Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Tα στάδια του αθεϊσμού (Μητροπ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιερόθεος)

Tα στάδια του αθεϊσμού (Μητροπ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιερόθεος)
alopsis
ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Κάθε γεγονός και κάθε πνευματική κατάσταση έχει στάδια. Σταδιακά αναπτύσσεται ο άνθρωπος και σταδιακά μπορεί να ζήσει διάφορες καταστάσεις. Στάδια μπορεί να διακρίνει κανείς στην αμαρτία, αλλά και στην αρετή. Έτσι μπορούμε να μιλήσουμε για στάδια και στον αθεϊσμό.

Όταν μιλάμε για αθεϊσμό πρέπει να είμαστε λίγο προσεκτικοί. Γιατί αυτός που εμείς νοιώθουμε άθεο στην πραγματικότητα δεν είναι. Μπορεί κάποιος να ζει πολύ διαφορετικά από ό,τι ζούμε εμείς, αλλά αυτό δεν μπορεί να κληθεί αθεΐα. Υπάρχει ο θεωρητικός αθεϊσμός και πρακτικός αθεϊσμός, μπορούμε δε να ισχυρισθούμε ότι υπάρχει και ο θρησκευτικός αθεϊσμός. Στον τελευταίο ανήκουν οι άνθρωποι εκείνοι που ζουν στον χώρο της Εκκλησίας πολύ επιφανειακά, χωρίς να αποκτούν προσωπική επίγνωση της θείας Χάριτος, προσωπική γνώση του Θεού. Οι Φαρισαίοι της εποχής του Χριστού ζούσαν μια τέτοια ιδιότυπη αθεΐα. Υποστήριζαν και δίδασκαν τον νόμο και όμως αγνοούσαν τον Νομοθέτη, και όχι μόνον Τον αγνοούσαν αλλά και Τον σταύρωσαν. Γι’ αυτό είναι δύσκολο κανείς να χαράξει μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ της πίστεως και της απιστίας. Μπορεί κάποιος να φαίνεται πιστός και όμως να καταλήξει σε πλήρη αθεΐα και αγνωστικισμό. Και μπορεί κάποιος άλλος να φαίνεται εξωτερικά άθεος και όμως να βρει την τέλεια πίστη.
Θα ήθελα στην συνέχεια να παρουσιάσω, παρά την δυσκολία τα στάδια του αθεϊσμού, όπως τα περιγράφει ο Κλεμάν. Βασικά διακρίνει τρία στάδια αθεϊσμού.
«Το πρώτο είναι ο αντιθεϊσμός, η επανάσταση ενάντια στο Θεό, στο όνομα της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Ο αντιθεϊσμός γεννιέται από την αποσύνθεση της χριστιανοσύνης, όταν αυτή, σιωπηρά νεκρή, μεταμορφώνεται σε ιδεολογία και αναζητάει τον ολοκληρωτισμό για να αντικαταστήσει τη χαμένη δύναμη του ολόκληρου». Μια κατεστημένη θρησκεία, που έχει μεταβληθεί σε ιδεολογία, απογοητεύει τους ανθρώπους, οι οποίοι επηρεασμένοι και από άλλα κοσμοθεωρητικά κίνητρα πολεμούν ανοιχτά αυτήν την νεκρά και αποστεωμένη θρησκεία. Οι αντιδράσεις είναι ισχυρές. Κοροϊδεύουν όλα τα της θρησκείας και μάλιστα στο όνομα της δικαιοσύνης και της ελευθερίας. Είναι δηλαδή επαναστατικός και αντιθετικός.
Το δεύτερο στάδιο έρχεται μετά το προηγούμενο. Αφού κουράσθηκαν να εμπαίζουν και να πολεμούν φθάνουν σε άλλη κατάσταση. «Ο επαναστατικός και μαχητικός αθεϊσμός εξασθενεί από την ίδια του τη νίκη. Ενώ οι μάζες γλιστράνε στην αδιαφορία… ή γλιστράνε στη φυγή και τη “διασκέδαση” της “κοινωνίας του θεάματος”, οι πιο απαιτητικοί προσκρούουν στο πεπερασμένο και παραιτούνται από την αισιοδοξία, αναπτύσσουν φιλοσοφίες του παραλόγου και της ναυτίας». Έτσι η αδιαφορία και η απελπισία είναι εκείνα που διακρίνουν αυτό το δεύτερο στάδιο του αθεϊσμού. Από θρησκευτικό βίωμα γίνεται κοινωνιολογικό. Κουρασμένος από την μάχη του ο άνθρωπος πέφτει σε απελπισία, που δεν θεραπεύει απολύτως τίποτα. Αντί να το μετατρέψει αυτό σε απελπισία κατά Θεόν, δηλαδή σε μετάνοια, το μετατρέπει σε απελπισία κατά κόσμον. Είναι απογοητευμένος από όλα. Και ψάχνει να βρει τρόπους για να απαλύνει τον πόνο του, αλλά δεν μπορεί να το καταφέρει.
Όταν τελείως απελπισθεί, τότε καταλήγει σε ένα ιδιότυπο στάδιο αθεϊσμού. «Διαγράφεται κιόλας ένας τρίτος τύπος αθεϊσμού, που θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε μυστικιστικό. Ψάχνει κανείς για αντίδοτα της “κόκκινης ερήμου” της επιστήμης και της τεχνικής, ζητώντας μια εσωτερίκευσή τους, πάντοτε όμως μέσα στα όρια και της μιας και της άλλης – δηλ. μένοντας στην άρνηση του προσωπικού Θεού που έγινε άνθρωπος. Ανακαλύπτουν και πάλι το παράξενο, τις απόκρυφες δυνατότητες του ανθρώπου, τον παλιό συμβολισμό του σύμπαντος». Στο τρίτο αυτό στάδιο αναζητούν την «πνευματικότητα» των ανατολικών θρησκειών, της φιλοσοφίας, αλλά και την ψευδαίσθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης μέσα από ψευτομεσσιανισμούς. Και μπορούμε να πούμε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος διακατέχεται από αυτόν τον μυστικισμό που είναι αρρωστημένος.
Από την ανάλυση αυτή εξάγονται μερικά συμπεράσματα.
Το πρώτο είναι ότι δυστυχώς αυτό που είναι ξεπερασμένο στον δυτικό χώρο το ζούμε εμείς στην Ελλάδα. Ζούμε καταστάσεις που ζούσαν οι δυτικοί εδώ και 50 χρόνια. Δυστυχώς αυτό συμβαίνει σε όλα τα ζητήματα. Επηρεαζόμαστε από τη Δύση, αλλά την ξεπερασμένη Δύση, από αυτά που ξεπέρασε η Δύση. Έρχονται σε μας καθυστερημένα μοντέλα ζωής. Έτσι σε πολλά σημεία παρατηρείται το φαινόμενο του αντιθεϊσμού, του πρώτου επαναστατικού σταδίου του αθεϊσμού, που τώρα έχει ξεπερασθεί και στην Δύση, στην οποία ήδη φεύγουν από το δεύτερο στάδιο και αναζητούν το τρίτο, δηλαδή αναζητούν λύτρωση και απαλλαγή από τα εσωτερικά βασανιστικά προβλήματα. Εμείς πάντα είμαστε καθυστερημένοι.
Το δεύτερο είναι ότι στην Ορθόδοξη Παράδοση έχουμε μια υγιή πνευματικότητα, ισορροπημένη και ζωντανή, την οποία μπορούμε να ζήσουμε και να ξεφύγουμε από την φενάκη του αρρωστημένου μυστικισμού. Μπορούμε να αποκτήσουμε προσωπική γνώση του Θεού. Ο δικός μας Θεός δεν είναι αφηρημένος, Θεός των φιλοσόφων και των στοχαστών, αλλά Θεός αληθινός, ο Θεός των Πατέρων ημών. Γιατί να πέφτουμε σε απρόσωπο μυστικισμό, ανατολικού τύπου ή να γλιστράμε σε μαγείες και άλλα παρόμοια, όταν στην Παράδοσή μας διαθέτουμε πλήρη διδασκαλία και ζωή, που μας οδηγεί στην βίωση του προσωπικού Θεού;
Η Ορθόδοξη Εκκλησία διαθέτει ένα βάθος απύθμενο, που δεν μπορούμε να το διακρίνουμε με γυμνό οφθαλμό. Μπορεί να βλέπουμε την Εκκλησία ως κατεστημένο θεσμό, αλλά πέρα από την επιφάνεια υπάρχει η ζωντανή πραγματικότητα. Υπάρχει η αλήθεια ενσαρκωμένη σε πρόσωπα. Η αναζήτηση αυτής της αλήθειας  και η βίωσή της μπορούν να αποτρέψουν την πορεία μας σε έναν αθεϊσμό, που απομυζά την ζωή και όλη την ύπαρξή μας.


(Από το βιβλίο του «Ποιότητα ζωής», ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΓΕΝΕΘΛΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ, Λεβαδειά, Σελίδες 316)

Ο τρίτος πειρασμός της Εκκλησίας (Σεβ. Μητροπ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιερόθεος)

Ο τρίτος πειρασμός της Εκκλησίας (Σεβ. Μητροπ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιερόθεος)
alopsis
ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Στην εποχή μας οι άνθρωποι της Εκκλησίας αντιμετωπίζουν τον πειρασμό να μετατρέπωνται σε κοινωνικούς παράγοντες, να χρησιμοποιούν τρόπους και μεθόδους μιας ανθρωποκεντρικής κοινωνίας, προκειμένου να αποκτούν δόξα, χρήμα, επικοινωνία, προβολή.
Αυτό στην ουσία είναι ο τρίτος πειρασμός που αντιμετώπισε ο Χριστός στην έρημο, σύμφωνα με τον οποίο ο διάβολος του έδειξε όλες τις βασιλείες του κόσμου και τη δόξα τους και ζήτησε, προκειμένου να Του τις δώση, να τον προσκυνήση. Ο Χριστός απέρριψε αυτόν τον πειρασμό λέγοντας: «Υπαγε οπίσω μου, σατανά! γέγραπται γαρ, Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνω λατρεύσεις» (Ματθ. δ, 10) και μας υπέδειξε τον τρόπο που και εμείς θα αντιμετωπίσουμε αυτόν τον τρίτο πειρασμό.

Η επιστήμη της επικοινωνίας
Ο τρίτος αυτός πειρασμός του Χριστού και της Εκκλησίας εκφράζεται και με την επιστήμη της επικοινωνίας. Στην εποχή μας, εποχή και κοινωνία πληροφορίας, είναι επόμενο να αναπτυχθή στο έπακρο η επιστήμη της επικοινωνίας. Μπορεί κανείς να προσθέση ότι στην εποχή της μη κοινωνίας αναπτύσσεται η αρχή της επικοινωνίας.
Εχουν γίνει πολλές μελέτες και αναλύσεις γύρω από την επιστήμη της επικοινωνίας. Βασικά με τον όρον αυτόν εννοείται ο μηχανισμός εκείνος με τον οποίο αναπτύσσονται οι ανθρώπινες σχέσεις (Cooley), η επικοινωνία είναι μια μορφή «αλληλοερεθισμού» και «αλληλόδρασης» (Park) με σκοπό την κυριαρχία και την εκμετάλλευση. Για την επιτυχία της επικοινωνίας χρησιμοποιούνται πολλοί τρόποι, όπως ο έναρθρος λόγος, οι χειρονομίες, τα συμβατικά σύμβολα (Park), οι εικόνες κτλ. Υπάρχουν πολλές μορφές επικοινωνίας και πολλοί τρόποι με τους οποίους επικοινωνούν οι άνθρωποι μεταξύ τους, όπως επικοινωνία ιδεών, αισθημάτων, διαθέσεων και συγκινήσεως (Park). Στην επιτυχία των επαφών συντελούν πολλοί παράγοντες, όπως η εκφραστικότητα, η μονιμότητα της καταγραφής για την υπέρβαση του χρόνου, η ταχύτητα για την υπέρβαση του χώρου και η διάδοση σε όλες τις τάξεις των ανθρώπων (Cooley). Επίσης, γίνεται λόγος για τη λεγομένη «διφασική ροή της επικοινωνίας», αφού η πληροφορία φθάνει πρώτα στους «καθοδηγητές γνώμης» (opinion leaders) και από αυτούς σε εκείνους τους οποίους αυτοί επηρεάζουν (Katz). Ακόμη οι ειδικοί κάνουν λόγο για «ψευδογεγονότα», τα οποία κατασκευάζονται και είναι «σκηνοθετημένα» και γι' αυτό «δεν είναι ούτε αληθινά ούτε ψεύτικα με τις παλιές γνωστές έννοιες» (Boorstin) και επομένως είναι επικίνδυνα. Στην πραγματικότητα υπάρχει διαφορά μεταξύ επικοινωνίας και κοινωνίας. Κοινωνία σημαίνει στενή υπαρκτική και υπαρξιακή σχέση μεταξύ των ανθρώπων, υπαρξιακή συμμετοχή στον πόνο και τη θλίψη του άλλου. Αντίθετα, επικοινωνία είναι μια εξωτερική σχέση, που αφήνει ανέγγιχτο το βάθος της προσωπικότητας του άλλου. Η κοινωνία αποβλέπει στον άνθρωπο ως πρόσωπο-υπόσταση, ενώ η επικοινωνία αποβλέπει στον άνθρωπο ως μάζα. Ο Park λέγει ότι επικοινωνία μπορεί να έχουν και τα ζώα μεταξύ τους, όπως τα σκυλιά που συναντώνται μεταξύ τους και καταλαβαίνει το ένα το άλλο, και οι κότες που κακαρίζουν τα κλωσόπουλά τους. «Αυτό δεν είναι συνομιλία, είναι όμως επικοινωνία».
Η αρχή της επικοινωνίας στηρίζεται στην προσέλκυση του ενδιαφέροντος του άλλου με σκοπό τη γνωριμία με τον άλλο και κυρίως τη διάδοση ή μετάδοση του προϊόντος στον άλλο. Μέσο για την επιτυχία του σκοπού είναι το σύνθημα, η αίσθηση, η εικόνα, η ψυχολογική εντύπωση. Κυρίως εκείνο που χρησιμοποιείται είναι το σύνθημα.

Εκκλησία και επικοινωνιολογία
Με όσα καταγράφω δεν επιδιώκω να παρουσιάσω τις αρχές της επικοινωνιολογίας, που είναι έργο ειδικών επιστημόνων, και το οποίο είναι απαραίτητο για τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν οι άνθρωποι μεταξύ τους, γι' αυτό και επικοινωνιολόγοι χρησιμοποιούνται από την πολιτική και τις συνθήκες της αγοράς. Εκείνο που με ενδιαφέρει στο σημείο αυτό είναι να δούμε ποια είναι η σχέση της επιστήμης της επικοινωνίας με την Εκκλησία. Και αυτό λέγεται γιατί διάφορες επικοινωνιακές αρχές σήμερα εισέρχονται μέσα στην εκκλησιαστική μας ζωή, με έντονο επηρεασμό από τη σύγχρονη κοινωνική και πολιτική ζωή. Λένε μερικοί ότι δεν πρέπει να γίνη αυτό κατ' αυτόν τον τρόπο, γιατί δεν είναι επικοινωνιακό ή πρέπει να γίνεται έτσι γιατί αυτό συνιστά η αρχή της επικοινωνίας. Επίσης υπάρχουν σήμερα Κληρικοί που υποβιβάζουν την Ορθόδοξη θεολογία στο επίπεδο και όριο της επικοινωνιολογίας και αντί να θεολογούν συνθηματολογούν.
Θεωρώ ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία, καίτοι μπορεί να χρησιμοποιή μερικούς τρόπους της συγχρόνου επικοινωνιολογίας για ποιμαντικούς σκοπούς, όμως δεν μπορεί να ταυτίζεται πλήρως με αυτήν. Η εκκλησιαστική ζωή με την Ορθόδοξη θεολογία δεν αποβλέπει στην προσέλκυση του ενδιαφέροντος και της προσοχής του άλλου, δεν έχει σκοπό την άγρα οπαδών και αγοραστικού κοινού, δεν ενδιαφέρεται για την κατάργηση της ελευθερίας του άλλου με τη χρησιμοποίηση έξυπνων τεχνασμάτων, κατάλληλου χώρου, χρόνου και τρόπου, δεν σκοπεύει στην εξωτερική ανάπτυξη των ανθρωπίνων σχέσεων, αλλά αποβλέπει στη μεταμόρφωση των ανθρώπων. Και αυτή η μεταμόρφωση δεν επιτυγχάνεται με συνθήματα, ωραίες εικόνες, ευφυολογήματα, εύστοχα μηνύματα, δυνατές σκέψεις, εκδρομές θρησκευτικού περιεχομένου, αλλά με προσωπικό πολύτροπο αγώνα στον υπαρξιακό «χώρο».
Ο Daniel Boorstin χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα για να δείξη τη διαφορά μεταξύ πραγματικού και κατασκευασμένου, θα έλεγα μεταξύ προσώπου και ειδώλου. Ενας φίλος λέγει σε μια μητέρα με θαυμασμό: «Πω, πω! Τι όμορφο που είναι το μωρό σας». Και η μητέρα απαντά: «Α! αυτό δεν είναι τίποτε. Πού να δείτε τη φωτογραφία του»!
Δεν μπορώ να καταλάβω μερικούς Κληρικούς που ασχολούνται περισσότερο με την εικόνα, τη φωτογραφία, την είδηση, την επικοινωνιολογία, την εξωτερική δράση και αφήνουν αβοήθητο τον άρρωστο και πονεμένο άνθρωπο. Δεν μπορώ να κατανοήσω την ενασχόληση μερικών Κληρικών με τον «πυρετό» των εξωτερικών δραστηριοτήτων και την αγωνία της καθόδου ή ανόδου της δημοτικότητάς τους, που συνδέεται πολλές φορές με την έκπτωση της διακονίας μας, προκειμένου να αυξηθούν τα ποσοστά δημοτικότητας. Δεν μπορώ να φαντασθώ τους Αποστόλους ή τους Πατέρας να ενδιαφέρωνται για εξωτερικές τουριστικές εκδηλώσεις, για ποσοστά δημοτικότητας. Αν το έκαναν αυτό δεν θα ομολογούσαν τον Χριστό και δεν θα οδηγούνταν στο μαρτύριο.
Γενικά, πρέπει να παρατηρηθή ότι η επικοινωνιολογία είναι καλή για τις κομματικές επιδιώξεις, την κίνηση της αγοράς, τη διακίνηση του εμπορίου, την αύξηση του τουρισμού, όχι όμως για τη θεολογία και την Ορθόδοξη Εκκλησία. Μπορώ να προσθέσω ότι η χρησιμοποίηση των αρχών και των μεθόδων της επικοινωνιολογίας για εκκλησιαστικά και θεολογικά ζητήματα, προκειμένου να προκληθούν εξωτερικές εντυπώσεις, δεν βοηθά τον σύγχρονο πονεμένο άνθρωπο. Είναι ωσάν να προσελκύη κάποιος τον άρρωστο να έλθη σε ένα ωραιότατο νοσοκομείο και έπειτα τον αφήνει αθεράπευτο και απογοητευμένο ή να τον προσελκύη στο νοσοκομείο και αντί για γιατρούς να βρίσκη ξενοδοχείο με ανάλογο προσωπικό. Αυτό θα σκορπούσε τέλεια απογοήτευση!



(Πηγή: "ΤΟ ΒΗΜΑ" 22/4/2007)

Το μυστήριο και η διαδικασία του θανάτου (Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος)

Το μυστήριο και η διαδικασία του θανάτου (Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος)
alopsis
ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Η συνέντευξη που ακολουθεί δόθηκε στον Καθηγητή-Ιατρό του Νοσοκομείου της Αγίας Ειρήνης Βουκουρεστίου και μέλος της εκεί Χριστιανικής Κοινότητος δρ. Παύλο Chirila, ο οποίος γνωρίζει τον Σεβασμιώτατο από τα βιβλία του που έχουν μεταφρασθή στα ρουμανικά και δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα θέματα που θίγονται στην συνέντευξη όχι μόνον ακαδημαϊκά, αλλά κυρίως ποιμαντικά.


1. Ερώτηση: Πείτε μας κάτι για τον θάνατο, κάτι που έρχεται αυθόρμητα στην σκέψη σας, κάτι που θεωρείτε εξαιρετικά σημαντικό.

Απάντηση: Εκείνο που έρχεται αυθόρμητα στην σκέψη μου είναι ότι ο θάνατος είναι ένα φοβερό μυστήριο, όπως ψάλλουμε σε κάθε νεκρώσιμη ακολουθία που είναι ποίημα του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Και αυτό συνδέεται με το ότι η ψυχή χωρίζεται βιαίως από την αρμονία της ενώσεώς της με το σώμα. Είναι δε και λυπηρό γεγονός, διότι συνδέεται με την φθαρτότητα και θνητότητα του ανθρώπου που εκδηλώνεται σε όλη την ζωή.
Ακόμη, έρχεται στην μνήμη μου η ακολουθία της Αναστάσεως του Χριστού, την οποία εμείς οι Ορθόδοξοι εορτάζουμε με λαμπρότητα. Κρατάμε στα χέρια μας τις αναμμένες λαμπάδες και ψάλλουμε θριαμβευτικά τον παιάνα της νίκης: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος». Αυτή η ωραία εικόνα δείχνει την στάση μας απέναντι στην ζωή και τον θάνατο. Είμαστε φθαρτοί και θνητοί, αλλά έχουμε το «φάρμακο της αθανασίας», που είναι ο αναστάς Χριστός. Πράγματι, χρησιμοποιώντας μια σύγχρονη ορολογία, μπορούμε να πούμε ότι με την ενανθρώπηση του Υιού και την ένωση της ανθρωπίνης με την θεία φύση στο πρόσωπο του Λόγου, έγινε μια «πνευματική κλωνοποίηση», η θνητή φύση μας ενώθηκε με την ζωή του Θεού. Γι' αυτό και ο θάνατος αλλάζει όνομα και λέγεται κοίμηση και οι χώροι που ενταφιάζονται όσοι φεύγουν από τον κόσμον αυτόν δεν λέγονται νεκροταφεία, αλλά κοιμητήρια.
Έτσι, όταν βλέπω το βράδυ της Αναστάσεως του Χριστού τους ανθρώπους να κρατάνε μια αναμμένη λαμπάδα και να ψάλλουν το «Χριστός Ανέστη», καταλαβαίνω καλύτερα ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε τον θάνατο ως μια διαδικασία διελεύσεως από την «γη της Αιγύπτου» στην «γη της Επαγγελίας», από τον θάνατο στην ζωή, που γίνεται εν Χριστώ και ως ελπίδα της αναστάσεώς μας που πάλι γίνεται εν Χριστώ. Θα ήταν ευτύχημα αν περιμέναμε τον θάνατο με αυτήν την στάση, κρατώντας την αναστάσιμη λαμπάδα και ψάλλοντας το «Χριστός ανέστη». Άλλωστε στην ζωή αυτή είμαστε «πάροικοι» και «παρεπίδημοι», φιλοξενούμενοι, αλλού είναι η πραγματική μας πατρίδα. Πάντοτε μου κάνει εντύπωση ο λόγος του ιερού Νικολάου Καβάσιλα (14ος αιώνας) ότι όσο ζούμε εδώ στην γη, ομοιάζουμε με το έμβρυο που βρίσκεται στην μήτρα της μητέρα του, ενώ κατά την στιγμή του θανάτου γεννιόμαστε, εξερχόμαστε από αυτήν την μήτρα. Γι' αυτό στην Ορθόδοξη Εκκλησία οι άγιοι εορτάζουν την ημέρα που κοιμήθηκαν η μαρτύρησαν και όχι την ημέρα που γεννήθηκαν σωματικά.


2. Ερώτηση: Εμείς εννοήσαμε από την Αγία Γραφή ότι υπάρχουν δύο είδη φόβου: ο ιερός φόβος, που είναι ο φόβος του Θεού και αρχή σοφίας κατά τον ψαλμωδό, και ένα άλλο είδος φόβου, που εμπνέουν οι δαίμονες και που πρόκειται για παθολογικό φόβο. Πείτε μας, ο φόβος του θανάτου σε ποιά κατηγορία ανήκει;
Απάντηση: Πράγματι, υπάρχει ο φόβος του Θεού που είναι ενέργεια της Χάριτος του Θεού και αρχή της σωτηρίας, δηλαδή ο άνθρωπος φοβάται - σέβεται τον Θεό και αρχίζει να τηρή τις εντολές Του, και υπάρχει ο φόβος που εμπνέουν οι δαίμονες και δημιουργεί ταραχή και αγωνία. Όμως, εκτός από τους δύο αυτούς φόβους, υπάρχει και ένας άλλος φόβος, ο λεγόμενος ψυχολογικός που συνδέεται με την ανασφάλεια του ανθρώπου και την συναισθηματική ανεπάρκειά του.
Ο φόβος του θανάτου σε κάθε άνθρωπο έχει ιδιαίτερη ερμηνεία. Για τους κοσμικούς και αθέους ανθρώπους έχει σχέση με την πορεία προς το «μηδέν», δηλαδή νομίζουν ότι φεύγουν από τον μόνον και υπαρκτό κόσμο και καταλήγουν στο μηδέν της ανυπαρξίας, που φυσικά δεν υπάρχει για μας τους ορθοδόξους. Για τους Χριστιανούς ο φόβος του θανάτου συνδέεται με την έξοδο της ψυχής από τον κόσμο που γνωρίζουν, τους φίλους, τους συγγενείς και την είσοδό της σε έναν άλλο κόσμο τον οποίον δεν γνωρίζουν από τώρα, ούτε γνωρίζουν πως θα ζουν και τι θα γίνη με την κρίση του Θεού που ακολουθεί τον θάνατο. Γι' αυτό χρειάζεται προσδοκία και προετοιμασία κατάλληλη.
Βέβαια, όσοι από τους Χριστιανούς έχουν φθάσει στον φωτισμό του νου και την θέωση και έχουν ενωθή με τον Χριστό υπερβαίνουν τον φόβο του θανάτου, όπως το βλέπουμε στην ζωή των Αποστόλων, των Μαρτύρων και γενικά των αγίων της Εκκλησίας. Όταν διαβάζουμε τα «Συναξάρια των αγίων», βλέπουμε ότι γράφεται: «τη αυτή ημέρα ο άγιος (τάδε) εν ειρήνη τελειούται» η «ξίφει τελειούται» κλπ. Εδώ πρέπει να επισημανθή ότι στην ελληνική γλώσσα άλλο σημαίνει το ρήμα «τελειούται», δηλαδή τελειοποιείται, οδηγείται προς το τέλειο και άλλο το ρήμα «τελειώνει» δηλαδή παύει να υπάρχη. Επίσης, άλλο σημαίνει η λέξη «βίος» και άλλο η λέξη «ζωή». Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε ότι με τον θάνατο τελειώνει ο αισθητός βίος, αλλά η ζωή τελειούται και όχι τελειώνει.
Πάντως θα πρέπη με την πνευματική ζωή που θα ζούμε να υπερνικήσουμε τον φόβο του θανάτου και να αισθανόμαστε τον θάνατο ως μια πορεία για μια συνάντηση με τον Χριστό, την Παναγία και τους αγίους.


3. Ερώτηση: Γνωρίζουμε από την Ιερά Παράδοση ότι στο θάνατο ενός ανθρώπου παρευρίσκονται οι άγγελοι, οι άγιοι αλλά και οι δαίμονες. Τι μπορείτε να μας πήτε περί αυτού;

Απάντηση: Από την διδασκαλία του Χριστού και την όλη παράδοση της Εκκλησίας γνωρίζουμε ότι υπάρχουν και οι άγγελοι και οι δαίμονες, οι οποίοι δεν είναι προσωποποίηση του καλού η του κακού, αλλά ιδιαίτερα όντα δημιουργημένα από τον Θεό. Οι δαίμονες ήταν άγγελοι που έχασαν την κοινωνία με τον Θεό. Πολλοί άγιοι αξιώθηκαν να δουν αγγέλους όσο ζούσαν, καθώς επίσης είδαν και τους πειράζοντας δαίμονας.
Κατά την διδασκαλία των Πατέρων μας οι άγγελοι και οι άγιοι, πολλές φορές και ο Χριστός και η Παναγία, εμφανίζονται στους μελλοθανάτους για να τους ενισχύσουν, να τους ενδυναμώσουν ώστε να αποφύγουν τον φόβο ο οποίος προκαλείται από τον θάνατο. Αλλά και οι δαίμονες εμφανίζονται, ιδιαιτέρως όταν έχουν επίδραση σε συγκεκριμένους ανθρώπους, λόγω των παθών και διεκδικούν την εξουσία πάνω στις ψυχές τους. Αυτό μας υπενθυμίζει και η προσευχή στην Παναγία κατά την ακολουθία του Αποδείπνου: «και εν τω καιρώ της εξόδου μου την αθλίαν μου ψυχήν περιέπουσα και τας σκοτεινάς όψεις των πονηρών δαιμόνων πόρρω αυτής απελαύνουσα».
Είναι γνωστόν από την διδασκαλία της Εκκλησίας ότι κάθε άνθρωπος έχει τον «φύλακα άγγελο», που τον προστατεύει, γι' αυτό και στην ακολουθία του Αποδείπνου υπάρχει ειδική προσευχή στον φύλακα άγγελο. Ο π. Παΐσιος, ένας μοναχός του Αγίου Όρους, μου έλεγε ότι πολλές φορές έβλεπε δίπλα του τον φύλακα άγγελό του και τον ασπαζόταν. Επίσης, με την φιλοτιμία που τον διέκρινε έλεγε ότι πρέπει να αγωνιζόμαστε για να σωθούμε, ώστε ο φύλακας άγγελός μας, που έκανε τόσο κόπο να μας προστατεύη σε όλη την ζωή μας και να μας βοηθά, να μη πάη άπρακτος στον Θεό, εάν εμείς με την αδιαφορία μας δεν σωθούμε.
Με συγκίνηση ενθυμούμαι τον πατέρα μου που όταν εισερχόταν στον Ιερό Ναό, πήγαινε στην βορεινή πύλη του ιερού Βήματος και ασπαζόταν την εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και τον παρακαλούσε να παραλάβη την ψυχή του στον κατάλληλο καιρό, όταν θα έχη μετάνοια, να την προστατεύση από τους πονηρούς δαίμονας και να την οδηγήση στον Θεό. Ίσως αυτή η προσευχή του, εκτός των άλλων, τον βοήθησε να έχη καλή κοίμηση και το πρόσωπό του στο φέρετρο ήταν χαρούμενο, γελαστό.


4. Ερώτηση: Διαβάζουμε στην Αγία Γραφή ότι το έλεος υπερκέρασε την κρίση. Αυτό σημαίνει ότι η ελεημοσύνη καλύπτει πλήθος αμαρτιών;

Απάντηση: Πρέπει να δούμε τι σημαίνει έλεος. Το έλεος στην πραγματικότητα είναι αίσθηση της θείας Χάριτος, της αγάπης του Θεού. Όταν προσευχόμαστε με την ευχή «Κύριε ελέησον», ζητούμε το έλεος του Θεού, την Χάρη του Θεού. Ο άνθρωπος ο οποίος βιώνει την θεία Χάρη είναι ελεήμων στους αδελφούς του, με την ποικιλότροπη αγάπη του, που εκφράζεται με προσευχή, θεολογικό λόγο και υλική προσφορά, και έτσι εφαρμόζει τον μακαρισμό «μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται» (Ματθ. ε , 7). Με αυτήν την έννοια λέγεται ότι η αίσθηση του ελέους του Θεού και της ελεημοσύνης υπερβαίνει την κρίση.
Ο άνθρωπος, που έχει μεταμορφωθή πνευματικά και έχει ενωθή με τον Θεό, δεν φοβάται την κρίση, αλλά συμβαίνει αυτό που είπε ο Χριστός: «αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιω. ε , 24).
Κατά την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, υπάρχουν τρεις κρίσεις. Η πρώτη γίνεται καθ' όλη την διάρκεια της ζωής μας, όταν βρισκόμαστε στο δίλημμα να τηρήσουμε το θέλημα του Θεού η να το αρνηθούμε, όταν έχουμε να επιλέξουμε μεταξύ ενός καλού η κακού λογισμού. Η δεύτερη κρίση γίνεται κατά την έξοδο της ψυχής από το σώμα, σύμφωνα με τον λόγο του Αποστόλου Παύλου «απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» (Εβρ. θ , 27). Και η τρίτη τελική κρίση θα γίνη κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Η πρώτη κρίση είναι σημαντική.
Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέγει ότι, όταν ο άνθρωπος ενώνεται με τον Χριστό από αυτήν την ζωή και βλέπει το άκτιστο Φως, τότε γι' αυτόν η κρίση έγινε και δεν την αναμένει κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Αυτό μας υπενθυμίζει τον λόγο του Χριστού που ανέφερα προηγουμένως.
Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμίσω τον λόγο του Μεγάλου Βασιλείου και άλλων Πατέρων της Εκκλησίας ότι υπάρχουν τρεις κατηγορίες σωζομένων, ήτοι οι δούλοι, που τηρούν το θέλημα του Θεού για να αποφύγουν την κόλαση, οι μισθωτοί που αγωνίζονται για να κερδίσουν ως μισθό τον Παράδεισο, και οι υιοί που υπακούουν στο θέλημα του Θεού από αγάπη στον Θεό. Έτσι, σε όλη μας την ζωή πρέπει να προοδεύουμε πνευματικά και να περνούμε από την κατάσταση του δούλου, στην κατάσταση του μισθωτού και από εκεί στην νοοτροπία του υιού. Δηλαδή από τον φόβο και την ανταπόδοση να φθάσουμε στην αγάπη. Να αγαπούμε τον Χριστό, γιατί Αυτός είναι Πατέρας μας, μητέρα μας, φίλος μας, αδελφός μας, νυμφίος και νύμφη μας. Έτσι υπερβαίνουμε την κρίση.


5. Ερώτηση: Πείτε μας κάτι για τον αιφνίδιο θάνατο.

Απάντηση: Η αξιολόγηση του αιφνιδίου θανάτου εξαρτάται από ποιά οπτική πλευρά βλέπει κανείς το θέμα. Για τους κοσμικούς ανθρώπους ο αιφνίδιος θάνατος είναι καλός, αποδεκτός και επιθυμητός, γιατί δεν θα ταλαιπωρηθούν και δεν θα βασανισθούν από διάφορες ασθένειες και την γήρανση. Όμως για τους πιστούς Χριστιανούς ο αιφνίδιος θάνατος είναι κακός, διότι δεν δίνεται η δυνατότητα της καλύτερης προετοιμασίας τους για την συνάντηση με τον Χριστό και την εν ουρανοίς Εκκλησία. Όταν επισκέπτεται κανείς έναν αξιωματούχο προετοιμάζεται κατάλληλα. Το ίδιο πρέπει να γίνεται με μας ως προς την συνάντησή μας με τον Χριστό.
Η προετοιμασία, δια της μετανοίας, είναι απαραίτητη. Γι' αυτό ο αείμνηστος π. Παΐσιος έλεγε ότι η ασθένεια του καρκίνου είναι αγία, διότι γέμισε τον Παράδεισο με αγίους, που σημαίνει ότι η πολυχρόνια ασθένεια προετοιμάζει τους ανθρώπους με την προσευχή και την μετάνοια. Άλλωστε, κατά την διδασκαλία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού η οδύνη-πόνος θεραπεύει την ηδονή.
Πάντως, ο θάνατος είναι το πλέον βέβαιο γεγονός. Αυτό το βλέπουμε γύρω μας, αφού τα πάντα πεθαίνουν, η άλογη κτίση, οι φίλοι μας, οι συγγενείς μας. Εκείνο που δεν είναι βέβαιο και είναι άγνωστο σε μας είναι η ώρα του θανάτου, το πότε θα έλθη ο θάνατος. Μπορεί να συμβή την ώρα που κοιμόμαστε, που βαδίζουμε, που ταξιδεύουμε, που εργαζόμαστε, που ψυχαγωγούμαστε κλπ. Γι' αυτό κάθε μέρα πρέπει να προσευχόμαστε στον Θεό, όπως το κάνει η Εκκλησία: «Τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής ημών εν ειρήνη και μετανοία εκτελέσαι, παρά του Κυρίου αιτησώμεθα» και: «Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και καλήν απολογίαν παρά του φοβερού βήματος του Χριστού, αιτησώμεθα».
Στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων συναντούμε την αλήθεια ότι ένα από τα μεγαλύτερα χαρίσματα που μπορεί να έχη ο άνθρωπος είναι η καθημερινή «μνήμη του θανάτου». Όταν αυτό γίνεται με την Χάρη του Θεού δεν οδηγεί τον άνθρωπο στην απόγνωση, την απελπισία, τον ψυχολογικό φόβο, αλλά στην έμπνευση, την προσευχή, την δημιουργικότητα, ακόμη και σε ανθρώπινα πράγματα, αφού προσπαθεί να τελειώση τις εργασίες του και να προετοιμασθή κατάλληλα. Όταν καθημερινά ζούμε ως την τελευταία ημέρα της ζωής μας, τότε και ο αιφνίδιος θάνατος να έλθη, θα μας βρη έτοιμους.


6. Ερώτηση: Ποιά έκφραση είναι πιο σωστή: η ώρα του θανάτου η η στιγμή του θανάτου;

Απάντηση: Εξαρτάται από το πως εκλαμβάνονται οι λέξεις «ώρα» και «στιγμή». Πολλές φορές στον προφορικό λόγο χρησιμοποιούμε την λέξη ώρα και εννοούμε την στιγμή. Αντιλαμβάνομαι όμως τι εννοείτε με την ερώτησή σας, αν δηλαδή ο θάνατος είναι μια διαδικασία η μια στιγμή.
Εκείνο που μπορεί να πη κανείς είναι ότι υπάρχει μια διαδικασία θανάτου, δηλαδή σε μακροχρόνιες ασθένειες ο άνθρωπος οδηγείται προοδευτικά προς τον θάνατο, αλλά ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα γίνεται σε μια συγκεκριμένη στιγμή, με την βούληση του Θεού.


Αυτή η στιγμή είναι σημαντική, γιατί αλλάζει ο τρόπος υπάρξεως του ανθρώπου που δεν μπορούμε να ξέρουμε πως θα είναι. Εμείς ξέρουμε την κατάσταση που η ψυχή είναι συνδεδεμένη με το σώμα μας που επικοινωνεί με την κτίση δια των αισθήσεων. Δεν γνωρίζουμε εκ πείρας τι θα συμβή τότε και πως θα είμαστε. Τώρα συνήθως δεν βλέπουμε αγγέλους, δαίμονες, αλλά τον κόσμο που δημιούργησε ο Θεός, τους ανθρώπους, τους φίλους, τα ωραία της γης. Τότε, όμως, η ψυχή δεν θα βλέπη δια των αισθήσεων του σώματος, αλλά θα βλέπη αυτά που τώρα είναι αόρατα. Γι' αυτό οι άγιοι θέλουν να έχουν συνείδηση κατά την διαδικασία του θανάτου και να προσεύχωνται, ώστε να φύγουν από τον κόσμο αυτό με προσευχή και να έχουν την δύναμη και την Χάρη του Θεού που θα τους συνοδεύη.

Βέβαια, πρέπει να πούμε ότι το προνόμιο να προσεύχεται κανείς τις ώρες αυτές και να κοινωνή του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, ώστε την στιγμή που η ψυχή θα χωρισθή από το σώμα να περιβάλλεται από την Χάρη του Θεού, σήμερα εκμηδενίζεται με την λεγόμενη μηχανική υποστήριξη στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας. Η ώρα και η στιγμή του θανάτου απαιτεί, από χριστιανικής πλευράς, μια κατάλληλη προετοιμασία, ήτοι εξομολόγηση, θεία Κοινωνία, ιερό Ευχέλαιο, προσευχή των οικείων και δική μας προσευχή. Όμως, στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας δεν μπορεί να εξασκηθή μια τέτοια εκκλησιαστική – ποιμαντική διακονία. Έτσι, όλο και περισσότερο οι άνθρωποι σήμερα, με τις σύγχρονες τεχνικές και τα φάρμακα, πεθαίνουν χωρίς να έχουν συνείδηση του τι γίνεται εκείνη την ώρα και στιγμή. Αυτό είναι ένα ουσιαστικό πρόβλημα. Άλλωστε, με τους σύγχρονους ιατρικούς τρόπους τίθεται ένα δίλημμα. «Παράταση της ζωής η παρεμπόδιση του θανάτου;». Δηλαδή, με όλα αυτά που προσφέρονται από ιατρικής πλευράς παρατείνεται η ζωή για να μετανοήσουμε και να την αφιερώσουμε στον Θεό η παρεμποδίζεται ο θάνατος που δημιουργεί έναν μεγάλο πόνο, σωματικό και υπαρξιακό;

Πάντως, είναι μεγάλη ευλογία από τον Θεό να πεθάνη κανείς πλαισιούμενος από τα αγαπητά του πρόσωπα που θα προσεύχωνται και κυρίως να πεθάνη ζώντας μέσα στην Εκκλησία, με την θεία Κοινωνία, την προσευχή, την ευχή του Πνευματικού του Πατέρα, την Χάρη του Θεού και τις προσευχές των αγίων. Η εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που δείχνει ότι η Παναγία μας, όταν κοιμήθηκε, βρισκόταν στο κέντρο και όλοι, ο Χριστός, οι άγγελοι, οι Απόστολοι, οι Ιεράρχες την περιέβαλαν με αγάπη, πρέπει να είναι διαρκής και δική μας επιθυμία.


7. Ερώτηση: Ορισμένοι άνθρωποι πεθαίνουν, όταν δεν το περιμένουμε. Αληθεύει αυτό που λέγεται, ότι ο Θεός παίρνει τον άνθρωπο, όταν οι πιθανότητες σωτηρίας του είναι οι μέγιστες;

Απάντηση: Ως Χριστιανοί πιστεύουμε απόλυτα ότι δημιουργηθήκαμε από τον Θεό της αγάπης και ότι ο Θεός διευθύνει την ζωή μας, Αυτός μας δίνει την ζωή και Αυτός την παίρνει όποτε κρίνει ότι είναι η κατάλληλη στιγμή. Επίσης γνωρίζουμε ότι ο Θεός αγαπά τον άνθρωπο, τον οποίο Αυτός δημιούργησε και θέλει την σωτηρία του. Οπότε, είναι βέβαιο ότι ο Θεός επιτρέπει να γίνεται ο θάνατος του κάθε ανθρώπου την πιο κατάλληλη στιγμή.

Φυσικά, η αγάπη του Θεού δεν καταργεί την ελευθερία του ανθρώπου. Έτσι, ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα να ενεργή θετικά η αρνητικά, να ανταποκρίνεται στην αγάπη του Θεού η να τον αρνήται.

Πάντως, επειδή είπατε ότι μερικοί άνθρωποι πεθαίνουν χωρίς να το περιμένουμε, θα ήθελα να σας υπενθυμίσω και πάλι ότι θα πρέπη συνεχώς να έχουμε μνήμη θανάτου, να μη αισθανόμαστε ότι θα ζήσουμε αιώνια πάνω στην γη, γιατί αυτό είναι μια πνευματική αρρώστια. Όπως υπάρχει εναλλαγή ημέρας και νύκτας, έτσι υπάρχει και εναλλαγή ζωής και θανάτου. Η σύγχρονη μοριακή βιολογία τονίζει ότι ο θάνατος είναι συνυφασμένος με την ζωή, αφού μεταξύ των γονιδίων υπάρχουν και τα γονίδια της γηράνσεως, που βρίσκονται στα μιτοχόνδρια. Έτσι, την στιγμή της συλλήψεώς μας, μέσα στο DNA βρίσκεται και ο θάνατος, τον δε θάνατο τον βλέπουμε στο σώμα μας με τον θάνατο των κυττάρων και γενικά με την γήρανση, τα χρόνια που περνούν, τις ρυτίδες, τις ασθένειες, όλο αυτό που λέγεται θεολογικά φθαρτότητα και θνητότητα. Δεν πρέπει να μυωπάζουμε και να διακρινόμαστε για στρουθοκαμηλισμό.

Μέσα σε όλη αυτήν την διαδικασία πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Θεός δεν μας έπλασε για να πεθαίνουμε, ότι ο θάνατος είναι συνέπεια της αμαρτίας των Πρωτοπλάστων και ότι ο Θεός μας αγαπά και ενδιαφέρεται για μας. Είναι πατέρας μας στοργικός. Δεν είναι σωστό αφ' ενός μεν να προσευχόμαστε με την «Κυριακή προσευχή», το γνωστό «Πάτερ ημών», και να αποκαλούμε τον Θεό «Πατέρα», αφ' ετέρου δε να ζούμε ωσάν να είμαστε ορφανοί.


8. Ερώτηση: Η ορθόδοξος πίστη δίνει ιδιαίτερη σημασία στην μετάνοια. Ευχαριστούμε Σοι Κύριε ότι έδωκας ημίν την μετάνοιαν. Μπορεί η μετάνοια κατά την ώρα του θανάτου να είναι τόσο μεγάλη ώστε να σώση τον άνθρωπο, παρόλο που τον βαρύνουν μεγάλες αμαρτίες;

Απάντηση: Είναι γνωστόν από την Ορθόδοξη Παράδοσή μας ότι η αμαρτία δεν είναι ένα ηθικολογικό γεγονός, αλλά οντολογικό, δηλαδή η πορεία από το κατά φύσιν στο παρά φύσιν. Έτσι και η μετάνοια είναι η επιστροφή του ανθρώπου από το παρά φύσιν στο κατά φύσιν. Δηλαδή με την αμαρτία ο άνθρωπος έχασε την κοινωνία του με τον Θεό, τον αδελφό του και την κτίση και με την μετάνοια αποκτά εκ νέου αυτήν την κοινωνία. Έτσι, η μετάνοια συνδέεται με μια πορεία ελευθερώσεως του ανθρώπου από κάθε τι που τον υποδουλώνει. Οι Πατέρες αυτήν την πορεία την περιέγραψαν με τρεις λέξεις: κάθαρση, φωτισμός, θέωση, και είναι αυτό που λέγεται θεραπεία. Αυτό γίνεται και κατά την διάρκεια όλης της ζωής. Επομένως η σωτηρία συνδέεται με την θεραπεία. Ο ιατρός του σώματος μας εξετάζει, κάνει διάγνωση και μας συνιστά την κατάλληλη θεραπευτική μέθοδο, την οποία πρέπει να εφαρμόσουμε. Το ίδιο συμβαίνει και με την αρρώστια της ψυχής.

Η εξομολόγηση που γίνεται κατά την ώρα του θανάτου ανοίγει στον άνθρωπο τον δρόμο προς την σωτηρία. Εάν δεν πρόλαβε να θεραπευθή πνευματικά, τότε η Εκκλησία με τις προσευχές της βοηθά τον άνθρωπο στην σωτηρία, αφού η τελειότητα είναι ατέλεστη, δεν είναι στατική κατάσταση, αλλά δυναμική.

Σε όλη μας την ζωή πρέπει να έχουμε αυτό το «πνεύμα μετανοίας». Να βλέπουμε πως μας δημιούργησε ο Θεός και σε ποιό σημείο φθάσαμε με την αμαρτία. Αν διαβάσουμε προσεκτικά το βιβλίο της Γενέσεως, σύμφωνα με τις διδασκαλίες των Πατέρων της Εκκλησίας, και δούμε πως ζούσαν οι Πρωτόπλαστοι, και πως έγιναν στην συνέχεια με την αμαρτία, τότε θα αναπτυχθή μέσα μας η μετάνοια.

Έτσι όποιος σε όλη του την ζωή διακατέχεται από το «πνεύμα» της μετανοίας τότε κατά την ώρα του θανάτου αισθάνεται αυτήν την μετάνοια, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Αντίθετα, όταν ζη την ζωή του χωρίς μετάνοια, είναι δύσκολο να εκδηλωθή μετάνοια την τελευταία στιγμή.

Ο αείμνηστος Γέροντάς μου Μητροπολίτης Εδέσσης Καλλίνικος ζούσε συνεχώς με την μνήμη του θανάτου. Και όταν του είπαν οι ιατροί ότι έχει όγκο στον εγκέφαλο, αμέσως εξομολογήθηκε, συνέταξε την διαθήκη του, προσευχήθηκε και είχε απόλυτη πίστη στον Θεό λέγοντας: «Ίσως ο Θεός μου είπε stop. Δεν σε χρειάζομαι άλλο». Και συνεχώς προσευχόταν με την προσευχή «Γεννηθήτω το θέλημά Σου». Παραδόθηκε τελείως στον Θεό και είχε ειρηνικά και οσιακά τέλη, όπως ζούσε σε ολόκληρη την ζωή του.

Επομένως, αν και υπάρχη περίπτωση κάποιος που είχε κάποια σπίθα μέσα του αγάπης στον Θεό, να μετανοήση κατά την ώρα του θανάτου, όμως εμείς θα πρέπη να μετανοούμε όταν έχουμε την υγεία μας, ώστε να έχουμε τις δυνατότητες και να θεραπευθούμε, δηλαδή από την φιλαυτία να οδηγηθούμε στην φιλοθεΐα και την φιλανθρωπία, από την ιδιοτελή αγάπη να φθάσουμε στην ανιδιοτελή αγάπη.


9. Ερώτηση: Μετά τον θάνατο του ανθρώπου τι δεσμοί υπάρχουν μεταξύ ψυχής και του κόσμου τούτου;

Απάντηση: Καίτοι η ψυχή χωρίζεται από το σώμα, εν τούτοις παραμένει η υπόσταση του ανθρώπου. Όπως βλέπουμε στην παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου, ο πλούσιος έχει αίσθηση της καταστάσεώς του, των συγγενών του που ζούσαν και ενδιαφερόταν γι' αυτούς. Έτσι, οι άνθρωποι μετά τον θάνατό τους ενδιαφέρονται γι' αυτούς που αγαπούσαν και παρακαλούν τον Θεό για την σωτηρία τους. Άλλωστε πάνω σ' αυτήν την αλήθεια στηρίζονται οι προσευχές όλων μας προς τους αγίους. Βέβαια, αυτός ο δεσμός μεταξύ της ψυχής και των ζώντων ανθρώπων είναι πνευματικός και όχι υλικός.

Στο βιβλίο της Αποκαλύψεως του Ιωάννου, που περιγράφει την ουράνια θεία Λειτουργία, μεταξύ των άλλων φαίνονται αυτές οι σχέσες των αγίων με εμάς και η προσευχή τους για όλους τους ανθρώπους που ζουν στην γη. Γι' αυτό και οι Πατέρες μας με την θεία Λειτουργία εξεικόνισαν αυτήν την άκτιστη θεία Λειτουργία, που γίνεται στον ουρανό, στον άκτιστο Ναό. Έτσι, στην θεία Λειτουργία ζούμε την ατμόσφαιρα της ουρανίου Λειτουργίας και την προσδοκούμε.

Άλλωστε, και εμείς πολλές φορές αισθανόμαστε την αγάπη και την προστασία των αγίων, αλλά και των δικών μας ανθρώπων που έφυγαν από τον κόσμο αυτόν, και επιθυμούμε την συνάντησή τους. Ένα πνευματικό μου παιδί, όταν απέθνησκε είχε μεγάλη χαρά, γιατί, όπως έλεγε, θα συναντούσε αυτήν την ουράνια Εκκλησία.

Επομένως, η ψυχή μετά την έξοδό της από το σώμα ζη, δεν οδηγείται στο μηδέν και εάν ο άνθρωπος κατά την διάρκεια της ζωής του ζούσε εν μετανοία, τότε η ψυχή του μετά την έξοδό της από το σώμα θα εισέλθη σε αυτήν την ουράνια θεία Λειτουργία και θα προσεύχεται, ως πνευματικός ιερεύς, για όλον τον κόσμο, θα αναμένη δε και την ανάσταση του σώματος μέσα στο οποίο θα εισέλθη η ψυχή, ώστε και το σώμα να συμμετάσχη στο ουράνιο αυτό πασχαλινό πανηγύρι.


10. Ερώτηση: Τι συμβουλές να δίνουμε στους οικείους μας σχετικά με τη στάση μας προς τον μελλοθάνατο την ημέρα, την ώρα η την στιγμή του θανάτου;

Απάντηση: Η διαδικασία του θανάτου είναι πολύ σημαντική για κάθε άνθρωπο, διότι μπροστά του ανοίγεται ο δρόμος προς την σωτηρία η ο δρόμος προς την αιώνια απώλεια. Δυστυχώς πολλοί φροντίζουν σε τέτοιες περιπτώσεις μόνον για την σωματική υγεία των συγγενών και φίλων τους και αδιαφορούν για την αιώνια πορεία τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θα πρέπη να φροντίζουμε ώστε ο άνθρωπος που πεθαίνει να εξομολογηθή, να κοινωνήση, να δεχθή την Χάρη του Θεού δια του μυστηρίου του Ευχελαίου και να κάνη όλα εκείνα τα οποία έχει η Εκκλησία μας. Ιδιαιτέρως τις τελευταίες στιγμές της ζωής του αγαπητού μας προσώπου θα πρέπη να τις ζούμε με προσευχή. Να μη βλέπουμε απλώς το ότι χάνουμε τον συγγενή μας, τον φίλο μας, αλλά το ότι μεταβαίνει από τον ένα τρόπο ύπαρξης (με το σώμα και τις αισθήσεις) σε έναν άλλον τρόπο ύπαρξης χωρίς σώμα. Χρειάζεται λοιπόν εντατική προσευχή.

Ενθυμούμαι ότι τις τελευταίες στιγμές του Γέροντός μου, που ήμουν δίπλα στο κρεββάτι του και δεν μπορούσα τίποτα άλλο να προσφέρω, προσευχόμουν στον Θεό για την ψυχή του, να την παραλάβουν οι άγγελοι. Κάποια θεία μου που ήταν παρούσα νόμισε ότι καθώς ήμουν έτσι συγκεντρωμένος και προσευχόμουν, ήμουν στενοχωρημένος. Όμως προσευχόμουν γιατί εκείνη η ώρα είναι ιερή και κρίσιμη.

Τελικά, πρέπει να ζούμε καθημερινά, όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, ότι η παρούσα ζωή είναι ένα «πανδοχείον». Εισήλθαμε στο πανδοχείο αυτό, διανύουμε την ζωή, αλλά θα πρέπη να φροντίσουμε να εξέλθουμε με καλή ελπίδα και να μην αφήσουμε τίποτε εδώ, για να μη χάσουμε τα εκεί. Έπειτα, θα πρέπη να καταλάβουμε όλοι εμείς οι Χριστιανοί ότι ο θάνατος έχει νικηθή με τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού, ότι η κοινωνία με τον Χριστό είναι μια διαρκής υπέρβαση του θανάτου και υπέρβαση του φόβου του θανάτου, ότι η έξοδος της ψυχής από το σώμα είναι πορεία προς την εν ουρανοίς Εκκλησία και την συνάντηση με τον Χριστό, την Παναγία και τους αγίους και ότι η ψυχή θα επιστρέψη στο σώμα, το οποίο θα αναστηθή για να ζήση αιώνια, σύμφωνα με τον τρόπο με τον οποίον έζησε εδώ στην γη. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει ότι από την στιγμή του θανάτου, κυρίως δε από την μελλοντική Κρίση υπάρχουν δύο δυνατότητες, δηλαδή όσοι έχουν κοινωνία με τον Χριστό θα ζήσουν το «αεί ευ είναι» και οι άλλοι το «αεί φευ είναι». Δηλαδή, το «αεί είναι» θα το απολαύσουν όλοι. Η διαφορά είναι στο ευ και το φευ.

Έτσι, η συμβουλή μας στους οικείους των μελλοθανάτων είναι να έχουν πίστη στον Χριστό και βεβαιότητα ότι δεν είμαστε απλώς πολίτες αυτού του κόσμου, αλλά είμαστε οδοιπόροι που οδηγούμαστε στην πραγματική μας πατρίδα, που είναι ο ουρανός. Το πολίτευμά μας είναι άνω. Να μας καταλάβη ο πόθος της ουράνιας πατρίδας.–



(Πηγή: "Εκκλησιαστική Παρέμβαση", Μάρτιος 2007)

Διαφωνούμε με την ευθανασία (Σεβ. Μητροπ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιερόθεος)

Διαφωνούμε με την ευθανασία (Σεβ. Μητροπ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιερόθεος)
alopsis
ΒΙΟΗΘΙΚΗ
Η ζωή δεν ταυτίζεται απόλυτα με τον βίο. Ο θάνατος δεν είναι το τέρμα της ζωής, αλλά το τέλος του βίου και τελείωση της ζωής


Η ευθανασιακή προοπτική που κυριαρχεί στη σκέψη μερικών ανθρώπων της εποχής μας θέτει πολλά ερωτήματα, μεταξύ των οποίων και το ερώτημα: «Είναι διακαίωμα ο θάνατος;». Στη φράση αυτή σημαντική θέση έχουν οι λέξεις «δικαίωμα» και «θάνατος». Η απάντηση που θα δώσει κανείς στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από τις πεποιθήσεις του και τις φιλοσοφικές, θρησκευτικές και θεολογικές απόψεις που τον διακατέχουν.

Για τον ορθόδοξο Χριστιανό η απάντηση είναι σαφής: ο άνθρωπος είναι δημιούργημα του Θεού και ο Θεός έχει την αποκλειστικότητα (copyright) πάνω στη ζωή του. Εκείνος που δίνει τη ζωή, εκείνος ρυθμίζει και την εξέλιξή της. Δεν δώσαμε εμείς τη ζωή στον εαυτό μας και επομένως δεν μπορούμε να την τερματίσουμε. Κατά τον Αγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό υπάρχουν τα «εφ' ημίν» - όσα εξαρτώνται από μας - και τα «ουκ εφ' ημίν» - όσα δεν εξαρτώνται από μας. Σίγουρα η έναρξη της βιολογικής ζωής και το τέλος της ανήκουν στα «ουκ εφ' ημίν». Επομένως δεν δεχόμαστε την ευθανασία.

Ομως το ερώτημα αν «έχουμε δικαίωμα στον θάνατο», που οδηγεί μερικούς στην ευθανασία, σχετίζεται και με άλλα υπαρξιακά ερωτήματα, όπως: «τι είναι το είναι», «τι είναι η ζωή», «τι είναι ο θάνατος», «ποια είναι η σημασία του πόνου» κτλ.

Το «είναι» του ανθρώπου δεν συνίσταται απλώς στην ευζωία, αλλά στο νόημα που δίνει κανείς στη ζωή του. Η ζωή δεν ταυτίζεται απόλυτα με τον βίο. Ο θάνατος δεν είναι το τέρμα της ζωής, αλλά το τέλος του βίου και τελείωση της ζωής, δηλαδή αρχή μιας άλλης ύπαρξης, μιας πορείας συνάντησης με άλλα πρόσωπα. Ο πόνος έχει βαθύτατο νόημα, αφού κατά τον Victor Frankl «το νόημα μπορεί να βρεθεί στη ζωή όχι μόνον μέσ' από την πράξη η τις εμπειρικές αξίες, αλλ' επίσης και μέσα από τα βάσανα». Γι' αυτό και η ελευθερία δεν συνίσταται στην απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δύσκολα και τραγικά γεγονότα, αλλά στην ελεύθερη στάση απέναντι στις δυσκολίες. Οταν δίνει κανείς νόημα στον πόνο, τότε βιώνει την «έκσταση της αγάπης», αποκτά την «αίσθηση της ομορφιάς», μαθαίνει την «αίσθηση του χιούμορ».

Ενα άλλο ερώτημα που συνδέεται με το αρχικό είναι: «Ο άνθρωπος είναι ένα άτομο με ατομικά δικαιώματα η πρόσωπο με προσωπικές σχέσεις;».

Ο άνθρωπος είναι αποτέλεσμα σχέσεως, καρπός αγάπης δύο ανθρώπων, των γονέων του, που συνεργάζονται με τον Θεό, δηλαδή είναι κοινωνικόν ον. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να συμπεριφέρεται ως άτομο και μέσα από τα ατομικά δικαιώματα, αλλά ως πρόσωπο και μέσα από προσωπικές σχέσεις. Ετσι, δεν έχουμε ατομικό δικαίωμα στον θάνατο, όπως δεν έχουμε ατομικό δικαίωμα στη ζωή. Το μόνο «δικαίωμα-καθήκον» που έχουμε είναι να αισθανόμαστε το «δώρο» της ζωής, να χαιρόμαστε όλες τις «περιπέτειες» της ζωής, τη δραστηριότητα της ημέρας, αλλά και την ομορφιά της νύχτας, να υπερβαίνουμε τον πόνο και τις δοκιμασίες της ζωής με υπευθυνότητα, να αισθανόμαστε τις σχέσεις μας με τους ανθρώπους ως μια «ανταλλαγή δώρων», να ζούμε προσωπικά και κοινωνικά. Τότε θα γνωρίσουμε καλά ότι η θετική αντιμετώπιση της διαδικασίας του θανάτου είναι ευεργετική για τον εαυτό μας, γιατί έτσι ωριμάζουμε, αλλά και ωφέλιμη για τους συνανθρώπους μας, γιατί έτσι εκφράζεται κατά τον καλύτερο τρόπο η αγάπη ως θυσία, υπέρβαση του εγώ και προσφορά, και όχι ως μια ευχάριστη ατομική δικαιωματική απόφαση.

Οποιος δίνει νόημα στη ζωή, στον πόνο και στον θάνατο και βιώνει την «έκσταση της αγάπης» έχει σκοπό στη ζωή του και ισχύει ο λόγος του Νίτσε «εκείνος που έχει έναν σκοπό στη ζωή μπορεί ν' αντέξει σχεδόν στο κάθε τι» και δεν τρέμει προ της διαδικασίας του θανάτου, ούτε την αρνείται εγωιστικά, με το ατομικό του δικαίωμα, για να καταλήξει στην ευθανασία. Οπότε και δεν τον απασχολεί το ερώτημα αν έχει δικαίωμα στον θάνατο, αφού γεμίζει από νόημα ζωής.




(Πηγή: "Το ΒΗΜΑ" 01/10/2006)

Μια προσέγγιση του αειμνήστου π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου (Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος)

Μια προσέγγιση του αειμνήστου π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου (Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος)
alopsis
ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Ο αείμνηστος π. Θεόκλητος ήταν μια σύγχρονη προσωπικότητα του Αγίου Όρους, με τον οποίον πολλοί ασχολήθηκαν, είτε θετικά είτε αρνητικά, ακριβώς γιατί εκπορευόταν από αυτόν μεγάλη ενέργεια. Με την ζωντανή παρουσία του, τον λόγο, την συγγραφή και την διοίκηση αποτελούσε την έκφραση του Αγίου Όρους, κυρίως σε μια εποχή που λίγοι μοναχοί έδιναν λόγο προς τους έξω του Αγίου Όρους και ενώ η ουσιαστική ζωή του Αγίου Όρους ήταν κεκρυμμένη από πολλούς. Έτσι, ο π. Θεόκλητος έδωσε την δυνατότητα στους έξω να προσεγγίσουν η να οσφρανθούν λίγο τα έσω του Αγίου Όρους.

Τον γνώρισα την δεκαετία του ’60 πάνω στην ακμαία ηλικία του και θυμάμαι έντονα την πνευματική του δύναμη που ήταν αφοπλιστική, όχι μόνον σε μας που ήμασταν τότε φοιτητές της θεολογίας, αλλά και στους Καθηγητές και γενικά τους μορφωμένους ανθρώπους. Μαζί δε με τον αείμνηστο π. Γαβριήλ αποτελούσε ένα δίδυμο με κοινά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, με αλληλοσυμπληρούμενα χαρίσματα.
Βλέποντας τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια γνωριμίας, και μέσα σε σύγχρονη προοπτική την ζωή του αειμνήστου π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου θα μπορούσα να τονίσω τρεις πλευρές, μέσα από τις οποίες μπορεί να ερμηνευθή λίγο η πληθωρική αυτή προσωπικότητα. Φυσικά, δεν είναι οι μόνες πλευρές της ζωής του.
Η πρώτη πλευρά είναι ότι ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης είχε έκτακτα διανοητικά και φυσικά χαρίσματα, μεταξύ των οποίων μεγάλη χωρητικότητα διανοίας, τεράστια μνήμη, καταπληκτική ευφράδεια λόγου, καταπληκτική γραφή, βροντερή φωνή, ως «φωνή υδάτων πολλών» κλπ. Από μικρός είχε μελετήσει λογοτεχνία, κυρίως τα έργα του Ντοστογιέφσκυ, καθώς επίσης είχε πλουτίσει την μνήμη του με πολλές εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, τις οποίες αύξησε αργότερα και με αυτές διήνθιζε τον λόγο, με αποτέλεσμα να προξενή μεγάλη εντύπωση στους συνομιλητές του. Σε πολλά κείμενά του φαίνεται έντονα το λογοτεχνικό του χάρισμα, χωρίς να το καλλιεργή ιδιαίτερα. Ήταν ένας καταπληκτικός λογογράφος, λογοπλόκος και ακριβολόγος, χρησιμοποιώντας θαυμάσιες εικόνες και δυνατές λέξεις και εκφράσεις, χωρίς υπερβολές και πάντοτε μέσα στην προοπτική του θεολογικού και εκκλησιαστικού λόγου. Μαζί με αυτά είχε και οξύνοια νοός, και μπορούσε να διακρίνη την σκέψη του συνομιλητού του, να την προκαλή, καθώς επίσης να αναπτύσση με ακρίβεια και ενάργεια τις απόψεις του.
Η δεύτερη πλευρά της ζωής του π. Θεοκλήτου έχει σχέση με την ζωή του στο Άγιον Όρος και ιδιαιτέρως στην Μονή του οσίου Διονυσίου. Όταν πήγε στην Ιερά Μονή, έπρεπε να δοκιμασθή και μάλιστα με τις τότε αυστηρές αγιορείτικες παραδόσεις. Όσοι ενθυμούνται το Άγιον Όρος σε παλαιότερους χρόνους και ιδίως όσοι έχουν φιλοξενηθή στην Μονή του Διονυσίου την δεκαετία του ’60 και πριν από αυτήν αντιλαμβάνονται τι εννοώ.
Η ασκητική ζωή στο Όρος, και μάλιστα στην Μονή Δονυσίου, ήταν σκληρή, η αδιάκριτη υπακοή ήταν επιβεβεβλημένη, η δοκιμασία μοναχικής καθιερώσεως αυστηρή, ο τρόπος διαμονής στα κελλιά σχεδόν ερημικός, η τράπεζα πτωχική και υπερβολικά λιτή. Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα ο δυναμικός νέος μοναχός με το ανήσυχο πνεύμα και τα έκτακτα φυσικά προσόντα, έπρεπε να κάνη μεγάλο αγώνα για να παραμείνη. Έμαθε, έτσι, την αυστηρή υπακοή, τις πολύωρες προσευχές μέσα στον Ναό, την μόνωση στο Διονυσιακό κελλί, την νηστεία και την αγρυπνία, την αυστηρή άσκηση. Οι Διονυσιάτες μοναχοί ζούσαν μέσα στο Κοινόβιο την ησυχαστική και ερημική ζωή του Αγίου Όρους. Έζησα μερικές τέτοιες καταστάσεις γι’ αυτό και γράφω με λόγο και επίγνωση. Οι συνασκητές του δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν πλήρως τον λεγόμενο «πλούτο της διανοίας» και μερικοί έτρεφαν μια περιφρόνηση σε αυτόν, γιατί ως ολιγογράμματοι ζούσαν μια άλλη πνευματική κατάσταση που προϋπέθετε την σταύρωση της λογικής και την ανάσταση του νοός. Γενικά, μερικοί παλαιοί αγιορείτες δεν έτρεφαν και μεγάλη εκτίμηση στους λεγόμενους λογίους μοναχούς, γιατί οι περισσότεροι από αυτούς ζούσαν τον ζείδωρο πλούτο της Ορθοδόξου παραδόσεως με την ανάπτυξη και καλλιέργεια του νοός και όχι της λογικής και την απάρνηση όλων των εγκοσμίων.
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα ο π. Θεόκλητος «έσπασε τα κοσμικά μούτρα του» όπως συνήθως λέγεται, ταπεινώθηκε, συνεθλίβη πνευματικά, έζησε την πραγματικότητα της κατά Χριστόν σταύρωσης. Στην συνέχεια και ο ίδιος έζησε το καθαρό αγιορείτικο πνευματικό κρασί, απόρροια της βαθυτάτης μετανοίας, αλλά γνώρισε και άλλους αγιορείτας της εποχής εκείνης που ζούσαν «την νηφάλιον μέθην» της κοινωνίας τους με τον Θεό. Έζησε, έτσι, την μέθοδο της ορθοδόξου ευσεβείας που είναι η κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη, τον φωτισμό του νοός και βίωσε τις κατά διαφόρους βαθμούς ελλάμψεις της θείας Χάριτος.
Αυτό το ευλογημένο κλίμα που έζησε στην Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου το συναντούμε σε πολλά σημεία των βιβλίων του. Θα καταγραφή ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα.
«Η αγάπη του Θεού ευρίσκεται επάνω από όλας του κόσμου τας αγάπας. Αλλοίμονον δε εις εκείνου την ψυχήν που θα επιφοιτήση. Δεν θα τον αφήση νύκτα και ημέραν ήσυχον. Θα κοιμάται το σώμα και η καρδία θα αγρυπνή. ¨¨Εγώ καθεύδω και η καρδία μου αγρυπνεί¨. Βαθυστένακτοι ερωτικαί νύκτες, με δακρυώδεις εννοίας, θα συνθλίβουν ιερώς την ψυχήν. Ο άνθρωπος παύει να είναι κύριος εαυτού. Ένας ιστός από τον ουρανόν κινεί την ψυχήν. Ο Χριστός ο ¨αχώρητος παντί¨, ενεργεί κατά τοιούτον αφόρητον τρόπον εις την ψυχήν που ηγάπησεν, ώστε όλος ο κόσμος χάνεται από αυτήν. ¨Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί ο Χριστός¨. Η αγία αγάπη του Χριστού, εισδύσασα εις τας καρδίας, πείθει και ενδυναμώνει τα παιδία να εγκαταλείψουν όλα τα ανθρώπινα μεγαλεία προς χάριν της! Ω βασιλεία των ουρανών, ω θεία υιοθεσία! Τι είναι μεγαλύτερον και αγνότερον και ποθεινότερον;».
Μέσα στο απόσπασμα αυτό, βλέπει κανείς την χρησιμοποίηση αγιογραφικών και πατερικών χωρίων, που φλογίζονται όμως από την δική του πεπυρακτωμένη καρδία και έτσι εκφράζονται τα αγνά βιώματα που έζησε ο ίδιος και στην αρχή της μοναχικής του ζωής και στην μετέπειτα ασκητική βιοτή. Αυτό το «βαθυστένακτοι ερωτικαί νύκτες, με δακρυώδεις εννοίας, θα συνθλίβουν ιερώς την ψυχήν. Ο άνθρωπος παύει να είναι κύριος εαυτού. Ένας ιστός από τον ουρανόν κινεί την ψυχήν», νομίζω είναι κατά κάποιο τρόπο αυτοβιογραφικό του. Το ίδιο φαίνεται και σε πολλά άλλα κείμενά του, όπως και σε διαφόρους λόγους που τοποθετεί στα στόματα πεπειραμένων ερημιτών - Γερόντων και εξαγιασμένων υποτακτικών, αλλά και την περιγραφή που τους κάνει.
Έχω πληροφορία από παλαιούς αγιορείτας ότι οι Διονυσιάτες μοναχοί, στην αρχή της μοναχικής ζωής του π. Θεοκλήτου, άκουγαν να βγαίνη από το κελλί του, αλλά και από άλλους χώρους της Μονής, το βαθύτατο κλάμα με αναστεναγμούς που προερχόταν από τον ένοικό τους, τον π. Θεόκλητο. Πέρασε μέσα από μεγάλη μετάνοια, ζούσε σε μια διαρκή κατάνυξη, όπως άλλωστε και η πλειονότητα των μοναχών του Αγίου Όρους. Στα κείμενά του, όπου περιγράφονται διάφοροι διάλογοι, σκιαγραφεί τον υποτακτικό και τον Γέροντα με τις δικές του εμπειρίες. Μέχρι το τέλος της ζωής του τον ακολούθησε η αυτομεμψία.
Είναι γνωστόν ότι η εμπειρία της Χάριτος του Θεού δεν καταστρέφει τα φυσικά χαρίσματα, αλλά τα λαμπρύνει ακόμη περισσότερο και τα καθιστά πνευματικά. Έτσι ο π. Θεόκλητος έγραψε διάφορα κείμενα, με την βοήθεια των φυσικών και πνευματικών του χαρισμάτων, και ακόμη βιογράφησε, κατά θαυμαστό τρόπο, μεγάλες μορφές, όπως τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τον άγιο Νεκτάριο κλπ. Μέσα σε τέτοια κείμενα βλέπει κανείς και την πνευματική πορεία του π. Θεοκλήτου. Βιογραφώντας τους αγίους πολλές φορές αυτοβιογραφείτο. Έχω μια αίσθηση ότι κυρίως μέσα από την μελέτη του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου γνώρισε τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και μέσα από τους φιλοκαλικούς Πατέρας κατάλαβε κατά θαυμαστό τρόπο τον άγιο Νεκτάριο και εξέφρασε το ησυχαστικό και ειρηναίο πνεύμα του.
Του άρεσε να γράφη διαλογικά και να παρουσιάζη συνομιλίες με ερημίτας και θεολόγους. Νομίζω όμως ότι μιλούσε ο ίδιος με όλα τα πρόσωπα, γιατί είχε γνώσεις θεολογικές και φιλοσοφικές, αλλά διέθετε και εμπειρίες πνευματικές.
Η τρίτη πλευρά της ζωής του, ως συνέπεια της προηγουμένης, ήταν η «πολεμική», η αντιαιρετική. Με τον όρο αυτό εννοώ την αναίρεση κάθε απόψεως που εξέκλινε από την αληθινή, αυθεντική, φιλοκαλική και ησυχαστική παράδοση. Και στο σημείο αυτό πρέπει να δούμε την «μαχητικότητά» του που δικαιολογείται και από τα φυσικά προσόντα του και τον χαρακτήρα του, αλλά και την ποικιλότροπη γεύση της ησυχαστικής παραδόσεως της Εκκλησίας. Άλλωστε αυτήν την «μαχητική» πλευρά μπορούμε να δούμε και στην ζωή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος, ζώντας την αυθεντική ησυχαστική παράδοση, δεν μπορούσε να ανεχθή τις αιρετικές απόψεις του Βαρλαάμ. Στα θέματα της πίστεως και της ζωής δεν χωρά επίπλαστη κοσμική ευγένεια.
Στα κείμενα αυτού του είδους διακρίνουμε τον έλεγχο -με έμμεσο και άμεσο τρόπο- μιας σύγχρονης θεολογίας που, όπως χαρακτηριστικά έλεγε, χρησιμοποιεί «πεταστές» στην έκφραση για να εντυπωσιάση κυρίως τους νέους• μιας εκκλησιολογίας που άλλοτε εκκοσμικεύεται και άλλοτε υπερβάλλει, οπότε χάνεται το μέτρο• μιας ασκητικής που ασχολείται με την αισθητική και τις λογοτεχνότροπες περιγραφές• μιας μοναχικής ζωής που εκφράζεται ως οικοτροφιακής και κοσμικής νοοτροπίας• μιας ποιμαντικής που βιώνεται ως θεσμοποιημένη μέριμνα• μιας ακαδημαϊκής θεολογίας που λογοποιεί και σχολαστικοποιεί την εμπειρική θεολογία της Εκκλησίας• μιας χρησιμοποιήσεως των αγνών πατερικών κειμένων για την δικαιολόγηση των παθών.
Την «πολεμική» αυτή πλευρά του έργου του π. Θεοκλήτου δεν μπορεί να την ερμηνεύσουμε έξω από την σκληρότητα της υπακοής και της άσκησης που έζησε ο ίδιος στην Μονή του αγίου Διονυσίου, την κατά διαφόρους βαθμούς εμπειρία της ησυχαστικής παραδόσεως, αλλά και την σύγκριση αυτής της αγνής Ορθόδοξης ζωής, της απηλλαγμένης από κοσμικές προσμίξεις με την εωσφορική και εμπαθή νοοτροπία μερικών συγχρόνων ανθρώπων οι οποίοι προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα ποικίλα πάθη (φιλοδοξία, φιληδονία, φιλαργυρία) χρησιμοποιώντας την διδασκαλία των αγίων Πατέρων για την μοναχική και θεολογική ζωή. Δεν μπορούσε να κατανοήση μια αισθητική που αντικαθιστά την ασκητική, μια λογοτεχνία που καταλύει την νηπτική θεολογία, έναν ακτιβισμό που αφανίζει τον ησυχασμό, μια θεσμοποιημένη εκκλησιαστική έκφραση που καταργεί την ποιμαντική ως θεραπεία.
Μέσα από αυτήν την ερμηνεία μπορεί κανείς να διακρίνη το απόλυτο του π. Θεοκλήτου σε μερικές ενέργειές του, που έμοιαζε ως προφητική δράση. Πολλές φορές τον αισθανόμουν ωσάν έναν τύπον κατά Χριστόν σαλού, που εκφραζόταν με την δυνατή λογικότητά του. Διέκρινα ένα είδος κατά Χριστόν σαλότητος, που εκδηλωνόταν με ένα μαστίγωμα των ακαδημαϊκών ακροατηρίων, αφού ηρνείτο να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις τους, και προτιμούσε να εκφράζεται εμπειρικά• εκδηλωνόταν με την άρνηση του λογικού διαλόγου και προκαλούσε αντιδράσεις• με τον έλεγχο των υπερβολών, όταν εκφράζονταν ακόμη και από αγαπητά του πρόσωπα• με τον απόλυτο, σκληρό και στυφό λόγο προκειμένου να ξυπνήση την υπνώττουσα συνείδηση των εκκλησιαστικών ανδρών και να αποτρέψη τον κίνδυνο της αλλοίωσης και της εκκοσμίκευσης. Ο π. Θεόκλητος μερικές φορές ήταν απόλυτος, αλλά αληθινός, δεν φορούσε την μάσκα του ασκητού, του ερημίτου, του θεολόγου, αλλά το πρόσωπο του αυθεντικού αγιορείτου, που μιλά αυθόρμητα, πέρα από κάθε είδους κονωνικών συμβατικοτήτων.
Φυσικά, αυτό μπορούσε να το κάνη γιατί δεν είχε κληθή από τον Θεό να είναι ποιμένας και να ασκή ποιμαντική. Είναι γνωστόν ότι οι ποιμένες έχουν καθήκον και έργο να ασκούν μια ιδιαίτερη μέθοδο, για να θεραπεύουν ολίγον κατ’ ολίγον την τραυματισμένη ύπαρξη του ανθρώπου. Προσλαμβάνουν τον άνθρωπο στην πεπτωκυία κατάσταση που βρίσκεται, κατεβαίνοντας και εκείνοι για λίγο, και με διάκριση, στον δικό του «χώρο», για να τον ανεβάσουν προοδευτικά σε υψηλές πνευματικές καταστάσεις. Εκείνος είχε άλλο προορισμό και άλλη διακονία. Η διακονία του ήταν να βλέπη τα προβλήματα και να ορθοτομή τον λόγο της αληθείας, να διακρίνη την πλάνη από την αλήθεια, να ενεργή περισσότερο ως προφήτης, κηρύσσοντας μετάνοια, και να αφήνη την θεραπεία των μετανοούντων στους ποιμένες της Εκκλησίας.
Ο π. Θεόκλητος διέθετε έναν λόγο απηλλαγμένο από φαντασίες και στοχασμούς. Ο ίδιος του είχε σταυρώσει την λογική, καίτοι την χρησιμοποιούσε για την διατύπωση των απόψεών του. Ο λόγος του ήταν καθαρός, δυνατός, αρρενωπός, ασκητικός, θεολογικός, προφητικός. Στο πρόσωπό του βλέπαμε τον τρόπο που έγραφαν και ομιλούσαν οι Προφήτες και οι Πατέρες της Εκκλησίας, γευόμασταν, έστω κι’ αν μερικές φορές δυσανασχετούσαμε, την πεμπτουσία της χιλιόχρονης αγιορείτικης παραδόσεως, απηλλαγμένης από προσμίξεις και νεανισμούς, βλέπαμε το απαύγασμα μιας αγιορείτικης Διονυσιακής σκληρής αγρυπνίας, ακούγαμε το: «είπε Γέρων».
Μια φορά, από τις πολλές επισκέψεις μου, κατά την εποχή της ηγουμενείας του αειμνήστου π. Γαβριήλ, επισκέφθηκα την Μονή του αγίου Διονυσίου χειμώνα καιρό, και μάλιστα ορθρινές ώρες, όταν είχαν δίωρη διακοπή, μεταξύ της ακολουθίας του Όρθρου και της θείας Λειτουργίας. Δηλαδή, μόλις είχε τελειώσει η ακολουθία του Όρθρου και έπρεπε οι μοναχοί να πάνε στα κελλιά τους για να ξεκουρασθούν λίγο, ώστε να συνεχίσουν μετά την τέλεση της θείας Λειτουργίας. Όμως τα κελιά δεν είχαν θέρμανση και το κρύο ήταν τσουχτερό. Από την ρεματιά του Άθωνα, πάνω από την Μονή, κατέβαινε ο ψυχρός αέρας και το πυκνό σύννεφο, που κατά καιρούς έφερνε βροχή. Ήταν μια ατμόσφαιρα που συνδύαζε αέρα, γνόφο, βροχή και κρύο και θύμιζε έντονα την Δευτέρα Παρουσία, πράγμα που προκαλούσε μετάνοια. Αυτήν την ώρα πολλοί μοναχοί προτιμούσαν, αντί να πάνε στα παγωμένα κελιά τους, να παραμείνουν στο στασίδι στην Λιτή του Καθολικού που υπήρχε ξυλόσομπα και μια σχετική ζεστή ατμόσφαιρα.
Μπήκα μέσα στην Λιτή και είδα πολλούς μοναχούς μέσα στο χειμωνιάτικο ημίφως –σχεδόν σκοτάδι– να μισοκοιμούνται στα σκληρά στασίδια, περιμένοντας την έναρξη της θείας Λειτουργίας, γιατί τους ήταν δυσκολότερο να πάνε στα παγωμένα κελιά. Τους έβλεπα σαν μεγάλα έμβρυα στην μήτρα της μάνας Εκκλησίας. Αυτή η εικόνα θα μείνη χαραγμένη για πάντα μέσα στην μνήμη μου. Και μετά την θεία Λειτουργία πήγαμε στην Τράπεζα για το λιτό γεύμα, και προσπαθούσαμε να τελειώσουμε γρήγορα το λιγοστό φαγητό, με το απαραίτητο κρεμμύδι, ως φρούτο, για να πάμε κάπου σε μια σόμπα για να ζεσταθούμε.
Σε αυτό το κλίμα έζησε τον περισσότερο καιρό ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης. Γι’ αυτό και η διδασκαλία του ήταν απαύγασμα αυτής της σκληρής και ευλογημένης ατμόσφαιρας, που εξέφραζε την αρρενωπή, σκληρή αγιορείτικη βιοτή, την χαρμολύπη.
Κάθε φορά που σκεπτόμουν τον π. Θεόκλητο και διάβαζα τα γραπτά του ερχόταν μπροστά μου αυτή η ατμόσφαιρα του χειμωνιάτικου εκείνου πρωϊνού στην Μονή Διονυσίου και έτσι ερμήνευα και την προσωπικότητά του και την διδασκαλία του. Πέρα από οποιεσδήποτε άλλες αναλύσεις οι λόγοι και τα κείμενά του εξέφραζαν την ασκητική ζωή της Ορθοδόξου παραδόσεως, της απηλλαγμένης από φαντασιώσεις, αισθητικές ευχαριστήσεις και κοσμικές αβρότητες.
Αυτό εκφράζεται και σε μια συνομιλία του π. Θεοκλήτου με τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Όταν ο π. Θεόκλητος συνάντησε τον Πεντζίκη στο Άγιον Όρος την ώρα που εκείνος έφευγε, τον ερώτησε: «Πως περάσατε κ. Πεντζίκη στο Όρος;» Ο Πεντζίκης του απάντησε. «Πολύ καλά, Γέροντα. Γέλασα πολύ». Έκπληκτος ο π. Θεόκλητος του είπε: «Μα, στο Άγιον Όρος ερχόμαστε για να κλάψουμε και όχι για να γελάσουμε». Και ο Πεντζίκης χαριτολογώντας ανταπάντησε: «Πως μπορώ να μη γελάσω, όταν τον πρώτο μοναχό που συναντώ στην Δάφνη λέγεται Γελάσιος». Παρά την ευφυόλογη αυτή απάντηση ο π. Θεόκλητος επέμενε στην άποψή του, ότι στο Όρος κλαίμε και μετανοούμε, δεν το βλέπουμε αισθητικά και επιφανειακά, αφού, κατά τον αείμνηστο Γέροντα, το Άγιον Όρος είναι χώρος μετανοίας, κλάματος και καθάρσεως και μέχρι τελευταία στιγμή εκλιπαρούσε όλους, όπως και μένα, να προσευχηθούμε για να του δώση ο Θεός μετάνοια.
Τον ευχαριστούμε για ο,τι μας δίδαξε και μας παρέδωσε, και δοξολογούμε τον Θεό γιατί στους δύσκολους και συγκεχυμένους καιρούς φανερώνει τέτοιους εκφραστές του για να υποδεικνύουν την πορεία προς την κάθαρση και τον φωτισμό και να φανερώνουν την αληθινή Εκκλησία.

(Δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό «Πρωτάτο»)



(Πηγή: "Εκκλησιαστική Παρέμβαση" Νοε 2006)

Αλλοίωση του καθιερωμένου Συμβόλου της Πίστεως (Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιερόθεος) alopsis

Αλλοίωση του καθιερωμένου Συμβόλου της Πίστεως (Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιερόθεος) alopsis

ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Είναι γνωστόν ότι η Α καί Β’ Οικουμενικές Σύνοδοι καθόρισαν το Σύμβολο της Πίστεως, που αναφέρεται στα βασικά σημεία της πίστεως για τον Τριαδικό Θεό, την ενσάρκωση του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, την Εκκλησία και την αιώνια ζωή. Και μάλιστα η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος με τον τρίτο (3) όρο της, τον οποίο έχει επικυρώσει και η Δ Οικουμενική Σύνοδος, απαγορεύει κάθε αλλοίωση του Συμβόλου της Πίστεως, με προσθαφαίρεση η παραχάραξή του.
Την ακριβή έννοια του όρου αυτού καταγράφει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, Πρόεδρος της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου, σε επιστολή του προς τον Αντιοχείας Ιωάννη, όταν του γράφη μεταξύ των άλλων ότι δεν επιτρέπεται «η λέξιν αμείψαι των εγκειμένων εκείσε (στο Σύμβολο της Πίστεως) η μίαν γουν παραβήναι συλλαβήν». Και σε άλλη επιστολή του προς τον Βερροίας Ακάκιον επαναλαμβάνει τα ίδια: «ώστε και πάντας ομολογείν τε και πιστεύειν ούτω και διδάσκειν, μήτε προστεθέντος τινός, μήτε μην υφημένου» (Ιωάννου Καρμίρη, Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τομ. 1, σελ. 147, σημ. 3).
Παρά τις σαφέστατες αυτές απαγορεύσεις οι Φράγκοι κατ’ αρχάς και στην συνέχεια οι Λατίνοι εισήγαγαν στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque, ότι δηλαδή το Άγιον Πνεύμα δεν εκπορεύεται εκ μόνου του Πατρός, αλλά εκ του Πατρός και εκ του Υιού. Έτσι, αυτή η εισαγωγή και όλη η θεολογία που συνδέεται με αυτήν, είναι η βασική δογματική διαφορά μεταξύ των Ορθοδόξων και των Παπικών.
Πάνω στο θέμα αυτό εγράφησαν πολλές πραγματίες. Πέρα από το θεολογικό μέρος του θέματος οι άγιοι Πατέρες υποστήριξαν ότι ήταν λάθος των δυτικών να προσθέσουν κάτι στο Σύμβολο το οποίο εθέσπισαν οι Οικουμενικές Σύνοδοι, πράγμα το οποίο δεν είχαν κανένα δικαίωμα να πράξουν. Τον όρο της Γ Οικουμενικης Συνόδου επικαλέσθηκε ο ιερός Φώτιος κατά της εισαγωγής στο Σύμβολο της Πίστεως από τους Φράγκους του Filioque, το ίδιο έπραξε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός στην Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας και πολλοί άλλοι άγιοι Πατέρες.



* * *

Τελευταία, σε ένα μικρό βιβλιαράκι που εξέδωσε το περιοδικό «30Days», με τίτλο «όποιος προσεύχεται σώζεται», καταγράφονται οι βασικές προσευχές με τις οποίες πρέπει να προσεύχονται καθημερινά τα μέλη της «Καθολικής Εκκλησίας» αλλά και μερικά βασικά σημεία της πίστεώς τους. Το βιβλιαράκι αυτό το προλογίζει ο τότε Καρδινάλιος Joseph Ratziger (ο σημερινός Πάπας Βενέδικτος) με κείμενό του που έγραψε την 18 Φεβρουαρίου 2005, λίγους μήνες πριν εκλεγή Πάπας.
Στην αρχή, μετά το «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», παρατίθεται το Σύμβολο της Πίστεως. Όμως, όπως μπορεί να παρατηρήση κανείς, δεν είναι το Σύμβολο των Οικουμενικών Συνόδων, αλλά ένα συντετμημένο Σύμβολο, που μπορεί να απαγγελθή και από πολλούς ετεροδόξους Χριστανούς. Ενώ μέχρι τώρα εμείς οι Ορθόδοξοι υποστηρίζαμε ότι οι Παπικοί πρέπει να αφαιρέσουν το Filioque από το Σύμβολο της Πίστεως, τώρα στον τύπο αυτό του Συμβόλου αφαιρέθηκαν πολλές φράσεις και προστέθηκαν άλλες.
Θα παρατεθή αυτό το Σύμβολο της Πίστεως, όπως παρατίθεται στο βιβλιαράκι που προαναφέραμε, και στην συνέχεια θα γίνουν οι σχετικές επισημάνσεις.

«Πιστεύω εις τον Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα,
Ποιητήν ουρανού και γης.
Και εις τον Ιησού Χριστόν, τον Υιόν Του και Κύριό μας,
συλληφθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και γεννηθέντα εκ της Παρθένου Μαρίας,
παθόντα επί Ποντίου Πιλάτου, σταυρωθέντα, θανόντα και ταφέντα.
Κατελθόντα εις τον άδη και την τρίτη ημέρα αναστάντα και πάλιν εκ νεκρών.
Ανελθόντα εις τους ουρανούς και καθεζόμενον εκ δεξιών του Παντοκράτορος Θεού Πατρός,
από όπου θα έλθη να κρίνη ζώντες και νεκρούς.
Πιστεύω εις το Πνεύμα το Άγιο, την αγία Καθολική Εκκλησία,
την κοινωνία των αγίων, την άφεσιν των αμαρτιών,
την ανάστασιν του σώματος και ζωήν αιώνιον. Αμήν».

Συγκρίνοντας τον τύπο αυτού του Συμβόλου της Πίστεως με το καθιερωμένο Σύμβολο της Πίστεως όπως διατυπώθηκε από τις Α καί Β Ο?κουμενικές Συνόδους, παρατηρούμε ότι υπάρχουν μεγάλες διαφορές. Θα τις εντοπίσουμε.
Από το πρώτο άρθρο, στο οποίο γίνεται λόγος για τον Θεό-Πατέρα, αφαιρείται η λέξη «ένα». Με αυτήν την απαλοιφή, δεν γίνεται λόγος για ενιαία ουσία – φύση στον Θεό.
Για τον Πατέρα αφαιρούνται επίσης οι εξής φράσεις: «ορατών τε πάντων και αοράτων» (ποιητήν).
Για τον Υιό, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, αφαιρείται το «και εις ένα Κύριον», προστίθεται δε η φράση «και Κύριό μας».
Επίσης αφαιρούνται και οι εξής φράσεις-όροι:
«τον Μονογενή» (Υιόν), «τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' Ου τα πάντα εγένετο». «Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών».
Το «σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα», αντικαθίσταται με «συλληφθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και γεννηθέντα εκ της Παρθένου Μαρίας», δηλαδή αφαιρείται το «σαρκωθέντα» και το «ενανθρωπήσαντα».
Αλλάζει η σειρά των λέξεων σχετικά με τα Πάθη, την Σταύρωση και την Ταφή του Κυρίου, προστίθεται η λέξη «θανόντα», προστίθεται η φράση «κατελθόντα εις τον άδη», διαγράφεται η φράση «κατά τας Γραφάς» (αναστάντα τη τρίτη ημέρα), προστίθεται η φράση «και πάλιν εκ νεκρών» (αναστάντα).
Προστίθενται οι λέξεις (εκ δεξιών του) «Παντοκράτορος Θεού» (Πατρός).
Αφαιρούνται οι φράσεις «μετά δόξης» (ερχόμενον) και «ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος».
Για το Άγιον Πνεύμα αφαιρείται το μεγαλύτερο μέρος του σχετικού όρου: «το Κύριον, το ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον το λαλήσαν δια των προφητών».
Για την Εκκλησία αφαιρούνται οι φράσεις: «μίαν… και αποστολικήν»
Το βάπτισμα δεν αναφέρεται καθόλου, αλλά μόνον ο σκοπός του βαπτίσματος (πιστεύω στην άφεσιν αμαρτιών).
Το «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών» γίνεται «την ανάστασιν του σώματος» (πιστεύω).
Το προσδοκώ «ζωήν του μέλλοντος αιώνος» γίνεται «πιστεύω… (εις) ζωήν αιώνιον».
Επίσης προστίθεται η φράση «πιστεύω… (εις) την κοινωνία των αγίων», που δεν υπάρχει στο Σύμβολο της Πίστεως.

* * *

Γίνεται φανερό ότι ο τύπος αυτού του Συμβόλου της Πίστεως είναι διαφοροποιημένος από το Σύμβολο της Πίστεως που θεσπίσθηκε από τις δύο πρώτες Οικουμενικές Συνόδους και έγινε αποδεκτό από την Εκκλησία, και ένα τέτοιο Σύμβολο μπορεί να γίνη αποδεκτό από πολλές χριστιανικές παρατάξεις. Ενδεχομένως με τον τρόπο αυτόν, με τέτοιες αλλαγές και μειώσεις της πίστεως επιδιώκεται η «ένωση». Ένα τέτοιο Σύμβολο, με την έγκριση μάλιστα του Πάπα, που τότε ήταν Καρδινάλιος και Πρόεδρος της σχετικής Επιτροπής «Πίστεως», δίνει κύρος σε τέτοιες δογματικές μεταρρυθμίσεις.
Ο αγαπητός Πρωτοπρ. π. Στέφανος Αβραμίδης, Γραμματέας της Συνοδικής Επιτροπής Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων μου επεσήμανε ότι αυτό το σύντομο κείμενο του Συμβόλου της Πίστεως δεν είναι νέο κείμενο, κατασκευασμένο προσφάτως, αλλά είναι το χρησιμοποιούμενο κείμενο από τον Δυτικό Χριστιανισμό από παλαιοτέρους χρόνους.
Έχει απόλυτο δίκαιο και τον ευχαριστώ για την επισήμανση αυτή. Νομίζω όμως ότι πέρα από την ιστορική ανάλυση η ουσία των παρατηρήσεών μου δεν διαφοροποιείται.
Πράγματι, αυτός ο τύπος του Συμβόλου της πίστεως που παρέθεσα στην αρχή και χρησιμοποιείται από τους Παπικούς δεν είναι πρόσφατο δημιούργημα, αλλά προέρχεται από τον 6ο η 7ο αιώνα και όπως αναλύει ο αείμνηστος Καθηγητής Ιωάννης Καρμίρης θεωρήθηκε από τους Λατίνους ως Αποστολικό Σύμβολο, χωρίς να είναι.
Είναι γνωστόν ότι πριν την Α Οικουμενική Σύνοδο οι κατά τόπους Εκκλησίες χρησιμοποιούσαν διαφόρους τύπους κειμένων ως βαπτιστήρια και ομολογιακά Σύμβολα. Ο τύπος του Συμβόλου που βρήκα καταγεγραμμένο σε προσευχητάριο των «Καθολικών» είναι εξέλιξη και συμπλήρωση του Βαπτιστηρίου Συμβόλου της Εκκλησίας της Ρώμης, το οποίον Βαπτιστήριο Σύμβολο πιθανόν προέρχεται από το τέλος του β αιώνος. Κατά τον Ιωάννη Καρμίρη ο τελικός αυτός τύπος ελκύει την καταγωγή του από την νοτιοδυτική Γαλλία και καταρτίσθηκε κατά τον 6ον η 7ον αιώνα. Θεωρήθηκε ως γνήσιο Αποστολικό Σύμβολο και στις αρχές του 9ου αιώνος είχε αποκτήσει μεγάλη θέση στην Δυτική Ευρώπη και χρησιμοποιόταν στην λατρεία αντί του Συμβόλου Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως. Η επικράτηση αυτή οφειλόταν στο ότι εθεωρείτο ιερό κείμενο που συνετάγη από τους Δώδεκα Αποστόλους και μάλιστα κάθε άρθρο του συνετάγη από κάθε έναν από τους Αποστόλους.
Οι Ορθόδοξοι αγνοούσαν την ύπαρξη του τύπου αυτού του Συμβόλου και χρησιμοποιούσαν το γνωστό Σύμβολο που καταρτίσθηκε από τις Α καί Β Οικουμενικές Συνόδους, που χαρακτηρίζεται ως Σύμβολο Νικαίας –Κωνσταντινουπόλεως. Μάλιστα δε όταν οι Λατίνοι κατά την ενωτική Σύνοδο της Φερράρας - Φλωρεντίας (1438-1439) επικαλέσθηκαν το λεγόμενο Σύμβολο των Αποστόλων, ο άγιος Μάρκος ο Εφέσου ο Ευγενικός απάντησε: «Ημείς ούτε έχομεν, ούτε είδομεν σύμβολον των Αποστόλων». Επίσης, η γνησιότητα αυτού του Συμβόλου αμφισβητήθηκε και από διαφόρους επιστήμονας (Λατίνους και Διαμαρτυρομένους) και η αντίληψη περί αποστολικής προελεύσεως του τύπου αυτού του Συμβόλου της Πίστεως θεωρείται ως μυθώδης.
Το ερώτημα, όμως, που παραμένει είναι: γιατί οι Λατίνοι με την έγκριση του σημερινού Πάπα, χρησιμοποιούν στο «προσευχητάριο» αυτόν τον τύπο του φερομένου ως αποστολικού Συμβόλου που είναι συντομώτατο και όχι το Σύμβολο Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως, που είναι ολοκληρωμένο και καθιερωμένο και οπωσδήποτε αντικατέστησε όλα τα προηγούμενα Σύμβολα;
Ο αείμνηστος Καθηγητής Ιωάννης Καρμίρης υποστηρίζει ότι το φερόμενο ως Αποστολικό Σύμβολο που χρησιμοποιείται από τους Λατίνους «επεβλήθη ως βαπτιστήριον και λειτουργικόν σύμβολον εν τω Φραγκικώ κράτει δια των επιδιωκόντων λειτουργικήν ομοιομορφίαν εν αυτώ Φράγκων ηγεμόνων και μάλιστα του Καρλομάγνου».
Έπειτα, ο τύπος αυτός του Συμβόλου της πίστεως παρέμεινε επί μακρόν στην Δύση, μάλιστα δε από τους Λατίνους, παρέλαβαν αυτόν τον τύπο οι Διαμαρτυρόμενοι, εκ των οποίων μνημονεύονται ο Λούθηρος, ο Καλβίνος, ο Ζβίγγλιος και άλλοι. Επίσης χρησιμοποιείται και στην Αγγλικανική Εκκλησία, στην οποία «αναγινώσκεται δις της ημέρας κατά την πρωϊνήν και την εσπερινήν ακολουθίαν, την κατήχησιν, το βάπτισμα και το χρίσμα». Και όπως σημειώνει και πάλιν ο Καθηγητής «το κύρος του Αποστολικού Συμβόλου ενισχύθη σημαντικώς κατά τας τελευταίας τρεις δεκαετίας, συνεπεία της εν τη οικουμενική κινήσει των Εκκλησιών προβολής αυτού ως ενωτικού συμβόλου και κρίκου μεταξύ των διϊσταμένων Εκκλησιών».
Φαίνεται, λοιπόν, καθαρά ότι η προβολή και χρήση από την «Καθολική Εκκλησία» του φερομένου ως Συμβόλου των Αποστόλων, χωρίς να είναι, και η παραθεώρηση του Συμβόλου της Πίστεως που συνεκρότησαν οι Α καί Β Οικουμενικές Σύνοδοι, γίνεται μέσα στην οικουμενιστική προοπτική και στην ενωτική προσπάθεια των Λατίνων. Αλλά «ένωση των Εκκλησιών» χωρίς ενότητα της πίστεως, όπως διατυπώθηκε από τις Οικουμενικές Συνόδους, είναι ψευδής και αναποτελεσματική. Δεν είναι δυνατόν να παρακάπτωνται οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων με δήθεν «αποστολικά» σύμβολα, ωσάν οι Πατέρες της Εκκλησίας να αλλοίωσαν την διδασκαλία των αγίων Αποστόλων και να μην είναι η γέφυρα που συνδέουν τους αγίους Αποστόλους με την κάθε εποχή μας. Οι μινιμαλιστικές και μαξιμαλιστικές απόψεις που γίνονται σε βάρος της πίστεως της Εκκλησίας, αποτελούν παραχάραξη της αληθείας.
Πάντως δική μου άποψη - υποψία είναι ότι οι Λατίνοι χρησιμοποιούν τον τύπο αυτόν του Συμβόλου, πέραν της οικουμενιστικής προοπτικής και της ενωτικής προσπάθειας και για να αμβλύνουν τις εντυπώσεις που δημιουργούνται από την προσθήκη του Filioque, και ίσως να υπονομεύσουν ως προς το σημείο αυτό τις αποφάσεις των δύο πρώτων Οικουμενικών Συνόδων. Αλλά και η ανάγνωση από τους Λατίνους ενίοτε του Συμβόλου Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως χωρίς το filioque, όπως υπεστήριξα δια μακρών παλαιότερα, γίνεται μόνον για ιστορικούς λόγους χωρίς ουσιαστικά οι Λατίνοι να αποδεσμεύωνται από την αιρετική διδασκαλία τους περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού.

* * *

Θα πρέπη να παρατηρηθή ότι ως προς την δογματική αλήθεια της πίστεως επικράτησαν δύο όροι. Ο ένας είναι ο «μαξιμαλισμός» και εννοείται η προσπάθεια μερικών να προσθέτουν νέες λέξεις και όρους στο δόγμα για να ερμηνεύεται δήθεν καλύτερα η πίστη η να επιδιώκεται μια νέα ευρύτερη ερμηνεία, και ο άλλος είναι ο «μινιμαλισμός» και με αυτό εννοείται η προσπάθεια άλλων να αφαιρούν λέξεις και όρους και να σμικρύνουν την ορολογία. Και στις δύο περιπτώσεις ικανοποιούνται όλοι εκείνοι που θέλουν να λέγωνται Χριστιανοί και εκείνοι που έχουν διαφορετικές αντιλήψεις από την διδασκαλία του Χριστού, των Αποστόλων και των Πατέρων. Επιδιώκεται, δηλαδή, η κατά το δυνατόν συνάντηση πολλών Χριστιανών από διάφορες ομολογίες, με ένα νέο Σύμβολο που θα καλύπτη όλες τις δογματικές διαφορές. Αυτό συνιστά μια χριστιανική παγκοσμιοποίηση, έναν χριστιανικό συγκρητισμό που είναι μια από τις απαιτήσεις «της Νέας Εποχής».
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον επιθυμούμε ο διάλογος μεταξύ των Ορθοδόξων και των ετεροδόξων να διακρίνεται από ειλικρίνεια και σοβαρότητα. Η προσθήκη του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως είναι μαξιμαλισμός και η αφαίρεση των βασικών άρθρων του Συμβόλου της Πίστεως για τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος και την εκκλησιαστική ζωή, για να είναι συμβατά με την πίστη όλων, είναι «μινιμαλισμός». Και οι δύο αυτές περιπτώσεις είναι εκπτώσεις από την αποκελαλυμμένη πίστη, όπως την παρέλαβαν οι Άγιοι Απόστολοι από τον Χριστό και την διετύπωσαν σε όρους οι άγιοι Πατέρες και την διεφύλαξε η Εκκλησία.
 

Προβλήματα ψυχικής υγείας του συγχρόνου ανθρώπου (Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος) alopsis

Προβλήματα ψυχικής υγείας του συγχρόνου ανθρώπου (Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος) alopsis

ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Διάλεξη στην συνάντηση με τους Ιατρούς, Νομικούς και Μηχανικούς της Ναυπάκτου.

1. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την ψυχική υγεία

α) Στοιχεία
β) Διαπιστώσεις
γ) Προτάσεις

2. Η Ορθόδοξη Εκκλησία για την υγεία του ανθρώπου

α) Η Ενορία ως θεραπευτική κοινότητα
β) Η θεολογία της Εκκλησίας για την υγεία του ανθρώπου
γ) Παράδειγμα


Ένα από τα μεγάλα προβλήματα που απασχολούν τους ανθρώπους της σημερινής εποχής είναι τα θέματα τα οποία σχετίζονται με την ψυχική υγεία. Με το θέμα αυτό ασχολούνται διάφοροι διεθνείς και ευρωπαϊκοί Οργανισμοί οι οποίοι βλέπουν την επίδραση την οποία έχουν οι κοινωνικοί και περιβαλλοντολογικοί παράγοντες στην ψυχική υγεία του ανθρώπου, αλλά και τις επιπτώσεις που έχουν οι ψυχικές ασθένειες στην κοινωνία και το περιβάλλον.
Όταν κάνουμε λόγο για ψυχική υγεία, υφίσταται ένα πρόβλημα ως προς τον ορισμό της ψυχής. Άλλοι με τον όρο ψυχή εννοούν την νευρολογική και ψυχολογική κατάσταση του ανθρώπου, άλλοι εννοούν απλώς μια ενέργεια του σώματος, όπως το συναντούμε και στους αρχαίους υλιστές φιλοσόφους, άλλοι ως την αγέννητη ιδέα που βρισκόταν στον κόσμο των ιδεών και περικλείσθηκε στο σώμα, όπως το έκαναν οι κλασσικοί μεταφυσικοί-ιδεαλιστές, και άλλοι ως το πνευματικό στοιχείο της υπάρξεως του ανθρώπου το οποίο δημιουργήθηκε από τον Θεό, όπως το θεωρούμε στην διδασκαλία των Πατέρων.
Επίσης θα πρέπη να σημειωθή ότι όταν εμείς οι Ορθόδοξοι κάνουμε λόγο για ψυχική υγεία δεν εννοούμε μόνον την ψυχολογική συγκρότηση του ανθρώπου, αλλά αυτό που αναφέρεται στην όλη ψυχοσωματική κατάστασή του. Επομένως η ψυχική υγεία επηρεάζει και το σώμα και την ψυχή.

1. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την ψυχική υγεία

Το έτος που διανύουμε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξεδόθη μια Έκθεση «Σχετικά με την βελτίωση της ψυχικής υγείας του πληθυσμού-προς μία στρατηγική σχετικά με την ψυχική υγεία για την Ευρωπαϊκή Ένωση (2006/2058)».
Η Έκθεση αυτή περιλαμβάνει: την Πρόταση ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, την Αιτιολογική έκθεση, την Γνωμοδότηση της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, την Γνωμοδότηση της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων, και την Διαδικασία της ψηφίσεως από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Η πρόταση έγινε από την Επιτροπή Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων, εισηγητής ήταν ο John Bowis, η αναγγελία στην Ολομέλεια έγινε την 16-3-2006, η εξέταση στην Επιτροπή την 3-5-2006 και 22-6-2006 και η έγκρισή της έγινε την 22-6-2006.
Στην πρόταση του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και στην αιτιολογική έκθεση βρίσκουμε μερικά ενδιαφέροντα σημεία σχετικά με την ψυχική υγεία των Ευρωπαίων. Κυρίως στην παρούσα δήλωση θα τονισθούν τρία σημεία, ήτοι τα στοιχεία τα οποία προσφέρονται στην πρόταση, τις διαπιστώσεις που γίνονται και τις προτάσεις οι οποίες έγιναν αποδεκτές.
Στην πρόταση του ψηφίσματος γίνεται επίκληση άρθρων της Συνθήκης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, της οδηγίας και του ψηφίσματος του Συμβουλίου, της διακήρυξης της Ευρωπαϊκής Υπουργικής Διάσκεψης της Παγκοσμίου Οργάνωσης Υγείας της 15 Ιανουρίου 2005, του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του ψηφίσματος και κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κλπ.

α) Στοιχεία

Κατ' αρχάς θα πρέπη να υπογραμμισθή τι ακριβώς είναι αυτό που ονομάζεται ψυχική υγεία στο συγκεκριμένο ψήφισμα και γενικά σε όλους τους Ευρωπαϊκούς και Παγκόσμιους Οργανισμούς.
Με τον όρο ψυχική υγεία δεν εννοείται η υγεία του ανθρώπου από θρησκευτικής, εκκλησιαστικής απόψεως, αλλά από νευρολογικής και ψυχολογικής καταστάσεως του ανθρώπου. Υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ ψυχολογικών και νευρολογικών καταστάσεων. Όταν επικρατή ψυχολογική ισορροπία, αυτό λέγεται καλή ψυχική υγεία. Αντίθετα, όταν δεν υφίσταται κακή ψυχολογική και νευρολογική ισορροπία αυτό χαρακτηρίζεται κακή ψυχική υγεία. Ενδεικτικά ως κακή ψυχική υγεία αναφέρουμε την κατάθλιψη, την τάση για αυτοκτονία, τις φοβίες, το άγχος, τους ψυχαναγκασμούς, τις ενδοψυχικές συγκρούσεις, τα συμπτώματα των ψυχολογικών συγκρούσεων στο σώμα και την εμφάνιση σωματικών ασθενειών και γενικά την διαταραχή της συμπεριφοράς του ανθρώπου (νεύρωση) και την αποδιοργάνωση της προσωπικότητος του ανθρώπου, την αποκοπή της επικοινωνίας του με την πραγματικότητα, που εκδηλώνεται με τις παραισθήσεις και τις ψευδαισθήσεις (ψύχωση).
Στην πρόταση του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου παρουσιάζονται διάφορα στοιχεία σχετικά με την κακή ψυχική υγεία των κατοίκων της Ευρώπης. Για παράδειγμα:
Γράφεται ότι «ένα στα τέσσερα άτομα στην Ευρώπη εκδηλώνει τουλάχιστον ένα σημαντικό επεισόδιο κακής ψυχικής υγείας κατά τη διάρκεια της ζωής του, καθώς επίσης ότι η κακή ψυχική υγεία επηρεάζει τους πάντες στην ΕΕ, είτε άμεσα είτε έμμεσα». Επίσης επισημαίνεται ότι «κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε έτους, 18,4 εκατομμύρια άτομα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ηλικίας 18 έως 65 ετών υπολογίζεται ότι υποφέρουν από σοβαρή κατάθλιψη».
Ένα άλλο στοιχείο αναφέρεται στο θέμα της αυτοκτονίας. Γράφεται ότι «περίπου 58.000 πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυτοκτονούν ετησίως, αριθμός που ξεπερνά τους ετήσιους θανάτους από τροχαία ατυχήματα η HIV/AIDS, και ότι ο αριθμός των ατόμων που αποπειρώνται να αυτοκτονήσουν είναι δεκαπλάσιος».
Άλλο στοιχείο αναφέρεται στην ψυχική κατάσταση των φυλακισμένων: «περίπου 40% των φυλακισμένων έχουν κάποια μορφή ψυχικής διαταραχής» οι οποίοι «έχουν επτά φορές περισσότερες πιθανότητες να κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας από ο,τι τα άτομα που ζουν ως μέλη της κοινότητας», καθώς επίσης λέγεται ότι «η ανάρμοστη φυλάκιση μπορεί να επιδεινώσει τη διαταραχή και να εμποδίσει την αποκατάσταση».
Ακόμη γράφεται ότι «σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες έως και το 85% των κονδυλίων που διατίθενται για την ψυχική υγεία, δαπανώνται για τη διατήρηση μεγάλων ιδρυμάτων».
Επίσης, το οικονομικό κόστος το οποίο απαιτείται για την θεραπεία της κακής ψυχικής υγείας είναι τεράστιο, «κάποιες δε εκτιμήσεις το τοποθετούν μεταξύ του 3% και του 4% του ΑΕγχΠ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Στην αιτιολογία της πρότασης αυτής τα στοιχεία, όσον αφορά στην Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο, είναι εκφραστικότερα:
«Οι ψυχικές διαταραχές είναι η ταχύτερα αναπτυσσόμενη επιβάρυνση της υγείας με τη μονοπολική κατάθλιψη να αποτελεί την κύρια διαταραχή.
450 εκατομμύρια άτομα στον κόσμο πάσχουν από μια νευρολογική η ψυχική διαταραχή.
1 στους 4 από εμάς θα προσβληθεί στη διάρκεια της ζωής του.
121 εκατομμύρια άτομα από εμάς πάσχουν από κατάθλιψη – 3 στους 100 κάθε χρόνο.
1 εκατομμύριο άτομα στον κόσμο αυτοκτονούν (ετησίως). 10 εκατομμύρια κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας κάθε χρόνο.
Στις νευροψυχιατρικές διαταραχές οφείλεται το ένα τρίτο των αναπηριών, το 15% των ενδονοσοκομειακών εξόδων, τουλάχιστον το ένα τέταρτο του κόστους των φαρμάκων, οι μισές περιπτώσεις με τις οποίες ασχολούνται οι κοινωνικοί λειτουργοί• και στο Ηνωμένο Βασίλειο μόνο, κάθε χρόνο χάνονται 90 εκατομμύρια ημέρες εργασίας.
Τα άτομα ζουν περισσότερο και, γενικά, έχουν υγιέστερη ζωή, αλλά τα τελευταία χρόνια της ζωής τους, όλο και περισσότεροι εξασθενούν ως προς το σώμα και το πνεύμα.
Οι φροντιστές παιδιών, ενηλίκων η ηλικιωμένων συγγενών δεν λαμβάνουν βοήθεια προκειμένου να προσαρμοστούν στην νέα περίθαλψη των ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγείας στην κοινότητα.
Ο εθισμός στα ναρκωτικά και το έγκλημα, ο αλκοολισμός, τα ατυχήματα, η συστηματική απουσία από την εργασία, ο βανδαλισμός, οι προβληματικοί μαθητές, οι άστεγοι και πολλά από τα προβλήματα της κοινωνίας στην πραγματικότητα συνδέονται με προβλήματα ψυχικής υγείας».
Τα στοιχεία αυτά είναι ενδεικτικά της κακής ψυχικής υγείας που παρατηρείται στις Χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα ψυχολογικά προβλήματα αυξάνονται, η κατάθλιψη δημιουργεί προβλήματα σε πολλούς ανθρώπους και απαιτούνται πολλά χρηματικά ποσά για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών.

β) Διαπιστώσεις

Όταν διαβάση κανείς την πρόταση του ψηφίσματος και την τελική απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, παρατηρεί ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις γύρω από το θέμα της ψυχικής υγείας. Θα μεταφέρω μερικές από αυτές τις διαπιστώσεις, που συνδέονται με τα όσα προηγουμένως είπαμε.
Κατ' αρχάς η στρατηγική δίνει πολύ μεγάλη σημασία στην πρόληψη (ΣΤ) και, όπως γράφεται, «η πρόληψη, η έγκαιρη αναγνώριση, η παρέμβαση και η αντιμετώπιση των ψυχικών διαταραχών περιορίζει σημαντικά τις ατομικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες» (ΙΓ).
Έπειτα διαπιστώνεται ότι «σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν δίδεται αρκετή προσοχή η πόροι στην ψυχική υγεία των παιδιών και των νέων, αν και η ψυχική νοσηρότητα αυξάνεται σημαντικά μεταξύ των ατόμων νεαρής ηλικίας» (Ι). Και επειδή γίνεται λόγος για την πρόληψη, τονίζεται ότι «προϋπόθεση για την ψυχική υγεία είναι η ανατροφή σε ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον το οποίο παρέχει τόσο υλική, όσο και ψυχολογική ασφάλεια και αγάπη από τους γονείς» (ΙΖ).
Αναγνωρίζεται ότι οι γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες έχουν μεγαλύτερα προβλήματα ως προς τις ψυχικές ασθένειες. Στην πρόταση γράφεται ότι «οι γυναίκες τείνουν να απευθύνονται στις υπηρεσίες αρωγής σε μεγαλύτερο βαθμό από ο,τι οι άνδρες και ότι η συνταγογράφηση ψυχοφαρμάκων σε γυναίκες είναι διπλάσια από ο,τι για τους άνδρες, καθώς και ότι οι φαρμακοκινητικές μελέτες καταδεικνύουν ότι οι γυναίκες έχουν μικρότερη ανοχή στα φάρμακα αυτά» (ΙΒ). Επίσης, προβλήματα ψυχικής υγείας «που συνδέονται με τη βία έναντι των γυναικών και των νεαρών κοριτσιών εντοπίζονται δύσκολα, οι μαρτυρίες για βασανισμούς δεν λαμβάνονται συχνά υπόψη και πολλές γυναίκες και νεαρά κορίτσια δεν είναι πρόθυμες να αναφέρουν περιστατικά κακοποίησης, των οποίων ενδεχομένως είναι θύματα, εάν δεν ερωτηθούν ευθέως από τους ιατρούς και το ιατρικό προσωπικό» (ΙΣΤ).
Μια άλλη διαπίστωση είναι ότι «οι συνθήκες ψυχικής υγείας έχουν ήδη πολύ σημαντικές οικονομικές, υγειονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις, οι οποίες πρόκειται να οξυνθούν περαιτέρω καθώς αυξάνεται το ποσοστό των περιστατικών, λόγω του γηράσκοντος πληθυσμού και των μεταβολών στο κοινωνικό σύνολο». (Δ). Αυτό συνδέεται και με το ότι «μεγάλος αριθμός προσώπων πάσχουν από νευροεκφυλιστικές διαταραχές και ότι αυτός ο αριθμός αναμένεται να αυξηθεί λόγω, μεταξύ άλλων, της μακροζωίας και της συνακόλουθης αύξησης του πληθυσμού των ηλικιωμένων» (ΙΔ).
Στο ψήφισμα αναγνωρίζεται ο ρόλος των διαφόρων κοινωνικών εταίρων και των περιβαλλοντολογικών παραγόντων στην ψυχική υγεία του πληθυσμού. Γράφεται: Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο «αναγνωρίζει ότι κοινωνικοί εταίροι και περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως είναι τα προσωπικά βιώματα, η οικογένεια και η κοινωνική υποστήριξη, οι συνθήκες διαβίωσης, όπως η φτώχεια, η ζωή στις μεγάλες πόλεις και η απομόνωση της υπαίθρου, καθώς και οι εργασιακές συνθήκες, όπως είναι η εργασιακή ανασφάλεια, η ανεργία και το μακρύ ωράριο, διαδραματίζουν ρόλο στην ψυχική υγεία του πληθυσμού» (24).
Μια ενδιαφέρουσα διαπίστωση είναι ο εντοπισμός μεταξύ ψυχικών διαταραχών και περιβάλλοντος, καθώς επίσης και ότι μερικά ψυχιατρικά φάρμακα μπορεί να επιδεινώσουν την υποβόσκουσα βιολογική κατάσταση (42).
Επίσης εντοπίζονται διάφορες καταστάσεις ως προς την χρήση η κατάχρηση της ψυχιατρικής, την έννοια του ασύλου, την υπερβολική εξάρτηση από φάρμακα και την χρήση φυλακών αντί νοσοκομείων. Γράφεται: «Η πρόκληση που θέτει η ψυχική υγεία είναι η μετατροπή των συστημάτων, των νοοτροπιών και των ευκαιριών. Τα τελευταία σαράντα χρόνια, αναδυόμαστε από μια σκοτεινή εποχή όσον αφορά τις πρακτικές αντιμετώπισης των ψυχικών διαταραχών. Σε ορισμένα μέρη της Ευρώπης, παρατηρείται κατάχρηση της ψυχιατρικής• σε άλλα, η έννοια του ασύλου ως χώρου εγκλεισμού, που πολύ συχνά καθησύχαζε τις ευαισθησίες του κοινού με την ασυλοποίηση των ασθενών, οι οποίοι γίνονταν "αόρατοι" για την κοινωνία μέσα στα άσυλα όπου δεν καταβάλλονταν αρκετές προσπάθειες για την ανάρρωση και την αποκατάσταση των ασθενών• σε άλλα μέρη, παρατηρείται υπερβολική εξάρτηση από τα φάρμακα• σε πολλά μέρη, η χρήση φυλακών αντί νοσοκομείων• σε κανένα μέρος της Ευρώπης δεν παρατηρείται πραγματική κατανόηση της προαγωγής της ψυχικής υγείας».
Επίσης τονίζεται ιδιαίτερα ο τρόπος και ο τόπος της αναρρώσεως ενός ανθρώπου που πάσχει από κάποια ψυχική ασθένεια. Γράφεται: «Ένα άτομο με προβλήματα ψυχικής υγείας χρειάζεται έναν ενιαίο οργανισμό που θα διασφαλίζει την επαφή με τον πάσχοντα, την πρόσβασή του στην ιατρική περίθαλψη, τη στέγασή του και άλλες ανάγκες κοινωνικής μέριμνας, το εισόδημά του, νομικές υπηρεσίες και την αποκατάστασή του. Με άλλα λόγια, έναν ενιαίο φορέα για όλες τις ανάγκες του ατόμου και έναν έμπιστο φίλο ο οποίος θα είναι εξοικειωμένος με τους οργανισμούς παροχής υπηρεσιών. Παράλληλα, απαιτούνται οι δεξιότητες και η αφοσίωση ιατρών, θεραπευτών και νοσηλευτών, ερευνητικών επιστημόνων, διευθυντών νοσοκομείων, κλινικών και ομάδων της κοινότητας και η υποστήριξη των ΜΚΟ υπεράσπισης των δικαιωμάτων των ασθενών. Αλλά, εάν κάποιος πάσχει η αναρρώνει από κάποια ασθένεια, χρειάζεται την ασφάλεια ενός σπιτιού, όχι στην απομόνωση πολυόροφων διαμερισμάτων η κακοδιατηρημένων κτιρίων, αλλά στην κοινότητα, όπου το περιβάλλον διαβίωσης θα αποτελεί μέρος της υποστήριξης και της σταθερότητας που χρειάζεται. Τα άτομα χρειάζονται πρόσβαση σε δραστηριότητες οι οποίες βοηθούν στην ανάρρωση, καθώς και στήριξη από την οικογένεια και τους γείτονες. Όλα τα παραπάνω είναι εξίσου σημαντικά με τη φαρμακευτική αγωγή η τις θεραπευτικές συνεδρίες, αλλά η οργάνωση αυτού του φάσματος στήριξης μπορεί να υπερβαίνει τις δυνάμεις τους, τουλάχιστον προς το παρόν» (σελ. 16).
Γενικώς, θα πρέπη να κατανοηθή ότι, όπως γράφεται στο ψήφισμα, «η καλή ψυχική υγεία επιτρέπει στους πολίτες να αναπτυχθούν πνευματικά και ψυχικά και να ενταχθούν στον κοινωνικό, σχολικό και επαγγελματικό βίο, ενώ, αντιθέτως, η κακή ψυχική υγεία αποτελεί πηγή εξόδων, κοινωνικού αποκλεισμού και στιγματισμού».
Αντίθετα παρατηρείται ότι δεν δίνεται μεγάλη σημασία στην αντιμετώπιση των ψυχικών ασθενειών σε σχέση με άλλες σωματικές αρρώστιες. Γράφεται: «Οι κυβερνήσεις, οι πολιτικοί η ακόμα και οι υπεύθυνοι σχεδιασμού των υγειονομικών υπηρεσιών δεν καταλαβαίνουν τι σημαίνει αυτό. Ο βασικός λόγος είναι ότι δεν έχουν ιδέα περί τίνος πρόκειται και γιατί θα πρέπει να ενδιαφέρονται. Η ψυχική υγεία έχει υποστεί ένα τετραπλό θανάσιμο χτύπημα. Το κοινό, οι επαγγελματίες και τα ΜΜΕ δεν ασκούν σταθερή πίεση στην κυβέρνηση και στους αρμόδιους για τη διαχείριση υγειονομικών υπηρεσιών να καταβάλουν μεγαλύτερες προσπάθειες, να διαθέσουν περισσότερα χρήματα, να επιτύχουν καλύτερα αποτελέσματα. Σε αντίθεση με την καρδιακή νόσο η το AIDS και τον καρκίνο, δεν αντιλαμβάνονται ιδιαίτερα τι μπορεί να γίνει για την αγωγή, τη θεραπεία και την αποκατάσταση των ασθενών. Και ακόμα λιγότερο αντιλαμβάνονται τι μπορεί να γίνει για την πρόληψη της ψυχικής ασθένειας και την προαγωγή της ψυχικής υγείας. Επίσης, λίγες είναι οι αξιολογήσεις αποτελεσμάτων που μπορούν να γίνουν κατανοητές από τα υπουργεία Υγείας και τους διευθυντές τους, και πόσο μάλλον από το κοινό και τους πολιτικούς. Οι κυβερνήσεις, οι εργοδότες, τα συνδικάτα, τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τα τοπικά συμβούλια και οι κοινότητες, οι οικογένειες και τα άτομα χρειάζονται όλοι βοήθεια, προκειμένου να κατανοήσουν τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν για τη διασφάλιση της ψυχικής ευεξίας και, επομένως, την πρόληψη, τη μείωση η τον κατευνασμό των προβλημάτων της ψυχικής υγείας» (σελ. 17).

γ) Προτάσεις

Μετά τα ενδιαφέροντα αυτά στοιχεία και τις διαπιστώσεις, στο ψήφισμα καταγράφονται πολλές προτάσεις για την αντιμετώπιση των ψυχικών ασθενειών και την απόκτηση καλής ψυχικής υγείας. Συνολικά παρατίθενται 60 προτάσεις που αναφέρονται σε επί μέρους θέματα και αφορούν την τακτική την οποία θα πρέπη να ακολουθήση η Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε οι πολίτες να έχουν καλή ψυχική υγεία.
Στην συνέχεια θα δούμε μερικές από αυτές τις προτάσεις.
Βλέπει κανείς ότι τονίζεται η ανάγκη για την προσεκτική χρήση των όρων: «τονίζει την ανάγκη για την προσεκτική χρήση όρων όπως "κακή ψυχική υγεία", "διαταραχές της ψυχικής υγείας", "σοβαρή ψυχική ασθένεια" και "διαταραχή της προσωπικότητας"» (9).
Σε κάποιο σημείο παρατίθενται οι τρεις στόχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την υγεία των κατοίκων της. Πρόκειται για την α) προαγωγή της ψυχικής υγείας β) την βελτίωση της ψυχικής υγείας, και γ) την πρόληψη των ψυχικών διαταραχών.
Δίνεται μεγάλη σημασία στην διάγνωση. Γράφεται: το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο «τονίζει τη σημασία της ανάγκης έγκαιρης εξέτασης, ανίχνευσης και διάγνωσης και ολοκληρωμένης, κατά περίπτωση θεραπείας» (10).
Προτείνονται να γίνωνται περισσότερες έρευνες σχετικά με τις διαφορετικές ανάγκες ψυχικής υγείας στους άνδρες και τις γυναίκες (16)• να υποστηρίζωνται οι μητέρες: «ζητεί την υποστήριξη των μητέρων κατά την προγεννητική και μεταγεννητική περίοδο, με σκοπό την προφύλαξη από την κατάθλιψη η άλλες ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις που παρατηρούνται σε σημαντικά ποσοστά στις καταστάσεις αυτές» (18)• «θεωρεί ότι η καλή ψυχική υγεία των μητέρων και των γονέων συμβάλλει στην απρόσκοπτη ανάπτυξη των παιδιών και στην εξέλιξή τους σε υγιείς ενήλικες» (19)• να περιληφθούν «τα άτομα με μαθησιακές δυσκολίες σε οποιαδήποτε μελλοντική στρατηγική, καθώς αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα με τα άτομα με ψυχικές διαταραχές, όπως κοινωνικό αποκλεισμό, ιδρυματοποίηση, παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διακρίσεις, στίγμα και έλλειψη υποστήριξης για τα ίδια, τις οικογένειές τους και τους φροντιστές τους• ζητεί, συγχρόνως, μεγαλύτερες προσπάθειες για την αναγνώριση των διανοητικά προικισμένων παιδιών και νέων και τη μέριμνα για την καλύτερη στήριξή τους» (12)• να εργασθούν από κοινού, γιατί «μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στον τομέα της ψυχικής υγείας είναι η γήρανση του πληθυσμού της Ευρώπης και προτρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην έρευνα των μηχανισμών και των αιτίων των νευροεκφυλιστικών νόσων η άλλων ψυχιατρικών παθήσεων μεταξύ των ηλικιωμένων και της πρόληψής τους, καθώς και της αντίστοιχης περίθαλψης, περιλαμβανομένης της ανάπτυξης νέων θεραπευτικών μεθόδων» κλπ.
Δίνεται έμφαση σε μερικά προβλήματα που απασχολούν τους κατοίκους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ως προς τα ναρκωτικά προτείνεται «να δοθεί έμφαση στη σχέση μεταξύ της κατανάλωσης αλκοόλ και παράνομων ναρκωτικών και των ψυχικών διαταραχών• θεωρεί ότι ο εθισμός στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά προκαλούν σοβαρά προβλήματα ψυχικής και σωματικής υγείας στο κοινωνικό σύνολο εν γένει• καλεί την Επιτροπή να ελέγξει χωρίς καθυστέρηση ποιά προγράμματα αποτοξίνωσης και μέθοδοι θεραπευτικής αγωγής είναι τα πιο αποτελεσματικά» (31).
Το ψήφισμα επειδή διεπίστωσε την αλληλεξάρτηση μεταξύ ψυχικών και σωματικών πτυχών της υγείας «ότι οι ψυχικές και σωματικές πτυχές της υγείας είναι αλληλένδετες• ζητεί να δοθεί περισσότερη προσοχή στις ψυχολογικές επιπτώσεις και συμπτώματα των σωματικών ασθενειών• επιμένει στην αναγκαιότητα να αποδοθεί ίση σημασία στην ψυχική και σωματική ευημερία στο πλαίσιο της παροχής γενικής νοσοκομειακής περίθαλψης, κυρίως για τη θεραπεία σοβαρών η/και ανίατων ασθενειών» (43).
Και για τις αυτοκτονίες, οι οποίες συνεχώς αυξάνονται, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί «ότι τα κράτη μέλη πρέπει να εργαστούν από κοινού προκειμένου να εξεύρουν και να εφαρμόσουν αποτελεσματικές στρατηγικές για τη μείωση των αυτοκτονιών, ιδίως των νέων και άλλων ομάδων που διατρέχουν κίνδυνο» (28).
Δηλαδή, μελετώντας κανείς όλο αυτό το ψήφισμα διαπιστώνει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προτείνει στα Κράτη Μέλη να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την βελτίωση των συνθηκών στις οποίες ζη, εργάζεται και κινείται ο άνθρωπος, καθώς επίσης και να γίνουν έρευνες για την αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων ασθενειών. Επίσης δίνεται μεγάλη βαρύτητα στην συνεχή εκπαίδευση: «τονίζει την ανάγκη συνεχούς εκπαίδευσης των γενικών παθολόγων η των οικογενειακών ιατρών και των άλλων επαγγελματιών στις υπηρεσίες πρωτοβάθμιας υγειονομικής μέριμνας, σε θέματα ψυχικής υγείας» (39).
Κυρίως θα ήθελα να τονίσω τρία σημεία, ως προς τις διαπιστώσεις, που κατά την γνώμη μου είναι σημαντικά.
Το ένα έχει σχέση με την θεραπευτική αγωγή. Γράφεται στο ψήφισμα: «ο όρος "θεραπευτική αγωγή" θα πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως με έμφαση στον εντοπισμό και την εξάλειψη των κοινωνικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, ενώ η χορήγηση φαρμάκων θα πρέπει να αποτελεί λύση ανάγκης, ιδίως στην περίπτωση παιδιών και νέων• επικρίνει την αυξανόμενη "ιατρικοποίηση" και "παθολογικοποίηση" των σταδίων της ζωής, χωρίς διεξοδική διερεύνηση των αιτίων• ζητεί να λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως η προσωπική εμπειρία, η οικογένεια, η κοινωνική στήριξη και οι συνθήκες διαβίωσης και εργασίας που διαδραματίζουν ρόλο στην ψυχική υγεία, καθώς και οι γενετικοί παράγοντες» (28).
Το δεύτερο έχει σχέση με τις καταχρήσεις της ψυχιατρικής, όπως και την υπερβολική χορήγηση φαρμάκων. Γράφεται στο ψήφισμα: «προτρέπει την Επιτροπή να υποστηρίξει τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων σε όποιο κράτος μέλος καταγράφονται καταχρήσεις της ψυχιατρικής, υπερβολική χορήγηση φαρμάκων η εγκλεισμός η απάνθρωπες πρακτικές όπως τα κρεβάτια-κλουβιά, η η υπερβολική χρήση των θαλάμων απομόνωσης, ιδίως στα νέα κράτη μέλη• καλεί την Επιτροπή να θέσει τη μεταρρύθμιση της ψυχιατρικής στην ατζέντα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της ΕΕ• θεωρεί ότι η φυλακή δεν αποτελεί κατάλληλο περιβάλλον για όσους πάσχουν από ψυχικές διαταραχές και ότι πρέπει να αναζητούνται ενεργά εναλλακτικές λύσεις» (50).
Το τρίτο σημείο είναι ότι αναγνωρίζει την συνδρομή πολλών παραγόντων για την καλή ψυχική υγεία. Γράφεται στο ψήφισμα: «αναγνωρίζει την πολύτιμη συμβολή των μελών των οικογενειών και των ανεπίσημων φροντιστών σε ο,τι αφορά την υποστήριξη ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγείας, και αναγνωρίζει, εξίσου, ότι πολλοί εξ αυτών θα έχουν τις δικές τους ανάγκες περίθαλψης και θα χρειαστούν ενημέρωση και υποστήριξη από επαγγελματίες, προκειμένου να εξακολουθήσουν να παρέχουν τις φροντίδες τους• αναγνωρίζει επίσης την πολύτιμη συμβολή των χρηστών υπηρεσιών στην αμοιβαία στήριξή τους».
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εντοπίζει τα προβλήματα, επισημαίνει ενδιαφέροντα σημεία και προτείνει λύσεις. Βεβαίως το πρόβλημα είναι το πως αυτές οι προτάσεις υλοποιούνται από τα Κράτη – Μέλη και βεβαίως πως μπορούν να ανταποκριθούν σε τέτοιες αποφάσεις τα μέλη της κοινωνίας. Γιατί τελικά το πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα διαπιστώσεων και νομοθεσίας αλλά ανθρώπινης ευαισθησίας.

2. Η Ορθόδοξη Εκκλησία για την υγεία του ανθρώπου

Στο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν γίνεται λόγος για την Εκκλησία η τις Θρησκευτικές Κοινότητες και την προσφορά τους στην θεραπεία των ανθρώπων από τις ψυχικές ασθένειες, ενώ είναι πολύ μεγάλη η συμμετοχή τους στην επίλυση των προβλημάτων υγείας, ιδίως η προσφορά της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κάνει όμως λόγο για την συνδρομή πολλών παραγόντων στην κοινωνία για την πρόληψη και την θεραπεία της κακής ψυχικής υγείας. Μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνεται οπωσδήποτε και η Εκκλησία.
Είναι γνωστόν ότι σημαντικό ρόλο στην διατήρηση και την αύξηση της ψυχικής υγείας διαδραματίζει η πρόληψη, η οποία είναι πρωτογενής, δευτερογενής και τριτογενής. Πρωτογενής πρόληψη είναι όταν δημιουργούνται καλές κοινωνικές και οικογενειακές συνθήκες για να μην εμφανισθούν ψυχικές ασθένειες. Δευτερογενής πρόληψη είναι η αντιμετώπιση της αρχόμενης ψυχικής η ψυχολογικής ασθενείας στον κάθε άνθρωπο. Και η τριτογενής πρόληψη είναι η επανένταξη του ανθρώπου στην κοινωνία μετά την παρέλευση της κρίσης.
Σε αυτό βοηθά πολύ το θρησκευτικό στοιχείο στην ζωή του ανθρώπου. Θα πρέπη να σημειωθή ότι ο άνθρωπος από την φύση του έχει μεταφυσικές αναζητήσεις και αυτό συνδέεται με το λεγόμενο θρησκευτικό συναίσθημα. Έχει διαπιστωθή από πολλούς ότι η έρευνα, οι ανακαλύψεις, οι φιλοσοφικές αναζητήσεις ακόμη και οι θρησκευτικές έχουν σχέση με τον νευροβιολογικό στοιχείο της υπάρξεως του ανθρώπου. Επομένως, όταν το λεγόμενο θρησκευτικό συναίσθημα και οι μεταφυσικές αναζητήσεις δεν διευθετούνται από τους υπευθύνους της αγωγής, η αγνοούνται, τότε αφήνεται ο άνθρωπος έρμαιο σε διάφορους τυχοδιώκτες, οι οποίοι το εκμεταλλεύονται και δημιουργούν φανατισμούς και τρομοκρατικές ενέργειες.
Πάντως η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ο «χώρος» εκείνος στον οποίον ο άνθρωπος θεραπεύεται πρωτίστως ψυχικά και αυτό έχει συνέπεια στο σώμα και το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Με αυτήν την έννοια λέγεται ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι πνευματικό νοσοκομείο.

α) Η Ενορία ως θεραπευτική κοινότητα

Η κάθε Ιερά Μητρόπολη είναι εν σμικρογραφία ολόκληρη η Εκκλησία στην οποία ασκείται μια θεραπευτική αγωγή. Η εξάσκηση αυτού του θεραπευτικού έργου γίνεται μέσα στις Ενορίες, στις οποίες κέντρο είναι ο Ιερός Ναός, κέντρο του Ιερού Ναού είναι το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, που συνδέεται με τα άλλα μυστήρια, όπως του βαπτίσματος, της ιεράς εξομολογήσεως του ευχελαίου, του γάμου κλπ. και, βεβαίως, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει ο Κληρικός, ο οποίος είναι Πνευματικός Πατέρας και θεραπευτής των ανθρώπων.
Κάθε Ενορία πρέπει να διοργανώνεται στον τύπο της θεραπευτικής κοινότητος που δίνει νόημα στην ύπαρξη και την ζωή του ανθρώπου.

β) Η θεολογία της Εκκλησίας για την υγεία του ανθρώπου

Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεραπεύει τον άνθρωπο και αυτό επιτυγχάνεται με την ορθόδοξη θεολογία και την όλη μέθοδο θεραπείας του ανθρώπου, η οποία λέγεται ψυχοθεραπεία. Φυσικά υπάρχει διαφορά μεταξύ ορθοδόξου ψυχοθεραπείας και θύραθεν ψυχοθεραπείας.
Άλλη έννοια έχει η Ψυχοθεραπεία κατά την ουμανιστική νοοτροπία και άλλη έννοια έχει η Ψυχοθεραπεία μέσα στην διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Είναι γνωστόν ότι υπάρχουν πολλές ψυχολογικές και ψυχαναλυτικές Σχολές. Πατέρας της ψυχανάλυσης είναι ο Φρόϋντ, ο οποίος προσπάθησε να ερευνήση το υποσυνείδητο του ανθρώπου και έκανε διάκριση μεταξύ του Εκείνου, του Εγώ, και του Υπερεγώ. Οι παρατηρήσεις τις οποίες κατέγραψε σε διάφορα βιβλία έδωσαν έναυσμα σε πολλούς να ασχοληθούν με την εσωτερική αυτή διάσταση της ψυχής του ανθρώπου, η οποία είχε παραθεωρηθή στην Δύση λόγω του ορθολογισμού -σχολαστικισμού και της ηθικολογίας.
Όμως είναι επίσης γνωστόν ότι οι ψυχαναλυτικές απόψεις του Φρόϋντ δεν έγιναν πλήρως αποδεκτές απ' όλους. Ήδη οι πρώτοι συνεργάτες του, όπως ο Μπρόϊερ, ο Άντλερ και ο Γιούγκ απομακρύνθηκαν και ανέπτυξαν άλλες θεωρίες, όπως επίσης και οι μαθητές του Φρόμ και Φράνκλ ακολούθησαν άλλη πορεία.
Πολλοί ψυχαναλυτές παρατήρησαν ότι πολυποίκιλα είναι τα αίτια των ψυχολογικών και ψυχιατρικών ασθενειών. Μερικές φορές είναι κληρονομικά, γι' αυτό και τελευταία αναπτύσσεται η λεγόμενη «Μοριακή Ψυχοθεραπεία», άλλες φορές είναι προβλήματα που σχετίζονται με το κοινωνικό περιβάλλον και τον πολιτισμό στον οποίο ζη κάθε άνθρωπος, γι' αυτό και από τους ίδιους τους ψυχαναλυτές γίνεται λόγος για χρησιμοποίηση της «αυτόχθονης ψυχοθεραπείας», και άλλες φορές είναι θέμα ελευθερίας και επιλογής του ίδιου του ανθρώπου, το πώς θα αντιμετωπίζη τα προβλήματα στην ζωή του, καθώς επίσης και πώς αντιμετωπίζη τα αδήριτα υπαρξιακά ερωτήματα.
Σήμερα παρατηρεί κανείς μια διάδοση της νευρολογίας, η οποία μελετά τις επιπτώσεις των γονιδίων και των νευροβιοχημικών διεργασιών που γίνονται στον εγκέφαλο του ανθρώπου, που ξεπέρασαν τις ψυχαναλυτικές θεωρίες του Φρόϋντ. Επίσης παρατηρεί κανείς μια προσπάθεια σύνδεσης της ψυχαναλύσης – ψυχοθεραπείας με την υπαρξιακή φιλοσοφία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Λογοθεραπεία του Βίκτωρ Φράνκλ, καθώς επίσης και οι απόψεις του Γιάλομ.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ορθόδοξη θεολογία μπορεί να βοηθήση τον άνθρωπο στην διατήρηση και βελτίωση της ψυχικής του υγείας, με την όλη προοπτική της καθάρσεως του φωτισμού και της θεώσεως, και την όλη ησυχαστική μέθοδο που είναι μια επιστήμη των λογισμών, δηλαδή μια επιστήμη που βοηθά τον άνθρωπο να αντιμετωπίση τους λογισμούς που δημιουργούν τόσο μεγάλο προβλήμα και να του δώση νόημα ζωής. Ο συνδυασμός δηλαδή ψυχοθεραπείας και υπαρξιακής φιλοσοφίας είναι αυτός που μας ωθεί να προχωρήσουμε στην σύνδεση μεταξύ ψυχοθεραπείας και ορθόδοξης θεολογίας.
Στην ορθόδοξη θεολογία υπάρχει έντονο ψυχοθεραπευτικό υλικό. Σύμφωνα με την όλη ανθρωπολογία την οποία έχει η ορθόδοξη Εκκλησία, η υγεία συνίσταται στην αρμονική συνύπαρξη του ανθρώπου με τον Θεό, τον εαυτό του, τον πλησίον του και την κτίση. Έπειτα η ασθένεια νοείται ως αποδιοργάνωση όλων αυτών των σχέσεων, οποτε ο άνθρωπος είναι κατ' εξοχήν φίλαυτος, δεν έχει σχέση με τον Θεό, ζη κλεισμένος μέσα στον εαυτό του και ζη έναν υπαρξιακό αυτισμό, φοβάται τον συνάνθρωπό του και θεωρεί την παρουσία του συνανθρώπου του ως απειλή της δικής του υπάρξεως και τελικά γίνεται ένας βιαστής της κτίσεως. Αυτό σημαίνει πλήρης αποδιοργάνωση και της προσωπικότητος του ανθρώπου αλλά και της κοινωνίας του με τον Θεό τον άνθρωπο και την φύση. Έτσι, η θεραπεία συνίσταται στην αποκατάστη αυτών των σχέσεων, στο πώς ο άνθρωπος από φίλαυτος θα γίνη φιλόθεος και φιλάνθρωπος.
Αυτό το έντονο ψυχοθεραπευτικό υλικό που έχει η Ορθόδοξη Εκκλησία κινεί το ενδιαφέρον πολλών ψυχαναλυτών στην Δύση. Θέλω να σάς διαβεβαιώσω γι' αυτό. Το διεπίστωσα στις πολλές μου εισηγήσεις που έκανα στην Αμερική (Ατλάντα, Βανκούβερ κ. ά.) κατά τις οποίες ήλθαν ψυχαναλυτές να ακούσουν το ψυχοθεραπευτικό μοντέλο το οποίο προσφέρει η Ορθόδοξη Εκκλησία. Το ίδιο διεπίστωσα και σε Συνέδριο Ιατρών που έγινε πέρυσι στην Αγία Πετρούπολη, όπου κλήθηκα να αναπτύξω το θέμα της ψυχοθεραπείας από ορθοδόξου πλευράς. Δηλαδή έχουμε μια θεολογία η οποία όμως μερικές φορές είναι άγνωστη και σε μας τους ίδιους.

γ) Παράδειγμα

Το ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία θεραπεύει τον άνθρωπο από ψυχικά προβλήματα και γίνεται ένας παράγοντας καλής ψυχικής υγείας στην κοινωνία φαίνεται από την ζωή των αγίων. Οι άγιοι είναι τα πραγματικά μέλη της Εκκλησίας, οι οποίοι απέκτησαν νόημα ζωής και κατεστάθησαν ευεργετικοί παράγοντες στην κοινωνία.
Αυτό το συναντούμε και σε Χριστιανούς που ζουν μια μέση κατάσταση, πορευόμενοι προς την αγιότητα. Ένας Χριστιανός που ζη στην Εκκλησία, αλλά δεν έχει φθάσει ακόμη σε υψηλά μέτρα αγιότητος, πιστεύει στην ύπαρξη προσωπικού Θεού και προσεύχεται σε Αυτόν, έχει απόλυτη πίστη στην θεία Πρόνοια, συμμετέχει στην λατρευτική σύναξη της Εκκλησίας και κυρίως στις θείες Λειτουργίες κάθε Κυριακή και εορτή. Χρησιμοποιεί την μέθοδο της ορθοδόξου θεολογίας σχετικά με τους λογισμούς, τους οποίους δεν αφήνει να γίνουν επιθυμία και πράξη, αλλά τους αποκρούει, έχει Πνευματικό Πατέρα, στον οποίον εξομολογείται διάφορες πράξεις που δημιουργούν ενοχικές καταστάσεις, μελετά την Αγία Γραφή και πατερικά κείμενα, ανέχεται τους ανθρώπους και τους αγαπά, αναλαμβάνει την ευθύνη των προσώπων που έχει αρμοδιότητα κλπ.
Όλα αυτά είναι τα στοιχειώδη καθήκοντα ενός μέσου Χριστιανού, μέλους της Εκκλησίας. Δεν είναι υψηλές καταστάσεις σαν αυτές που συναντούμε στα Συναξάρια των αγίων. Πάντως και ένας τέτοιος Χριστιανός έχει ψυχική – πνευματική υγεία και είναι ευεργετικό στοιχείο στην κοινωνία. Με μια τέτοια απλή συντηρητική χριστιανική ζωή δεν έχει ψυχολογικά προβλήματα, επειδή ελέγχει τους λογισμούς, δεν πέφτει στην θλίψη και κατάθλιψη, διότι έχει απόλυτη πίστη στον Θεό, δεν διανοείται την αυτοκτονία, διότι γνωρίζει ότι η ζωή και ο θάνατος δεν ανήκουν σε αυτόν, αλλά στον Θεό, δεν λαμβάνει ψυχότροπες ουσίες, δεν αισθάνεται τον συνάνθρωπό του ως εχθρό-κόλαση, αλλά ως αδελφό και παράδεισο, δεν αποκάμνει από τις δοκιμασίες της ζωής, δεν απογοητεύεται και δεν φοβάται τον θάνατο, δεν αισθάνεται την μοναξιά.
Όλα αυτά τα βλέπουμε και από θετική πλευρά. Αγαπά τον Θεό και τους ανθρώπους, ενδιαφέρεται για την οικογένεια και την κοινωνία, αντιμετωπίζει με θετικούς λογισμούς όλα τα προβλήματα της ζωής, τους άλλους τους θεωρεί ως δώρα Θεού σ' αυτόν, και τον εαυτό του ως δώρο στους άλλους, έχει εσωτερική ελευθερία από λογισμούς και αισθήματα και από απωθημένα βιώματα, αντιμετωπίζει την ζωή με θάρρος, πίστη και αγάπη, σέβεται την κτίση, τα ζώα, το φυσικό περιβάλλον. Αλλά και όταν αρρωσταίνη, λόγω της φθαρτότητος, αντιμετωπίζει την κατάσταση αυτή με πίστη στον Θεό, με ελπίδα και εμπιστοσύνη στην Πρόνοια του Θεού, αφού γνωρίζει ότι εδώ είμαστε οδίτες και όχι πολίτες, και πορευόμαστε προς την αληθινή πατρίδα, στην οποία θα γίνη συνάντηση με τους αληθινούς πατριώτες της «άνω πατρίδος».
Ένας τέτοιος άνθρωπος έχει καλή ψυχοσωματική υγεία και δεν απασχολεί ψυχιατρικά ιδρύματα, δεν δημιουργεί κόστος στο Κράτος, δεν προξενεί προβλήματα στην κοινωνία. Αντίθετα μάλιστα βοηθά όσους έχουν τέτοια προβλήματα, αφού είναι θετικό πρότυπο στην κοινωνία μας.
Και με αυτήν την έννοια ο ορθόδοξος Χριστιανός είναι πρότυπο για πολλούς ανθρώπους και πηγή εμπνεύσεως για τους άλλους.
Βέβαια, όταν υπάρχουν νευρολογικά προβλήματα, τότε οι άνθρωποι καταφεύγουν στην επιστήμη της ψυχιατρικής, η οποία βοηθά στην αντιμετώπισή τους, με την παράλληλη χρησιμοποίηση των μέσων που έχει η Εκκλησία.

Συμπέρασμα

Ζούμε σε μια εποχή στην οποία οι ψυχικές, ψυχολογικές, ψυχιατρικές ασθένειες βρίσκονται σε μεγάλη έξαρση, όπως το διεπίστωσε και το ίδιο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Υπάρχει μεγάλος ψυχικός πόνος, θλίψη και κατάθλιψη, τάσεις αυτοκαταστροφικές. Αυτό συνδέεται με την αποδιοργάνωση των κοινωνικών δομών, την απομάκρυνση από τις παραδόσεις και την διακοπή των σχέσεων του ανθρώπου με τον Θεό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο άνθρωπος θα πρέπη να λογοποιή την ζωή του, να αποκτά νόημα ζωής και ελευθερίας από κάθε τί το οποίο τον δεσμεύει και τον κρατά στην φυλακή των αισθήσεων και των ενστίκτων.
Καλά είναι τα κτίρια τα οποία κατασκευάζουμε, καλές είναι και οι προσπάθειες για την θεραπεία των σωματικών ασθενειών, αλλά πάνω απ' όλα ο άνθρωπος χρειάζεται στηρίγματα ψυχολογικά και πνευματικά, γιατί έτσι θα αποκτήση ψυχική υγεία και θα αντιμετωπίζη ορθώς τα προβλήματα της ζωής του.–