοπόλεμο αντιαιρετικών κειμένων, μονόδρομο, στον αγώνα της Ομολογίας!



Αυτόν το μονόδρομο αδυνατώ να προσυπογράψω στην προχωρημένη ώρα της ζωής μου, που με πλησιάζει στην κρίση του Θεού!

Ιωάννης Κορναράκης

www.entoytwnika.gr